Θέλετε να υποβάλετε αναφορά κατά ενός θεσμικού οργάνου ή οργανισμού της ΕΕ;
- EL Ελληνικά
Οι αυτόματες μεταφράσεις μπορεί να περιέχουν σφάλματα που δυνητικά μειώνουν τη σαφήνεια και την ακρίβεια· ο Διαμεσολαβητής δεν φέρει καμία ευθύνη για τυχόν αποκλίσεις. Για πιο αξιόπιστες πληροφορίες και μεγαλύτερη νομική ασφάλεια, ανατρέξτε στην πρωτότυπη έκδοση που αγγλικά περιέχεται στον ανωτέρω σύνδεσμο.
Για περισσότερες πληροφορίες συμβουλευτείτε τη γλωσσική και μεταφραστική πολιτική μας.
Απόφαση του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή σχετικά με την καταγγελία 545/2000/IP κατά του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου
Απόφαση
Υπόθεση 545/2000/IP - Εκκίνηση έρευνας στις Πέμπτη | 25 Μαΐου 2000 - Σύσταση σχετικά με Παρασκευή | 18 Μαΐου 2001 - Απόφαση στις Τρίτη | 30 Απριλίου 2002
Αξιότιμη κυρία B.,
Στις 12 Απριλίου 2000, υποβάλατε καταγγελία στον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή κατά του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου σχετικά με τον διορισμό σας από το Κοινοβούλιο μετά την επιτυχία σας στον διαγωνισμό EUR/C/23.
Στις 25 Μαΐου 2000, διαβίβασα την καταγγελία στο Κοινοβούλιο ζητώντας τις παρατηρήσεις του μέχρι τα τέλη Σεπτεμβρίου 2000. Στις 29 Σεπτεμβρίου 2000, το Κοινοβούλιο ζήτησε παράταση της προθεσμίας. Ο Ευρωπαίος Διαμεσολαβητής δέχθηκε το αίτημα του Κοινοβουλίου και όρισε την 31η Οκτωβρίου 2001 ως νέα προθεσμία. Το Κοινοβούλιο διαβίβασε τη γνώμη του στις 16 Νοεμβρίου 2000 και εγώ σας τη διαβίβασα στις 27 Νοεμβρίου 2000. Στις 20 Δεκεμβρίου 2000, μου διαβιβάσατε τις παρατηρήσεις σας σχετικά με τη γνώμη του Κοινοβουλίου.
Στις 18 Μαΐου 2001, απηύθυνα σχέδιο συστάσεως στο Κοινοβούλιο.
Στις 10 Οκτωβρίου 2002, απέστειλα επιστολή στο θεσμικό όργανο με την οποία επισήμανα ότι το Κοινοβούλιο δεν είχε ακόμη διατυπώσει εμπεριστατωμένη γνώμη επί του σχεδίου συστάσεως, παρά το γεγονός ότι η προθεσμία είχε λήξει στα τέλη Σεπτεμβρίου 2001. Ως εκ τούτου, ζήτησα από το Κοινοβούλιο να απαντήσει το συντομότερο δυνατόν.
Στις 5 Νοεμβρίου 2001, το Κοινοβούλιο διαβίβασε την εμπεριστατωμένη γνώμη του.
Στις 23 Ιανουαρίου 2002, διαβίβασα νέα επιστολή στον Πρόεδρο του Κοινοβουλίου, κ. Pat COX. Αντίγραφο της επιστολής αυτής εστάλη επίσης στην κ. Raquel de VICENTE, πολιτική σύμβουλο.
Έλαβα την απάντηση του Προέδρου στις 5 Απριλίου 2002. Αντίγραφο της επιστολής σας εστάλη στις 9 Απριλίου 2002.
Σας γράφω τώρα για να σας ενημερώσω για τα αποτελέσματα των ερευνών που έχουν γίνει.
Η ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ
Οι καταγγέλλοντες συμμετείχαν στον διαγωνισμό EUR/C/23 που διοργανώθηκε από κοινού από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων. Έχοντας επιτύχει στον διαγωνισμό, το όνομά της συμπεριλήφθηκε στον εφεδρικό πίνακα επιτυχόντων.
Την 1η Φεβρουαρίου 1998, ο καταγγέλλων προσελήφθη από το Κοινοβούλιο, στον βαθμό C5, κλιμάκιο 3, της σταδιοδρομίας του.
Στην καταγγελία της προς τον Διαμεσολαβητή, η καταγγέλλουσα ισχυρίστηκε ότι υπέστη διακρίσεις σε σύγκριση με άλλους υποψηφίους που είχαν συμμετάσχει στον ίδιο διαγωνισμό και οι οποίοι προσλήφθηκαν στον βαθμό C4 κλιμάκιο 3.
Η ΕΡΩΤΗΣΗ
Η καταγγελία διαβιβάστηκε στο Κοινοβούλιο για να διατυπώσει τις παρατηρήσεις του.
Η γνώμη του ΚοινοβουλίουΣτη γνώμη του σχετικά με τη διοικητική ένσταση, το Κοινοβούλιο επισήμανε ότι ο καταγγέλλων άσκησε προσφυγή κατά της απόφασης του θεσμικού οργάνου, υποβάλλοντας διοικητική ένσταση δυνάμει του άρθρου 90 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης, στις 15 Οκτωβρίου 1998. Η καταγγελία απορρίφθηκε διότι δεν υποβλήθηκε εμπρόθεσμα.
Το θεσμικό όργανο τόνισε ότι, κατά πάγια νομολογία των κοινοτικών δικαστηρίων, μόνο η παρουσία νέων ουσιωδών στοιχείων θα μπορούσε να δικαιολογήσει την υποβολή καταγγελίας βάσει του άρθρου 90 παράγραφος 2 για την επανεξέταση προηγούμενης απόφασης σχετικά με την πρόσληψη, κατά της οποίας δεν ασκήθηκε εμπροθέσμως προσφυγή. Ωστόσο, εάν η απόφαση του Δικαστηρίου με την οποία ακυρώνεται μια διοικητική πράξη θα μπορούσε να αποτελέσει νέο στοιχείο, αυτό ισχύει μόνο έναντι της à έναντι των ατόμων που επηρεάζονται άμεσα από την ακυρωθείσα πράξη. Ως εκ τούτου, η νομολογία του Μονακό (2), την οποία επικαλείται η καταγγέλλουσα, δεν μπορεί να εφαρμοστεί, δεδομένου ότι δεν συμμετείχε στον ίδιο γενικό διαγωνισμό με τον κ. Μονακό.
Επιπλέον, το θεσμικό όργανο δήλωσε ότι, σύμφωνα με την πολιτική που ακολούθησε το Κοινοβούλιο σε θέματα προσλήψεων μετά την έναρξη ισχύος των νέων εσωτερικών οδηγιών τον Μάιο του 1995, η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή μπορεί να διορίσει υπάλληλο σε βαθμό υψηλότερο από τον αρχικό βαθμό της κατηγορίας του μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις και να προσελκύσει ειδικευμένους υποψηφίους όταν πρέπει να εκτελεστούν εξαιρετικά περίπλοκα καθήκοντα.
Παρατηρήσεις του καταγγέλλοντοςΣτις παρατηρήσεις της σχετικά με τη γνώμη του Κοινοβουλίου, η καταγγέλλουσα ενέμεινε ουσιαστικά στην αρχική της καταγγελία.
ΤΟ ΣΧΕΔΙΟ ΣΥΣΤΑΣΗΣ
Με απόφαση της 18ης Μαΐου 2001, ο Διαμεσολαβητής απηύθυνε σχέδιο σύστασης στο Κοινοβούλιο σύμφωνα με το άρθρο 3 παράγραφος 6 του Καθεστώτος του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή (3). Η βάση του σχεδίου σύστασης ήταν η ακόλουθη:
1. Η διαδικασία πρόσληψης του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου1.1 Η καταγγέλλουσα πέτυχε στον διαγωνισμό EUR/C/23 που διοργανώθηκε από κοινού από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και προσλήφθηκε στον βαθμό C 5, κλιμάκιο 3. Στην καταγγελία της προς τον Διαμεσολαβητή, ισχυρίστηκε ότι υπέστη διακρίσεις σε σύγκριση με άλλους υποψηφίους που είχαν συμμετάσχει στον ίδιο διαγωνισμό και οι οποίοι προσλήφθηκαν στον βαθμό C 4, κλιμάκιο 3.
1.2 Στη γνώμη του, το Κοινοβούλιο τόνισε ότι ο καταγγέλλων προσέφυγε κατά της απόφασης του θεσμικού οργάνου υποβάλλοντας ένσταση σύμφωνα με το άρθρο 90 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης. Ωστόσο, το Κοινοβούλιο την απέρριψε, διότι δεν υποβλήθηκε εμπροθέσμως.
1.3 Μόνο η παρουσία νέων ουσιαστικών στοιχείων θα μπορούσε να δικαιολογήσει την υποβολή καταγγελίας βάσει του άρθρου 90 παράγραφος 2 για την επανεξέταση προηγούμενης απόφασης σχετικά με την πρόσληψη, κατά της οποίας δεν ασκήθηκε προσφυγή εντός της προθεσμίας. Ωστόσο, εάν η απόφαση του Δικαστηρίου με την οποία ακυρώνεται μια διοικητική πράξη θα μπορούσε να αποτελέσει νέο στοιχείο, αυτό ισχύει μόνο έναντι της à έναντι των ατόμων που επηρεάζονται άμεσα από την ακυρωθείσα πράξη. Το Κοινοβούλιο επισήμανε ότι η απόφαση του Πρωτοδικείου στην υπόθεση Μονακό, την οποία επικαλέστηκε η καταγγέλλουσα, δεν είχε εφαρμογή στην περίπτωσή της, δεδομένου ότι δεν επηρεάστηκε άμεσα από την ακυρωθείσα πράξη.
1.4 Ο Διαμεσολαβητής σημείωσε ότι το κύριο ζήτημα στην υπόθεση αυτή ήταν να καθοριστεί εάν ο καταγγέλλων είχε υποστεί διακρίσεις από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο κατά την πρόσληψή του και εάν υπήρξε κακοδιοίκηση από το Κοινοβούλιο.
1.5 Η αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων και της ίσης μεταχειρίσεως αποτελεί μία από τις θεμελιώδεις αρχές του κοινοτικού δικαίου. Σύμφωνα με πάγια νομολογία των κοινοτικών δικαστηρίων, απαιτείται να μην αντιμετωπίζονται παρόμοιες καταστάσεις με διαφορετικό τρόπο και διαφορετικές καταστάσεις να μην αντιμετωπίζονται με τον ίδιο τρόπο, εκτός εάν η αντιμετώπιση αυτή δικαιολογείται αντικειμενικά (4).
1.6 Στην απόφασή του στην υπόθεση T-92/96 (υπόθεση Μονακό), το Πρωτοδικείο έκρινε ότι οι υποψήφιοι στον ίδιο διαγωνισμό πρέπει, καταρχήν, να θεωρούνται ότι βρίσκονται σε παρόμοια κατάσταση. Επιπλέον, το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι ένα θεσμικό όργανο παραβιάζει την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως και της απαγορεύσεως των διακρίσεων όταν εφαρμόζει σε υπάλληλο που προσλαμβάνεται από διαγωνισμό τις διατάξεις των νέων εσωτερικών οδηγιών που προβλέπουν αυστηρότερη εφαρμογή του άρθρου 31, παράγραφος 2, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, ενώ άλλοι υπάλληλοι που προσλήφθηκαν από το θεσμικό όργανο από τον ίδιο διαγωνισμό πριν από την έναρξη ισχύος των νέων εσωτερικών οδηγιών κατατάχθηκαν σύμφωνα με τις προηγούμενες εσωτερικές οδηγίες.
Το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι η μόνη αναφορά σε νέους κανόνες που ενέκρινε εν τω μεταξύ το Κοινοβούλιο δεν ήταν επαρκής δικαιολογία για την πρόσληψη υποψηφίων από τον ίδιο διαγωνισμό με διαφορετικούς συμβατικούς όρους.
1.7 Ο Διαμεσολαβητής έκρινε σημαντικό να υπενθυμίσει ότι ο διαγωνισμός στον οποίο συμμετείχε ο καταγγέλλων διοργανώθηκε από κοινού από το Κοινοβούλιο και το Δικαστήριο.
Ωστόσο, μετά την απόφαση του Πρωτοδικείου στην προαναφερθείσα υπόθεση, το Δικαστήριο ανακατέταξε, με δική του πρωτοβουλία, τους δημόσιους υπαλλήλους οι οποίοι, μετά την έναρξη ισχύος των νέων εσωτερικών οδηγιών, προσλήφθηκαν υπό λιγότερο ευνοϊκούς όρους από εκείνους που ίσχυαν για τους υποψηφίους που προσλήφθηκαν βάσει των προηγούμενων εσωτερικών οδηγιών.
1.8 Ο Διαμεσολαβητής έκρινε ότι, ακόμη και αν η απόφαση του Μονακό δεν εφαρμοζόταν στον καταγγέλλοντα ως νέο στοιχείο, η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή είχε τη δυνατότητα να τροποποιήσει τους όρους πρόσληψης του καταγγέλλοντος, όπως έπραξε το Δικαστήριο.
1.9 Βάσει αυτών των εκτιμήσεων, η Διαμεσολαβήτρια κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η απόφαση του Κοινοβουλίου να προσλάβει την καταγγέλλουσα εφαρμόζοντας στην περίπτωσή της τις νέες εσωτερικές οδηγίες, όταν άλλοι υποψήφιοι που είχαν προσληφθεί από τον ίδιο εφεδρικό πίνακα είχαν καταταγεί σύμφωνα με τις προηγούμενες εσωτερικές οδηγίες, είχε ως αποτέλεσμα τη διακριτική μεταχείριση της καταγγέλλουσας. Το γεγονός ότι το θεσμικό όργανο δεν ενήργησε υπό το πρίσμα της αρχής που διατύπωσε το Πρωτοδικείο στην υπόθεση T-92/96 και η άρνησή του να επανεξετάσει την απόφασή του συνιστούσαν, ως εκ τούτου, περίπτωση κακοδιοίκησης.
Λαμβανομένης υπόψη της θέσης που ενέκρινε το Κοινοβούλιο, δεν φαίνεται δυνατό να επιτευχθεί φιλική λύση. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής έκρινε σκόπιμο να υποβάλει το ακόλουθο σχέδιο σύστασης, σύμφωνα με το άρθρο 3 παράγραφος 6 του καταστατικού του.
Το σχέδιο σύστασης έχει ως εξής:
Το Κοινοβούλιο θα πρέπει να ακολουθήσει το παράδειγμα του Δικαστηρίου και να ανακατατάξει τους καταγγέλλοντες στον βαθμό C 4 κλιμάκιο 3, με ισχύ από την ημερομηνία διορισμού τους ως δημοσίων υπαλλήλων.
Ο Διαμεσολαβητής ενημέρωσε το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ότι, σύμφωνα με το άρθρο 3 παράγραφος 6 του Καταστατικού, θα πρέπει να αποστείλει εμπεριστατωμένη γνώμη έως τις 30 Σεπτεμβρίου 2001 και ότι η εμπεριστατωμένη γνώμη θα μπορούσε να συνίσταται στην αποδοχή της σύστασης του Διαμεσολαβητή και στην περιγραφή του τρόπου εφαρμογής της.
Η εμπεριστατωμένη γνώμη του ΚοινοβουλίουΗ εμπεριστατωμένη γνώμη του Κοινοβουλίου, την οποία έλαβε ο Διαμεσολαβητής στις 7 Νοεμβρίου 2001, έχει ως εξής:
Το θεσμικό όργανο δεν είναι σε θέση να αποδεχθεί το σχέδιο σύστασής σας για τους ακόλουθους λόγους.
Πρώτον, το εν λόγω θεσμικό όργανο εξακολουθεί να θεωρεί ότι οι αιτιάσεις πρέπει να παραγράφονται λόγω απαραδέκτου. Οι καταγγελίες υποβλήθηκαν πολύ καιρό μετά την καταγγελλόμενη απόφαση. Ακόμη και αν γινόταν δεκτό ότι η απόφαση στην υπόθεση Μονακό αποτελούσε νέο πραγματικό περιστατικό 8α, πράγμα που δεν δέχθηκε το εν λόγω θεσμικό όργανο όσον αφορά την παρούσα υπόθεση, με το αιτιολογικό ότι μπορούσε να το πράξει μόνο για τα πρόσωπα που θίγονται άμεσα από την ακυρωθείσα πράξη, θα εξακολουθούσε να ισχύει ότι οι ενστάσεις υποβλήθηκαν εκτός της προθεσμίας που προβλέπεται στο άρθρο 90 του ΚΥΚ. Αυτή η πτυχή της υπόθεσης -δηλαδή το παραδεκτό της καταγγελίας- φαίνεται να αγνοείται πλήρως στο σχέδιο σύστασής σας (...).
Δεύτερον, επιβάλλεται η διαπίστωση ότι οι αποφάσεις που αφορούν την αρμόδια για τους διορισμούς αρχή ενός θεσμικού οργάνου δεν δεσμεύουν την αρμόδια για τους διορισμούς αρχή άλλης αρχής. Το Δικαστήριο και το Κοινοβούλιο αποτελούν δύο διακριτά θεσμικά όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ωστόσο, στο σχέδιο σύστασής σας δηλώσατε ότι «(...)ακόμη και αν η απόφαση του Μονακό δεν εφαρμόζεται στον καταγγέλλοντα ως νέο στοιχείο, η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή έχει τη δυνατότητα να τροποποιήσει τους όρους πρόσληψης του καταγγέλλοντος, ακολουθώντας το παράδειγμα του Δικαστηρίου. Το γεγονός ότι το Δικαστήριο προέβη σε ανακατάταξη ορισμένων καταγγελλόντων ουδόλως δημιουργεί υποχρέωση της αρμόδιας για τους διορισμούς αρχής του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου να πράξει το ίδιο. Η ευρεία διακριτική ευχέρεια της αρμόδιας για τους διορισμούς αρχής έχει αναγνωριστεί επανειλημμένα σε πολλές περιπτώσεις (...) όπου αναγνωρίστηκε το δικαίωμα ενός κοινοτικού οργάνου να θεσπίζει εσωτερικούς κανόνες για την κατάταξη στο πλαίσιο αυτό.
Για τους λόγους αυτούς, το θεσμικό όργανο δεν είναι σε θέση να αποδεχθεί το προαναφερόμενο σχέδιο σύστασης.
Συμπληρωματική επιστολή του Διαμεσολαβητή της 23ης Ιανουαρίου 2002Μετά από προσεκτική εξέταση της εμπεριστατωμένης γνώμης του Κοινοβουλίου, ο Διαμεσολαβητής έκρινε αναγκαίο να εκφράσει την άποψή του επ' αυτής και να επικεντρωθεί σε ορισμένα σημεία από τα οποία προήλθε το σχέδιο σύστασής του. Ως εκ τούτου, απηύθυνε, στις 23 Ιανουαρίου 2002, νέα επιστολή στον Πρόεδρο του Κοινοβουλίου, Pat COX.
Στην επιστολή του, ο Διαμεσολαβητής υπενθύμισε ότι το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, το οποίο είναι η ανώτατη αρχή για την έννοια και την ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου, έχει επανειλημμένα δηλώσει ότι η γενική αρχή της ισότητας αποτελεί μία από τις θεμελιώδεις αρχές του δικαίου της κοινοτικής δημόσιας διοίκησης. Το Δικαστήριο έχει αναγνωρίσει ότι οι κοινοτικές προσλήψεις πρέπει να τηρούν την αρχή της ισότητας. Η αρχή αυτή απαιτεί να μην αντιμετωπίζονται με διαφορετικό τρόπο παρόμοιες καταστάσεις και να μην αντιμετωπίζονται με τον ίδιο τρόπο διαφορετικές καταστάσεις, εκτός εάν η διαφοροποίηση αυτή δικαιολογείται αντικειμενικά.
Επιπλέον, το Πρωτοδικείο έκρινε ότι οι υποψήφιοι του ίδιου διαγωνισμού πρέπει, κατ’ αρχήν, να θεωρούνται ότι βρίσκονται σε παρόμοια κατάσταση. Κατά το Δικαστήριο, ένα θεσμικό όργανο παραβιάζει την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως και της απαγορεύσεως των διακρίσεων όταν εφαρμόζει σε υπάλληλο που έχει προσληφθεί από διαγωνισμό τις διατάξεις των νέων εσωτερικών οδηγιών που προβλέπουν αυστηρότερη εφαρμογή του άρθρου 31, παράγραφος 2, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, ενώ άλλοι υπάλληλοι που είχαν προσληφθεί από το θεσμικό όργανο πριν από την έναρξη ισχύος των νέων εσωτερικών οδηγιών είχαν καταταγεί σύμφωνα με τις προηγούμενες εσωτερικές οδηγίες. Το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι η μόνη αναφορά σε νέους κανόνες που ενέκρινε εν τω μεταξύ το Κοινοβούλιο δεν ήταν επαρκής δικαιολογία για την πρόσληψη υποψηφίων από τον ίδιο διαγωνισμό με διαφορετικούς συμβατικούς όρους.
Ο Διαμεσολαβητής επισήμανε ότι φαίνεται ότι αυτό συνέβη στον καταγγέλλοντα στην παρούσα υπόθεση.
Ο Διαμεσολαβητής έκρινε ότι το Κοινοβούλιο εξακολουθούσε, ωστόσο, να έχει τη δυνατότητα να διορθώσει αυτή την περίπτωση εμφανούς διάκρισης και να λάβει μέτρα για να διορθώσει μια αδικία. Ως εκ τούτου, ζητεί από το θεσμικό όργανο να επανεξετάσει τη θέση του υπό το πρίσμα της αρχής της ισότητας και της απαγόρευσης των διακρίσεων και να εξετάσει το σχέδιο σύστασης του Διαμεσολαβητή.
Η συμπληρωματική απάντηση του ΚοινοβουλίουΣτις 5 Απριλίου 2002, ο Διαμεσολαβητής έλαβε τη συμπληρωματική απάντηση του Κοινοβουλίου. Το Κοινοβούλιο τόνισε ότι η γραμματεία του επανεξέτασε λεπτομερώς τις υποθέσεις τις οποίες αφορά το σχέδιο σύστασης και αποφάσισε, παρά την επιφύλαξη νομικού και διοικητικού χαρακτήρα, να συμμορφωθεί με το αίτημα του Διαμεσολαβητή.
Το Κοινοβούλιο δεσμεύτηκε να επανεξετάσει την κατάσταση του καταγγέλλοντος βάσει των κανόνων που ίσχυαν πριν από τις αλλαγές που εισήχθησαν το 1995.
Αντίγραφο της απάντησης του Κοινοβουλίου απεστάλη στον καταγγέλλοντα στις 9 Απριλίου 2002. Κατά τη διάρκεια τηλεφωνικής συνομιλίας με την υπηρεσία του Διαμεσολαβητή στις 8 Απριλίου 2002, η καταγγέλλουσα ενημερώθηκε για το περιεχόμενο της προαναφερθείσας επιστολής και εξέφρασε την ικανοποίησή της για το αποτέλεσμα της έρευνας.
Η ΑΠΟΦΑΣΗ
Στις 18 Μαΐου 2001, ο Διαμεσολαβητής απηύθυνε στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο το ακόλουθο σχέδιο σύστασης:
«Το Κοινοβούλιο θα πρέπει να ακολουθήσει το παράδειγμα του Δικαστηρίου και να ανακατατάξει τους καταγγέλλοντες στον βαθμό C 4 κλιμάκιο 3, με ισχύ από την ημερομηνία διορισμού τους ως δημοσίων υπαλλήλων».
Στις 5 Απριλίου 2002, το Κοινοβούλιο ενημέρωσε τον Διαμεσολαβητή ότι δεχόταν να συμμορφωθεί με το σχέδιο σύστασης και εξήγησε ότι η κατάσταση του καταγγέλλοντος επρόκειτο να αναθεωρηθεί.
Ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι το Κοινοβούλιο έχει αποδεχθεί το σχέδιο σύστασής του και, ως εκ τούτου, αποφασίζει να θέσει την υπόθεση στο αρχείο.
Ο Πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου θα ενημερωθεί για την απόφαση αυτή.
Με εκτίμηση,
Jacob SÖDERMAN
(1) Αντιμετώπιση από κοινού με την καταγγελία 547/2000/IP
(2) Απόφαση του Πρωτοδικείου (τέταρτο τμήμα) της 9ης Ιουλίου 1997, Roberto Monaco κατά Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου. Υπόθεση T-92/96. ECR - SC [1997] σελίδα IA-0195· II-0573
(3) Απόφαση 94/262 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, της 9ης Μαρτίου 1994, σχετικά με τους κανονισμούς και τους γενικούς όρους άσκησης των καθηκόντων του Διαμεσολαβητή (ΕΕ 1994, L 113, σ. 15).
(4) Υπόθεση 203/86 Ισπανία κατά Συμβουλίου [1988] Συλλογή 4563, σκέψη 25, και υπόθεση C-15/95 EARL de Kerlast [1997] Συλλογή I-1961, σκέψη 35 - Υπόθεση C-150/94 Ηνωμένο Βασίλειο κατά Συμβουλίου [1998] Συλλογή I - 7235, σκέψη 97.