Θέλετε να υποβάλετε αναφορά κατά ενός θεσμικού οργάνου ή οργανισμού της ΕΕ;
- EL Ελληνικά
Οι αυτόματες μεταφράσεις μπορεί να περιέχουν σφάλματα που δυνητικά μειώνουν τη σαφήνεια και την ακρίβεια· ο Διαμεσολαβητής δεν φέρει καμία ευθύνη για τυχόν αποκλίσεις. Για πιο αξιόπιστες πληροφορίες και μεγαλύτερη νομική ασφάλεια, ανατρέξτε στην πρωτότυπη έκδοση που αγγλικά περιέχεται στον ανωτέρω σύνδεσμο.
Για περισσότερες πληροφορίες συμβουλευτείτε τη γλωσσική και μεταφραστική πολιτική μας.
Απόφαση στην υπόθεση 380/2020/VB σχετικά με εικαζόμενες παρατυπίες στη διαδικασία επιλογής Ευρωπαίου εισαγγελέα ενός κράτους μέλους της ΕΕ
Απόφαση
Υπόθεση 380/2020/VB - Εκκίνηση έρευνας στις Δευτέρα | 23 Μαρτίου 2020 - Απόφαση στις Τετάρτη | 28 Απριλίου 2021 - Εμπλεκόμενο θεσμικό όργανο Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης ( Δεν δικαιολογούνται περαιτέρω έρευνες ) - Χώρα Μάλτα
Η υπόθεση αφορούσε τη διαδικασία επιλογής για τον διορισμό Ευρωπαίου εισαγγελέα, ο οποίος υπάγεται στο «Σώμα» της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας (EPPO). Ο καταγγέλλων είναι αποτυχών υποψήφιος, ο οποίος θεώρησε ότι υπήρχαν παρατυπίες στη διαδικασία επιλογής και στην ad hoc γνώμη της «επιτροπής επιλογής» για τον αποκλεισμό της υποψηφιότητάς του για τη θέση. Επιπλέον, ο καταγγέλλων δεν έλαβε απάντηση στις ανησυχίες που εξέφρασε.
Κατά τη διάρκεια της έρευνας, η ερευνητική ομάδα της Διαμεσολαβήτριας έκρινε ότι υπήρχε έλλειψη σαφήνειας σχετικά με πιθανές διαδικασίες επανεξέτασης και υπέβαλε πρόταση για λύση και πρόταση βελτίωσης στο Συμβούλιο της ΕΕ. Το Συμβούλιο απέρριψε τις προτάσεις.
Η διαδικασία επιλογής για τις θέσεις των Ευρωπαίων εισαγγελέων δεν διαθέτει μηχανισμό που να προβλέπει την επανεξέταση πράξεων ή παραλείψεων της επιτροπής επιλογής. Υπάρχει σαφώς κενό λογοδοσίας και το Συμβούλιο έχασε την ευκαιρία να ενισχύσει την εμπιστοσύνη του κοινού και τη νομιμότητα της διαδικασίας επιλογής για αυτές τις σημαντικές θέσεις. Η πρόταση λύσης και η πρόταση βελτίωσης θα είχαν συμβάλει στην αντιμετώπιση αυτών των ελλείψεων.
Δεδομένου ότι η επιτροπή επιλογής δεν είναι όργανο της ΕΕ, το οποίο μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο έρευνας της Διαμεσολαβήτριας, και τόσο το Συμβούλιο όσο και η Επιτροπή αρνήθηκαν να αναλάβουν την ευθύνη για τις ενέργειες της επιτροπής, η Διαμεσολαβήτρια θεωρεί ότι δεν δικαιολογούνται περαιτέρω έρευνες και περατώνει την υπόθεση.
Ιστορικό της καταγγελίας
1. Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία, η οποία συστάθηκε με τον κανονισμό για την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία [1], είναι αρμόδια για την έρευνα, τη δίωξη και την παραπομπή στο δικαστήριο οικονομικών εγκλημάτων που αφορούν τον προϋπολογισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης [2].
2. Το συλλογικό όργανο της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας [3] αποτελείται από τον Ευρωπαίο Γενικό Εισαγγελέα και έναν Ευρωπαίο Εισαγγελέα ανά συμμετέχον κράτος μέλος [4]. Ο κανονισμός για την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία ορίζει ότι κάθε κράτος μέλος προτείνει τρεις υποψηφίους για τη θέση του Ευρωπαίου εισαγγελέα. Οι υποψήφιοι αυτοί θα πρέπει να είναι i) ενεργά μέλη της εισαγγελικής αρχής ή του δικαστικού σώματος, ii) ανεξάρτητοι πέραν πάσης αμφιβολίας και iii) να διαθέτουν τα προσόντα που απαιτούνται για διορισμό σε υψηλό εισαγγελικό ή δικαστικό αξίωμα στα αντίστοιχα κράτη μέλη τους και να διαθέτουν σχετική πρακτική πείρα στα εθνικά νομικά συστήματα, στις χρηματοοικονομικές έρευνες και στη διεθνή δικαστική συνεργασία σε ποινικές υποθέσεις [5].
3. Το Συμβούλιο της ΕΕ επιλέγει και διορίζει έναν από τους υποψηφίους ως Ευρωπαίο εισαγγελέα του εν λόγω κράτους μέλους, αφού λάβει την αιτιολογημένη γνώμη ad hoc «επιτροπής επιλογής».[6] Η επιτροπή επιλογής εξετάζει τους προτεινόμενους υποψηφίους και τους αξιολογεί με βάση τις απαιτήσεις του κανονισμού για την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία. Διατυπώνει γνώμη σχετικά με τα προσόντα των υποψηφίων για την άσκηση των καθηκόντων των Ευρωπαίων εισαγγελέων και τους κατατάσσει με βάση τη σειρά προτίμησής της, η οποία δεν είναι δεσμευτική για το Συμβούλιο. Εάν η επιτροπή επιλογής διαπιστώσει ότι ένας υποψήφιος δεν πληροί τις προϋποθέσεις που απαιτούνται για την άσκηση των καθηκόντων του Ευρωπαίου εισαγγελέα, η γνώμη της είναι δεσμευτική για το Συμβούλιο.
4. Ο καταγγέλλων ήταν ένας από τους υποψηφίους που προτάθηκαν από εθνική αρχή για τη θέση του Ευρωπαίου Εισαγγελέα. Τον Δεκέμβριο του 2019 κλήθηκε σε συνέντευξη από την επιτροπή επιλογής, η οποία στη συνέχεια διατύπωσε αρνητική γνώμη σχετικά με την υποψηφιότητά του, θεωρώντας ότι δεν ήταν σύμφωνη με ορισμένες υποχρεωτικές απαιτήσεις για τη θέση.
5. Ο ενδιαφερόμενος επικοινώνησε με την επιτροπή επιλογής διαφωνώντας με τη γνώμη της και εκφράζοντας ανησυχίες σχετικά με τον δίκαιο χαρακτήρα της συνέντευξής του. Στις 24 Φεβρουαρίου 2020 υπέβαλε επίσης καταγγελία στον Διαμεσολαβητή σχετικά με το θέμα αυτό.
6. Στις 27 Φεβρουαρίου 2020, ο καταγγέλλων έλαβε απάντηση από τον πρόεδρο της επιτροπής επιλογής, με την οποία τον ενημέρωνε ότι η επιτροπή έκρινε ότι δεν διέθετε σχετική πρακτική πείρα στη διερεύνηση οικονομικού εγκλήματος και στην εσωτερική δικαστική συνεργασία σε ποινικές υποθέσεις, οι οποίες αποτελούν υποχρεωτικές απαιτήσεις βάσει του κανονισμού για την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία. Η απάντηση αναφερόταν στην εκτελεστική απόφαση του Συμβουλίου σχετικά με τους κανόνες λειτουργίας της επιτροπής επιλογής [7] και ανέφερε ότι δεν υπάρχει βάση για να επανεξετάσει η επιτροπή επιλογής τη γνώμη της σχετικά με τον διορισμό Ευρωπαίων εισαγγελέων. Προσέθεσε ότι ο καταγγέλλων θα λάμβανε την «αιτιολογημένη γνώμη» της επιτροπής επιλογής σχετικά με την αίτησή του μετά την ολοκλήρωση της διαδικασίας.
7. Στην αλληλογραφία του με το Γραφείο του Διαμεσολαβητή, ο ενδιαφερόμενος επισήμανε ότι δεν είχε λάβει αιτιολογημένη γνώμη από την επιτροπή και ότι αυτό τον εμπόδιζε να αμφισβητήσει τη γνώμη της επιτροπής. Ο καταγγέλλων επισήμανε επίσης ότι η απάντηση δεν αφορούσε κανένα από τα ζητήματα που είχε θέσει σχετικά με τον τρόπο διεξαγωγής της συνέντευξής του.
Η έρευνα
8. Η Διαμεσολαβήτρια κίνησε έρευνα σχετικά με την καταγγελία και ζήτησε από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης να απαντήσουν στις ακόλουθες πτυχές της καταγγελίας:
1) Έλλειψη διαδικασίας για την υποβολή αιτήματος επανεξέτασης της αρνητικής γνώμης της επιτροπής επιλογής σχετικά με την επιλεξιμότητα των υποψηφίων για τις θέσεις των Ευρωπαίων εισαγγελέων.
2) Οι λόγοι για τους οποίους η «αιτιολογημένη γνώμη» της επιτροπής επιλογής δεν μπορούσε να κοινοποιηθεί στον καταγγέλλοντα πριν από την ολοκλήρωση της διαδικασίας επιλογής.
3) Η παράλειψη απάντησης στους ισχυρισμούς του καταγγέλλοντος σχετικά με τις εικαζόμενες παρατυπίες που επηρέασαν τη συνέντευξή του.
9. Κατά τη διάρκεια της έρευνας, ο Διαμεσολαβητής έλαβε τις απαντήσεις της Επιτροπής και του Συμβουλίου σχετικά με την καταγγελία και, στη συνέχεια, τις παρατηρήσεις του καταγγέλλοντος σε απάντηση των εν λόγω απαντήσεων.
10. Κατά τη διάρκεια της έρευνας, η ερευνητική ομάδα της Διαμεσολαβήτριας υπέβαλε επίσης πρόταση λύσης και προτάσεις βελτίωσης στο Συμβούλιο για την αντιμετώπιση ορισμένων από τα ζητήματα που εγείρονται στην καταγγελία. Το Συμβούλιο απέρριψε τις προτάσεις. Στη συνέχεια, ο καταγγέλλων υπέβαλε τις παρατηρήσεις του.
Επί της ελλείψεως διαδικασίας επανεξετάσεως
Επιχειρήματα που υποβλήθηκαν στον Διαμεσολαβητή
11. Η Επιτροπή επισήμανε ότι η επιτροπή επιλογής είναι απολύτως ανεξάρτητη και αμερόληπτη κατά την άσκηση των καθηκόντων της. Ο μόνος ρόλος της Επιτροπής στη διαδικασία είναι να διαθέτει προσωπικό ως γραμματεία της επιτροπής για την παροχή διοικητικής υποστήριξης.
12. Σημείωσε ότι ο κανονισμός για την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία θεσπίζει διαδικασία επιλογής στο πλαίσιο της οποίας τόσο τα κράτη μέλη όσο και το Συμβούλιο έχουν αρμοδιότητες. Η επιλογή για τις θέσεις του Ευρωπαίου Εισαγγελέα αποτελεί αρμοδιότητα του Συμβουλίου. Πρόσθεσε ότι οι διαδικασίες επιλογής των Ευρωπαίων εισαγγελέων δεν βασίζονται σε ανοικτή πρόσκληση υποβολής υποψηφιοτήτων, αλλά στους διορισμούς των εθνικών κυβερνήσεων. Κατά συνέπεια, ο αποκλεισμός υποψηφίου από διαδικασία επιλογής δεν θίγει τα ατομικά του δικαιώματα, δεδομένου ότι δεν έχει ατομικά δικαιώματα ως υποψήφιος στο πλαίσιο της διαδικασίας επιλογής.
13. Η Επιτροπή πρόσθεσε ότι, ενώ η εκτελεστική απόφαση του Συμβουλίου σχετικά με τους κανόνες λειτουργίας της επιτροπής επιλογής προβλέπει τη δυνατότητα υποβολής διοικητικής ένστασης [8] στο Συμβούλιο στο πλαίσιο της διαδικασίας επιλογής για τη θέση του Ευρωπαίου Γενικού Εισαγγελέα, δεν προβλέπει παρόμοια δυνατότητα σε σχέση με τις διαδικασίες επιλογής για τις θέσεις των Ευρωπαίων εισαγγελέων. Η Επιτροπή κατέληξε στο συμπέρασμα ότι, κατ’ αρχήν, θα πρέπει να υπάρχουν μέσα έννομης προστασίας βάσει του εθνικού δικαίου για την άσκηση προσφυγής κατά του κράτους μέλους που έχει ορίσει και για την παροχή δικαστικής προστασίας στον καταγγέλλοντα.
14. Το Συμβούλιο, από την πλευρά του, αναφέρθηκε επίσης στο γεγονός ότι η εκτελεστική απόφαση του Συμβουλίου σχετικά με τους κανόνες λειτουργίας της επιτροπής επιλογής προβλέπει τη δυνατότητα υποβολής διοικητικής ένστασης στο Συμβούλιο μόνο στο πλαίσιο της διαδικασίας επιλογής για τη θέση του Ευρωπαίου Γενικού Εισαγγελέα. Προσέθεσε ότι αυτό δεν εμποδίζει τους υποψηφίους για τις θέσεις των Ευρωπαίων εισαγγελέων να ασκούν ένδικα βοηθήματα βάσει του εθνικού ή του ενωσιακού δικαίου προκειμένου να ζητήσουν δικαστικό έλεγχο.
15. Το Συμβούλιο δήλωσε ότι, σύμφωνα με τον κανονισμό για την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία, διαθέτει εξουσίες λήψης αποφάσεων μόνο στο τελευταίο στάδιο της διαδικασίας επιλογής. Έκρινε ότι η έρευνα του Διαμεσολαβητή αφορούσε τις εργασίες της επιτροπής επιλογής, η οποία αποτελεί στάδιο της διαδικασίας κατά το οποίο το Συμβούλιο δεν έχει εξουσία δράσεως. Ως εκ τούτου, η έρευνα δεν αφορούσε πράξη του Συμβουλίου.
16. Το Συμβούλιο δήλωσε επίσης ότι το ίδιο και η επιτροπή επιλογής αποτελούν χωριστές αυτόνομες νομικές οντότητες [9]. Η επιτροπή επιλογής είναι ανεξάρτητη από το Συμβούλιο κατά την εκτέλεση των καθηκόντων της και, ιδίως, κατά τη σύνταξη αιτιολογημένης γνώμης σχετικά με την επιλεξιμότητα και τα προσόντα των υποψηφίων και την υποβολή της στο Συμβούλιο. Το Συμβούλιο δεν έχει την εξουσία να εξετάζει ή να αξιολογεί την επιλεξιμότητα ή τα προσόντα των υποψηφίων που προτείνονται από τα κράτη μέλη ή να παρεμβαίνει με οποιονδήποτε άλλο τρόπο στις εργασίες της επιτροπής επιλογής.
17. Το Συμβούλιο σημείωσε ότι οι αρνητικές γνώμες της επιτροπής σχετικά με την επιλεξιμότητα των υποψηφίων είναι δεσμευτικές για αυτήν και ότι ούτε ο κανονισμός για την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία ούτε οι διατάξεις εφαρμογής του προβλέπουν οποιαδήποτε δυνατότητα για το Συμβούλιο να επανεξετάσει τις εν λόγω γνώμες.
18. Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι οι απαντήσεις των θεσμικών οργάνων τον αφήνουν σε νομικό κενό. Αυτό δεν συνάδει με τις αρχές της ασφάλειας δικαίου και της «θεμιτής εμπιστοσύνης», ανέφερε. Ο καταγγέλλων συμφώνησε με την Επιτροπή ότι οι διαδικασίες επιλογής για τις θέσεις των Ευρωπαίων εισαγγελέων εμπίπτουν στην αρμοδιότητα του Συμβουλίου. Υποστήριξε ότι το Συμβούλιο, εστιάζοντας στις διαφορές μεταξύ της επιλογής του Ευρωπαίου Γενικού Εισαγγελέα και των Ευρωπαίων Εισαγγελέων, υπονόμευσε τον σκοπό του Συλλογικού Οργάνου Εισαγγελέων και το πνεύμα του κανονισμού για την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία.
19. Θεωρεί ότι το Συμβούλιο είναι τελικά υπεύθυνο για τη συνολική επιλογή των Ευρωπαίων εισαγγελέων και ότι μόνο η απόφασή του είναι οριστική. Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι, εάν η επιτροπή επιλογής ήταν αυτόνομη οντότητα, ο Διαμεσολαβητής θα ήταν σε θέση να ελέγχει τις συζητήσεις και τις αποφάσεις της. Διαφορετικά, τα θεσμικά όργανα της ΕΕ θα μπορούσαν να ξεφύγουν από τον έλεγχο του Διαμεσολαβητή απλώς με τη δημιουργία νέων χωριστών οντοτήτων.
Η πρόταση λύσης και η πρόταση βελτίωσης
20. Η ομάδα έρευνας της Διαμεσολαβήτριας έκρινε ότι, ενώ η επιτροπή επιλογής είναι ανεξάρτητη από το Συμβούλιο, αυτό δεν αρκεί για να θεωρηθεί χωριστό όργανο της ΕΕ που θα μπορούσε να αποτελέσει αντικείμενο έρευνας της Διαμεσολαβήτριας. Για τον λόγο αυτό, ήταν σκόπιμο να απευθυνθεί στο Συμβούλιο, το οποίο είναι η «αρμόδια για τους διορισμούς αρχή» κατά τη διαδικασία επιλογής για τις θέσεις των Ευρωπαίων εισαγγελέων.
21. Η ομάδα έρευνας της Διαμεσολαβήτριας πρότεινε, ως λύση, στο Συμβούλιο να λάβει μέτρα για να διασφαλίσει ότι τα επιχειρήματα που προέβαλε ο καταγγέλλων αντιμετωπίζονται επαρκώς.
22. Το Συμβούλιο απέρριψε την πρόταση λύσης, επαναλαμβάνοντας τη θέση του ότι η επιτροπή επιλογής είναι οντότητα διαφορετική από το Συμβούλιο και ότι το Συμβούλιο δεν είναι υπεύθυνο για τις εργασίες και τις δραστηριότητές της. Τόνισε ότι οι αρνητικές γνώμες της επιτροπής σχετικά με την επιλεξιμότητα των υποψηφίων είναι δεσμευτικές για το Συμβούλιο και ότι, κατά συνέπεια, δεν μπορεί να τις επανεξετάσει. Οι υπάλληλοί της δεν έχουν πρόσβαση στις συζητήσεις ή σε άλλα έγγραφα της επιτροπής επιλογής [10]. Το Συμβούλιο δήλωσε ότι, ως εκ τούτου, δεν μπορεί να εξετάσει τα επιχειρήματα που προέβαλε ο καταγγέλλων, καθώς δεν γνωρίζει τους λόγους της απόρριψής του ούτε τυχόν αλληλογραφία μεταξύ του καταγγέλλοντος και της ειδικής ομάδας.
23. Η ομάδα έρευνας της Διαμεσολαβήτριας διατύπωσε επίσης πρόταση βελτίωσης όσον αφορά την έλλειψη σαφούς μηχανισμού επανεξέτασης για την υποβολή αιτήματος επανεξέτασης των γνωμών της επιτροπής επιλογής στο πλαίσιο της διαδικασίας επιλογής Ευρωπαίων εισαγγελέων. Υποστήριξε ότι θα ήταν χρηστή διοίκηση να υπάρχει ένας τέτοιος μηχανισμός και ότι, όταν η επιτροπή επιλογής εκδίδει αρνητική γνώμη, θα πρέπει να ενημερώνει δεόντως τους υποψηφίους για το δικαίωμά τους να ζητήσουν επανεξέταση της εν λόγω απόφασης και, εν τέλει, να υποβάλουν καταγγελία στον Διαμεσολαβητή ή να ασκήσουν προσφυγή ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου.
24. Το Συμβούλιο απέρριψε επίσης την πρόταση αυτή. Σημείωσε ότι οι κανόνες σχετικά με τα ένδικα μέσα κατά πράξεων και παραλείψεων της επιτροπής επιλογής περιέχονται στον κανονισμό για την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία, ο οποίος είναι νομοθετική πράξη γενικής ισχύος. Η τροποποίηση των κανόνων αυτών εναπόκειται στον νομοθέτη της ΕΕ και, ως εκ τούτου, δεν εμπίπτει στην εντολή του Διαμεσολαβητή. Το Συμβούλιο πρόσθεσε ότι τόσο ο κανονισμός για την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία όσο και η εκτελεστική απόφαση του Συμβουλίου σχετικά με τους κανόνες λειτουργίας της επιτροπής επιλογής εκδόθηκαν βάσει προτάσεων της Επιτροπής και ότι το Συμβούλιο δεν μπορεί να τις τροποποιήσει μονομερώς.
25. Ο καταγγέλλων επανέλαβε ότι δεν είχε τη δυνατότητα να αμφισβητήσει την απόφαση αποκλεισμού της υποψηφιότητάς του ως μη επιλέξιμης. Πρόσθεσε ότι «αυτό που επακολούθησε είναι μια άσκηση που προκαλεί άγχος και αγωνία σε έναν ευρωπαίο πολίτη, στο πλαίσιο της οποίας τα θεσμικά όργανα της ΕΕ δεν σέβονται τις βασικές ευρωπαϊκές αξίες και αρχές που θα πρέπει να διαφυλάσσουν».
Η αξιολόγηση του Διαμεσολαβητή
26. Η διαδικασία επιλογής για τις θέσεις των Ευρωπαίων εισαγγελέων δεν διαθέτει μηχανισμό που να προβλέπει την επανεξέταση πράξεων ή παραλείψεων της επιτροπής επιλογής.
27. Η επιτροπή επιλογής ενημέρωσε τον καταγγέλλοντα ότι δεν υπάρχει διάταξη βάσει των εφαρμοστέων κανόνων με την οποία θα μπορούσε να επανεξετάσει τη γνώμη της σχετικά με τον διορισμό Ευρωπαίων εισαγγελέων. Στο πλαίσιο της έρευνας αυτής, η Επιτροπή δήλωσε ότι η διαδικασία επιλογής εμπίπτει στην αρμοδιότητα του Συμβουλίου. Το Συμβούλιο έκρινε ότι δεν μπορεί να θεωρηθεί υπεύθυνο για τις ενέργειες της επιτροπής επιλογής, δεδομένου ότι η επιτροπή είναι χωριστή και ανεξάρτητη νομική οντότητα. Είναι σαφές ότι υπάρχει κενό λογοδοσίας.
28. Στο πλαίσιο αυτό, η Διαμεσολαβήτρια εκφράζει τη λύπη της για το γεγονός ότι το Συμβούλιο απέρριψε την πρόταση της ερευνητικής της ομάδας για λύση και πρόταση βελτίωσης. Θεωρεί ότι το Συμβούλιο έχασε την ευκαιρία να ενισχύσει την εμπιστοσύνη του κοινού και τη νομιμότητα της διαδικασίας επιλογής για τις θέσεις των Ευρωπαίων εισαγγελέων.
29. Μολονότι η επιτροπή επιλογής είναι ανεξάρτητη από το Συμβούλιο, αυτό δεν αρκεί για να χαρακτηριστεί ως χωριστό όργανο βάσει του δικαίου της ΕΕ. Οι ενέργειες ή οι παραλείψεις της ίδιας της επιτροπής επιλογής δεν μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο άμεσου δικαστικού ελέγχου ή έρευνας από τον Διαμεσολαβητή. Ο Διαμεσολαβητής είναι της άποψης ότι, ακόμη και αν η επιτροπή επιλογής είναι λειτουργικά ανεξάρτητη, το Συμβούλιο, ως αρμόδια για τους διορισμούς αρχή, παραμένει το κύριο θεσμικό όργανο της ΕΕ που φέρει την τελική ευθύνη για την επιτροπή. Υπό το πρίσμα αυτό, θεωρεί ότι το Συμβούλιο θα μπορούσε να είχε λάβει μέτρα για να διασφαλίσει την αντιμετώπιση των ισχυρισμών του καταγγέλλοντος. Για παράδειγμα, το Συμβούλιο θα μπορούσε, χωρίς να θέσει υπό αμφισβήτηση την ανεξαρτησία της επιτροπής, να του ζητήσει να απαντήσει στις ανησυχίες του καταγγέλλοντος και να επανεξετάσει τη γνώμη του σχετικά με την επιλεξιμότητα της υποψηφιότητάς του.
30. Όσον αφορά την πρόταση βελτίωσης, η Διαμεσολαβήτρια θεωρεί ότι η εφαρμογή της δεν απαιτεί τροποποίηση των νομοθετικών πράξεων. Ως εκ τούτου, το Συμβούλιο θα μπορούσε να είχε δώσει συνέχεια στην πρόταση αυτή.
31. Ο κανονισμός για την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία δεν αποκλείει τη δυνατότητα θέσπισης μηχανισμού επανεξέτασης για τη διαδικασία επιλογής για τις θέσεις Ευρωπαίων εισαγγελέων. Η εκτελεστική απόφαση του Συμβουλίου σχετικά με τους κανόνες λειτουργίας της επιτροπής επιλογής, η οποία αποτελεί νομική πράξη αλλά όχι νομοθετική πράξη κατά την έννοια του δικαίου της ΕΕ [11], δεν αποκλείει ούτε αυτή τη δυνατότητα. Κατά συνέπεια, το Συμβούλιο θα μπορούσε να είχε θεσπίσει μηχανισμό επανεξέτασης χωρίς να τροποποιήσει κανέναν από τους υφιστάμενους κανόνες· για παράδειγμα, ζητώντας από την επιτροπή επιλογής να εξετάζει τις αιτήσεις επανεξέτασης που λαμβάνονται από τους υποψηφίους και να τους ενημερώνει σχετικά με τη δυνατότητα αυτή. Εάν το Συμβούλιο ενέμεινε στην άποψη ότι η εν λόγω νομική πράξη θα έπρεπε να τροποποιηθεί, θα μπορούσε να ενημερώσει την Επιτροπή η οποία θα μπορούσε να εξετάσει την ανάγκη υποβολής πρότασης.
32. Ωστόσο, δεδομένης της σαφούς απόρριψης από το Συμβούλιο της πρότασης και της πρότασης λύσης, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι δεν δικαιολογούνται περαιτέρω έρευνες για το θέμα αυτό.
Αιτιολογημένη γνώμη της ειδικής ομάδας και μη απάντηση στους ισχυρισμούς του καταγγέλλοντος
Επιχειρήματα που υποβλήθηκαν στον Διαμεσολαβητή
33. Η Επιτροπή επισήμανε ότι η επιτροπή επιλογής είναι απολύτως ανεξάρτητη και αμερόληπτη κατά την κατάρτιση «αιτιολογημένης γνώμης» σχετικά με την επιλεξιμότητα και τα προσόντα των υποψηφίων που προτείνονται από τα κράτη μέλη. Η Επιτροπή υποστήριξε ότι η απόφαση της επιτροπής να αποστείλει την αιτιολογημένη γνώμη στους υποψηφίους μετά την ολοκλήρωση της διαδικασίας επιλογής αποτελεί αυτοτελή απόφαση, η οποία δεν εμπίπτει στην αρμοδιότητα της Επιτροπής.
34. Η Επιτροπή δήλωσε ότι η διαδικασία επιλογής για τις θέσεις των Ευρωπαίων εισαγγελέων εμπίπτει στην αρμοδιότητα του Συμβουλίου και, ως εκ τούτου, δεν μπορούσε να εξετάσει τους ισχυρισμούς του καταγγέλλοντος.
35. Το Συμβούλιο δήλωσε ότι ενημερώνεται σχετικά με τον κατάλογο και την ταυτότητα των υποψηφίων μόνο όταν του κοινοποιούνται οι αιτιολογημένες γνώμες της επιτροπής επιλογής. Δεν γνώριζε ότι ένας από τους υποψηφίους αμφισβήτησε τις διαδικασίες της επιτροπής έως ότου ο Διαμεσολαβητής επικοινώνησε μαζί της. Δεν γνωρίζει τους λόγους για τους οποίους αρνήθηκε να κοινοποιήσει στον καταγγέλλοντα τους λόγους για τους οποίους η ειδική ομάδα τον έκρινε μη επιλέξιμο. Υποστηρίζει ότι ο Διαμεσολαβητής θα πρέπει να ρωτήσει απευθείας την επιτροπή σχετικά με το θέμα αυτό.
36. Το Συμβούλιο πρόσθεσε ότι η εκτελεστική απόφαση του Συμβουλίου σχετικά με τους κανόνες λειτουργίας της επιτροπής επιλογής αναφέρει ότι η επιτροπή επιλογής θα πρέπει να ενημερώνει προορατικά τους υποψηφίους για τη θέση του Ευρωπαίου Γενικού Εισαγγελέα ότι θεωρεί ότι δεν πληρούν τις απαιτήσεις επιλεξιμότητας όσον αφορά τους λόγους για τη θέση της. Ωστόσο, δεν υφίσταται παρόμοια υποχρέωση στο πλαίσιο της διαδικασίας επιλογής για τις θέσεις των Ευρωπαίων εισαγγελέων.
Η αξιολόγηση του Διαμεσολαβητή
37. Μετά την απόφαση του Συμβουλίου για τον διορισμό των 22 Ευρωπαίων εισαγγελέων [12], ο καταγγέλλων δήλωσε στον Διαμεσολαβητή ότι δεν είχε λάβει ακόμη την αιτιολογημένη γνώμη της επιτροπής επιλογής.
38. Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι οι πληροφορίες που έλαβε ο καταγγέλλων από τον πρόεδρο της επιτροπής επιλογής περιείχαν επεξήγηση του λόγου για τον οποίο δεν θεωρήθηκε επιλέξιμος για τη θέση. Ως εκ τούτου, η παρούσα επιστολή θα μπορούσε να θεωρηθεί αιτιολογημένη γνώμη. Ωστόσο, δεδομένου ότι ο πρόεδρος ενημέρωσε τον καταγγέλλοντα στην εν λόγω επιστολή ότι θα λάμβανε την αιτιολογημένη γνώμη της επιτροπής μόλις περατωνόταν η διαδικασία, είναι λυπηρό το γεγονός ότι ο καταγγέλλων δεν έλαβε την αιτιολογημένη γνώμη.
39. Όπως επισημάνθηκε προηγουμένως, η Διαμεσολαβήτρια θεωρεί ότι η επιτροπή επιλογής δεν είναι όργανο της ΕΕ, το οποίο μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο έρευνας της Διαμεσολαβήτριας. Κατά συνέπεια, δεδομένου ότι το Συμβούλιο αρνήθηκε να αναλάβει την ευθύνη για τις ενέργειες της επιτροπής, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι δεν δικαιολογούνται περαιτέρω έρευνες σχετικά με τα ζητήματα αυτά.
Συμπέρασμα
Βάσει της έρευνας, η Διαμεσολαβήτρια περατώνει την υπόθεση με το ακόλουθο συμπέρασμα:
Καμία περαιτέρω έρευνα δεν είναι δικαιολογημένη για την καταγγελία αυτή.
Ο καταγγέλλων, το Συμβούλιο και η Επιτροπή θα ενημερωθούν για την απόφαση αυτή.
Emily O'Reilly
Ευρωπαία Διαμεσολαβήτρια
Στρασβούργο, 28/4/2021
[1] Κανονισμός (ΕΕ) 2017/1939 του Συμβουλίου σχετικά με την εφαρμογή ενισχυμένης συνεργασίας για τη σύσταση της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, EUR-Lex - 32017R1939 - EL - EUR-Lex (europa.eu).
[2] Πρόσθετες πληροφορίες σχετικά με την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία διατίθενται στον ιστότοπο της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, Home | European Public Prosecutor’s Office (europa.eu).
[3] Περισσότερες πληροφορίες σχετικά με το συλλογικό όργανο της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας: https://www.consilium.europa.eu/en/infographics/college-of-the-european-public-prosecutor-s-office-eppo/.
[4] Επί του παρόντος, 22 κράτη μέλη συμμετέχουν στην Ευρωπαϊκή Εισαγγελία, μέλη | Ευρωπαϊκή Εισαγγελία (europa.eu).
[5] Κανονισμός για την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία, άρθρο 16 παράγραφος 1.
[6] Το άρθρο 14 παράγραφος 3 του κανονισμού για την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία ορίζει τα εξής: «Η επιτροπή επιλογής απαρτίζεται από δώδεκα πρόσωπα που επιλέγονται μεταξύ πρώην μελών του Δικαστηρίου και του Ελεγκτικού Συνεδρίου, πρώην εθνικών μελών της Eurojust, μελών των εθνικών ανώτατων δικαστηρίων, ανώτερων εισαγγελέων και δικηγόρων αναγνωρισμένου κύρους. Ένα από τα επιλεγέντα πρόσωπα προτείνεται από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο.»
[7] Εκτελεστική απόφαση (ΕΕ) 2018/1696 του Συμβουλίου σχετικά με τους κανόνες λειτουργίας της επιτροπής επιλογής που προβλέπεται στο άρθρο 14 παράγραφος 3 του κανονισμού (ΕΕ) 2017/1939 σχετικά με την εφαρμογή ενισχυμένης συνεργασίας για τη σύσταση της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, EUR-Lex - 32018D1696 - EL - EUR-Lex (europa.eu).
[8] Κανονισμός υπηρεσιακής κατάστασης των υπαλλήλων και καθεστώς που εφαρμόζεται στο λοιπό προσωπικό της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας και της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Ατομικής Ενέργειας, άρθρο 90 παράγραφος 2, http://eur-lex.europa.eu/legal-content/EN/TXT/?uri=CELEX%3A01962R0031-20140501
[9] Το Συμβούλιο παρέπεμψε στην αιτιολογική σκέψη 4 του εκτελεστικού κανονισμού (ΕΕ) 2018/1696 του Συμβουλίου, η οποία προβλέπει ότι «Οι κανόνες λειτουργίας της επιτροπής επιλογής θα πρέπει να διασφαλίζουν ότι η επιτροπή επιλογής διαθέτει την αναγκαία ανεξαρτησία και αμεροληψία για την εκτέλεση των εργασιών της».
[10] Η Επιτροπή είναι υπεύθυνη για τη γραμματεία της επιτροπής.
[11] https://eur-lex.europa.eu/summary/glossary/nonlegislative_acts.html.
[12] Εκτελεστική απόφαση (ΕΕ) 2020/1117 του Συμβουλίου για τον διορισμό των Ευρωπαίων Εισαγγελέων της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, EUR-Lex - 32020D1117 - EL - EUR-Lex (europa.eu).