FOR PREVIEWING & TESTING PURPOSES ONLY.
This notification will disappear once the page will be published.
This link is available for less than 30 minutes.
  • Με απλά λόγια
  • Μέγεθος κειμένου

Θέλετε να υποβάλετε αναφορά κατά ενός θεσμικού οργάνου ή οργανισμού της ΕΕ;

Τρέχουσα γλώσσα: 
  • Ελληνικά
Γλώσσα-πηγή: 
Διαθέσιμες γλώσσες : 
Η μετάφραση αυτής της σελίδας είναι προϊόν αυτόματης μετάφρασης.
Οι αυτόματες μεταφράσεις μπορεί να περιέχουν σφάλματα που δυνητικά μειώνουν τη σαφήνεια και την ακρίβεια· ο Διαμεσολαβητής δεν φέρει καμία ευθύνη για τυχόν αποκλίσεις. Για πιο αξιόπιστες πληροφορίες και μεγαλύτερη νομική ασφάλεια, ανατρέξτε στην πρωτότυπη έκδοση που αγγλικά περιέχεται στον ανωτέρω σύνδεσμο.
Για περισσότερες πληροφορίες συμβουλευτείτε τη γλωσσική και μεταφραστική πολιτική μας.

Απόφαση του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή επί της καταγγελίας 573/2000/GG κατά της Ευρωπαϊκής Επιτροπής


Στρασβούργο, 12 Δεκεμβρίου 2000

Αγαπητέ κύριε U.,
Στις 27 Απριλίου 2000, υποβάλατε, εξ ονόματος μιας γερμανικής Industrie- und Handelskammer, καταγγελία στον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή κατά της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, η οποία αφορούσε τον τρόπο με τον οποίο η Επιτροπή χειρίστηκε μια αίτηση επιχορήγησης ECIP.
Στις 19 Μαΐου 2000, διαβίβασα την καταγγελία στην Επιτροπή για να διατυπώσει τις παρατηρήσεις της.
Με επιστολή της 13ης Ιουνίου 2000, υποβάλατε περαιτέρω πληροφορίες σχετικά με την καταγγελία.
Η Επιτροπή απέστειλε τη γνώμη της σχετικά με την καταγγελία σας στις 12 Οκτωβρίου 2000. Σας διαβίβασα τη γνώμη της Επιτροπής στις 20 Οκτωβρίου 2000 με πρόσκληση να διατυπώσετε παρατηρήσεις, εφόσον το επιθυμείτε. Στις 27 Νοεμβρίου 2000, μου διαβιβάσατε τις παρατηρήσεις σας σχετικά με τη γνώμη της Επιτροπής.
Σας γράφω τώρα για να σας ενημερώσω για τα αποτελέσματα των ερευνών που έχουν γίνει.

Η ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ


Το Βιομηχανικό και Εμπορικό Επιμελητήριο (Industrie- und Handelskammer) υπέβαλε αίτηση για επιχορήγηση ECIP ("EC Investment Partners") ύψους € 48 420 για παρουσίαση στην Κίνα τον Νοέμβριο του 1998. Η αίτηση αυτή υποβλήθηκε στην Επιτροπή μέσω του εξουσιοδοτημένου εταίρου, της Investitionsbank Schleswig-Holstein, στις 8 Ιουλίου 1998.
Στις 8 Οκτωβρίου 1998, η Επιτροπή πληροφόρησε την Investitionsbank ότι η διευθύνουσα επιτροπή του ECIP είχε εξετάσει την αίτηση και ότι οι υπηρεσίες της Επιτροπής ήταν υπέρ της.
Η τελευταία παράγραφος της επιστολής της Επιτροπής έχει ως εξής:
«Οι πληροφορίες αυτές δεν προδικάζουν την επίσημη έγκριση της πρότασης από την Επιτροπή και, ως εκ τούτου, η παρούσα επιστολή δεν συνιστά δέσμευση εκ μέρους της Επιτροπής. Η επίσημη απόφαση της Επιτροπής θα σας κοινοποιηθεί σε εύθετο χρόνο, μαζί με συμβατικό έγγραφο για την υπογραφή σας, κατά περίπτωση.»
Η Επιτροπή δεν υπέγραψε ποτέ τη σύμβαση με την οποία θα είχε υποσχεθεί να παράσχει την επιχορήγηση.
Ο καταγγέλλων διατυπώνει τους ακόλουθους ισχυρισμούς:
(1) Η Επιτροπή παρέλειψε να υπογράψει τη σχετική σύμβαση
(2) Η Επιτροπή παρέλειψε να αποδεσμεύσει την επιδότηση.

Η ΕΡΩΤΗΣΗ


Η γνώμη της Επιτροπής
Στη γνώμη της, η Επιτροπή διατύπωσε τις ακόλουθες παρατηρήσεις:
Στην τελευταία παράγραφο της επιστολής της της 8ης Οκτωβρίου 1998 αναφερόταν ότι η επιστολή αυτή δεν συνιστούσε δέσμευση εκ μέρους της Επιτροπής.
Γενικά, καθ’ όλη τη διάρκεια του 1999, η Επιτροπή δεν υπέγραψε συμβάσεις για τις χρηματοδοτήσεις του ECIP που ζητήθηκαν μετά τις 31 Δεκεμβρίου 1998. Ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 213/96 του Συμβουλίου, της 29ης Ιανουαρίου 1996, ο οποίος παρείχε τη νομική βάση για τη διαχείριση από την Επιτροπή του χρηματοδοτικού μέσου ECIP, έληξε στις 31 Δεκεμβρίου 1999. Η Επιτροπή αποφάσισε να μην προτείνει στο Συμβούλιο και στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο να παρατείνουν την ισχύ του εν λόγω κανονισμού. Η απόφαση αυτή έπρεπε να ληφθεί στο πλαίσιο του συνολικού εξορθολογισμού των πολιτικών της Επιτροπής και της μεταρρύθμισης και απλούστευσης των καθηκόντων δημοσιονομικής διαχείρισης των υπηρεσιών της Επιτροπής.
Επομένως, κανένα μέτρο του ECIP δεν μπορούσε να αξιολογηθεί, να εγκριθεί ή να συναφθεί μετά τις 31 Δεκεμβρίου 1999. Αυτό ίσχυε, μεταξύ άλλων, για το αίτημα που υπέβαλε ο καταγγέλλων. Ωστόσο, η Επιτροπή είχε προτείνει ένα μέτρο που θα επέτρεπε την παρακολούθηση των δράσεων του ECIP οι οποίες, ήδη πριν από τις 31 Δεκεμβρίου 1999, αποτελούσαν αντικείμενο ειδικών συμβάσεων χρηματοδότησης που είχαν υπογραφεί.
Όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη ενημερώθηκαν σχετικά γραπτώς στις 14 Απριλίου 2000.

Στις παρατηρήσεις του, ο καταγγέλλων επισήμανε ότι, από νομική άποψη, η θέση της Επιτροπής ήταν ασφαλώς αποδεκτή. Ο καταγγέλλων τόνισε, ωστόσο, ότι ο τρόπος με τον οποίο προχώρησε η Επιτροπή προκάλεσε γενική ανησυχία. Κατόπιν πολυάριθμων καθυστερήσεων που οφείλονταν στις εσωτερικές διαδικασίες της Επιτροπής, οι προσφεύγουσες ενημερώθηκαν ότι το σχετικό πρόγραμμα είχε περατωθεί και ότι, ως εκ τούτου, οι αιτήσεις δεν μπορούσαν πλέον να διεκπεραιωθούν. Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι αυτό δεν έδωσε στους αιτούντες την αίσθηση ότι η Επιτροπή έλαβε δεόντως υπόψη τα νόμιμα συμφέροντά τους και το έργο που είχαν επενδύσει.

Η ΑΠΟΦΑΣΗ


1 Μη υπογραφή της σύμβασης
1.1 Ο καταγγέλλων, ένα γερμανικό βιομηχανικό και εμπορικό επιμελητήριο (Industrie- und Handelskammer), υπέβαλε στην Επιτροπή αίτηση για επιχορήγηση ECIP ("EC Investment Partners") ύψους € 48 420 για παρουσίαση στην Κίνα τον Νοέμβριο του 1998. Η Επιτροπή ενημέρωσε τον καταγγέλλοντα στις 8 Οκτωβρίου 1998 ότι η διευθύνουσα επιτροπή του ECIP είχε εξετάσει την αίτηση και ότι οι υπηρεσίες της Επιτροπής ήταν υπέρ της. Ωστόσο, η σύμβαση δεν υπογράφηκε από την Επιτροπή. Ο καταγγέλλων ισχυρίζεται ότι η Επιτροπή θα έπρεπε να είχε υπογράψει την εν λόγω σύμβαση.
1.2 Η Επιτροπή υπενθυμίζει ότι το τελευταίο εδάφιο του από 8 Οκτωβρίου 1998 εγγράφου της ανέφερε ότι το έγγραφο αυτό δεν συνιστούσε δέσμευση εκ μέρους της Επιτροπής.
1.3 Η Επιτροπή παρέσχε επίσης τις ακόλουθες εξηγήσεις: Γενικά, καθ’ όλη τη διάρκεια του 1999, η Επιτροπή δεν υπέγραψε συμβάσεις για τις χρηματοδοτήσεις του ECIP που ζητήθηκαν μετά τις 31 Δεκεμβρίου 1998. Ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 213/96 του Συμβουλίου, της 29ης Ιανουαρίου 1996, ο οποίος παρείχε τη νομική βάση για τη διαχείριση από την Επιτροπή του χρηματοδοτικού μέσου ECIP, έληξε στις 31 Δεκεμβρίου 1999. Η Επιτροπή αποφάσισε να μην προτείνει στο Συμβούλιο και στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο να παρατείνουν την ισχύ του εν λόγω κανονισμού. Η απόφαση αυτή έπρεπε να ληφθεί στο πλαίσιο του συνολικού εξορθολογισμού των πολιτικών της Επιτροπής και της μεταρρύθμισης και απλούστευσης των καθηκόντων δημοσιονομικής διαχείρισης των υπηρεσιών της Επιτροπής.
1.4 Ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι από την τελευταία παράγραφο του εγγράφου της 8ης Οκτωβρίου 1998 προκύπτει ότι η Επιτροπή δεν είχε νομική υποχρέωση να υπογράψει τη σχετική σύμβαση. Θεωρεί, ωστόσο, σκόπιμο να προβεί σε περαιτέρω παρατήρηση στο πλαίσιο αυτό.
1.5 Βάσει των ανωτέρω, δεν φαίνεται να υπήρξε κακοδιοίκηση εκ μέρους της Επιτροπής όσον αφορά τον πρώτο ισχυρισμό.
2 Μη αποδέσμευση της επιχορήγησης
2.1 Ο καταγγέλλων ισχυρίζεται ότι η Επιτροπή θα έπρεπε να είχε αποδεσμεύσει την επιχορήγηση.
2.2 Η Επιτροπή αρνείται εμμέσως ότι ήταν υποχρεωμένη να χορηγήσει την επιδότηση στον καταγγέλλοντα.
2.3 Ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι, δεδομένου ότι η Επιτροπή δεν ήταν υποχρεωμένη να υπογράψει τη σύμβαση, δεν μπορούσε να είναι υποχρεωμένη να αποδεσμεύσει την επιχορήγηση.
2.4 Βάσει των ανωτέρω, δεν φαίνεται να υπήρξε κακοδιοίκηση εκ μέρους της Επιτροπής όσον αφορά τον δεύτερο ισχυρισμό.
3 Συμπέρασμα
Βάσει των ερευνών του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή σχετικά με την εν λόγω καταγγελία, δεν φαίνεται να υπήρξε κακοδιοίκηση εκ μέρους της Επιτροπής.
Ο Πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής θα ενημερωθεί επίσης για την απόφαση αυτή.

ΠΕΡΑΙΤΕΡΩ ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ


Ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει ότι η αίτηση επιχορηγήσεως στην παρούσα υπόθεση υποβλήθηκε τον Ιούλιο του 1998. Ωστόσο, μόλις τον Απρίλιο του 2000 ο καταγγέλλων ενημερώθηκε ότι η αίτησή του δεν μπορούσε πλέον να εξεταστεί, δεδομένου ότι ο σχετικός κανονισμός είχε λήξει στο τέλος του 1999. Ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι θα ήταν χρήσιμο, σε μελλοντικές υποθέσεις, η Επιτροπή να μπορεί, στο πλαίσιο της χρηστής διοίκησης, να ενημερώνει τους αιτούντες σχετικά με τους λόγους τυχόν καθυστερήσεων που ενδέχεται να προκύψουν και να τους ενημερώνει το συντομότερο δυνατόν, εάν καταλήξει στο συμπέρασμα ότι οι αιτήσεις τους δεν μπορούν πλέον να εξεταστούν.
Με εκτίμηση,
Jacob SÖDERMAN
Ποια είναι η άποψή σας για αυτή την αυτόματη μετάφραση; Πείτε μας τη γνώμη σας!