Θέλετε να υποβάλετε αναφορά κατά ενός θεσμικού οργάνου ή οργανισμού της ΕΕ;
- EL Ελληνικά
Οι αυτόματες μεταφράσεις μπορεί να περιέχουν σφάλματα που δυνητικά μειώνουν τη σαφήνεια και την ακρίβεια· ο Διαμεσολαβητής δεν φέρει καμία ευθύνη για τυχόν αποκλίσεις. Για πιο αξιόπιστες πληροφορίες και μεγαλύτερη νομική ασφάλεια, ανατρέξτε στην πρωτότυπη έκδοση που αγγλικά περιέχεται στον ανωτέρω σύνδεσμο.
Για περισσότερες πληροφορίες συμβουλευτείτε τη γλωσσική και μεταφραστική πολιτική μας.
Απόφαση του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή με την οποία περατώνεται η έρευνά του σχετικά με την καταγγελία 2635/2010/(MB)TN κατά της Ευρωπαϊκής Επιτροπής
Απόφαση
Υπόθεση 2635/2010/TN - Εκκίνηση έρευνας στις Δευτέρα | 31 Ιανουαρίου 2011 - Απόφαση στις Παρασκευή | 07 Σεπτεμβρίου 2012 - Εμπλεκόμενο θεσμικό όργανο Ευρωπαϊκή Επιτροπή ( Διευθέτηση από το όργανο )
Η καταγγελία αφορά την εικαζόμενη παράλειψη της Ευρωπαϊκής Επιτροπής να κοινοποιήσει στον καταγγέλλοντα τη διαπίστωσή της ότι παραβίασε τον κώδικα δεοντολογίας των αποστολών εκλογικών παρατηρητών της ΕΕ.
Αφού υπηρέτησε ως παρατηρητής εκλογών της ΕΕ, ο καταγγέλλων ενημερώθηκε από τρίτα μέρη ότι η Επιτροπή τον είχε διαπιστώσει ότι είχε παραβιάσει τον κώδικα δεοντολογίας για τους εν λόγω παρατηρητές. Ο ενδιαφερόμενος εξέφρασε την ανησυχία του για το γεγονός ότι η απόφαση αυτή δεν του είχε κοινοποιηθεί και ότι θα επηρέαζε τις πιθανότητές του να επιλεγεί για μελλοντικές αποστολές εκλογικών παρατηρητών της ΕΕ.
Ο Διαμεσολαβητής εντόπισε ορισμένα προβλήματα στη διαδικασία που εφαρμόζει η Επιτροπή. Δεν είναι πλήρως πεπεισμένος ότι τα δικαιώματα του καταγγέλλοντος, όπως κατοχυρώνονται από τον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, καθώς και από τον Ευρωπαϊκό Κώδικα Ορθής Διοικητικής Συμπεριφοράς, έχουν γίνει σεβαστά. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής υπέβαλε πρόταση για φιλική λύση, προτείνοντας μέτρα που θα μπορούσε να λάβει η Επιτροπή για να διορθώσει τα πράγματα, όσον αφορά i) την προσωπική κατάσταση του καταγγέλλοντος και ii) τη γενική διαδικασία που ακολουθήθηκε.
Όσον αφορά την προσωπική κατάσταση του καταγγέλλοντος, η Επιτροπή διευθέτησε την υπόθεση παρέχοντας διαβεβαιώσεις ότι ο καταγγέλλων παραμένει πλήρως επιλέξιμος υποψήφιος για μελλοντικές αποστολές εκλογικών παρατηρητών της ΕΕ.
Όσον αφορά τις γενικές διαδικασίες της για τη διαπίστωση παραβίασης του κώδικα δεοντολογίας για τους παρατηρητές της ΕΕ, η απάντηση της Επιτροπής ανέφερε ότι εφαρμόζει ήδη την πρόταση της Διαμεσολαβήτριας για τη διενέργεια επανεξέτασης. Ο Διαμεσολαβητής εξέφρασε την ικανοποίησή του για την επανεξέταση και διατύπωσε ορισμένες προτάσεις σχετικά με αυτήν.
Το ιστορικό της καταγγελίας
1. Η καταγγελία αφορά εικαζόμενη παράλειψη της Ευρωπαϊκής Επιτροπής να κοινοποιήσει στον καταγγέλλοντα απόφαση με την οποία διαπιστώνεται ότι παραβίασε τον κώδικα δεοντολογίας των αποστολών εκλογικών παρατηρητών της ΕΕ (εφεξής «κώδικας δεοντολογίας»).
2. Ο καταγγέλλων συμμετείχε σε αποστολή εκλογικών παρατηρητών της ΕΕ («ΑΠΕ της ΕΕ») το 2010. Μετά την αποστολή, ο καταγγέλλων έλαβε ικανοποιητική έκθεση από τους επόπτες του.
3. Τον Οκτώβριο του 2010, ο καταγγέλλων πληροφορήθηκε ότι όλοι οι παρατηρητές που είχαν συμμετάσχει σε αποστολές εκλογικών παρατηρητών το 2010 είχαν προσκληθεί σε ειδικό φόρουμ που θα διεξαγόταν στις Βρυξέλλες τον Δεκέμβριο του 2010. Το φόρουμ διοργανώθηκε για λογαριασμό της Ευρωπαϊκής Επιτροπής από μια ιδιωτική εταιρεία, την Transtec. Ο καταγγέλλων υπέβαλε αίτηση συμμετοχής στο φόρουμ. Η Transtec απέρριψε την αίτησή του και τον ενημέρωσε ότι «[η] Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει θεσπίσει τα ακόλουθα ακριβή κριτήρια για την εγγραφή του ως συμμετέχοντος: - συμμετοχή σε αποστολή το 2010· - αποκλεισμός όλων των παρατηρητών που «δεν έχουν προταθεί» ή αποτελούν αντικείμενο παραβίασης του κώδικα δεοντολογίας ή των σχετικών όρων εντολής.»
4. Στη συνέχεια, ο καταγγέλλων ζήτησε από την Transtec και την Επιτροπή να τον ενημερώσουν για τον συγκεκριμένο λόγο του αποκλεισμού του από το φόρουμ. Δεν έλαβε καμία απάντηση από την Transtec ή από την Επιτροπή.
Επί του αντικειμένου της έρευνας
5. Στην καταγγελία του προς τον Διαμεσολαβητή, ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι η Επιτροπή:
(1) δεν του γνωστοποίησε απόφαση με την οποία διαπιστώθηκε ότι είχε παραβιάσει τον κώδικα δεοντολογίας των αποστολών εκλογικών παρατηρητών της ΕΕ·
2) δεν σεβάστηκε το δικαίωμά του να ακουστεί,
(3) να ενημερώσει εσφαλμένα τρίτους για την απόφαση·
(4) τον απέκλεισε εσφαλμένα από μελλοντικές αποστολές εκλογικών παρατηρητών της ΕΕ· και
(5) δεν ανταποκρίθηκε στα αιτήματά του για πληροφορίες.
6. Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι η Επιτροπή θα πρέπει:
1) να τον ενημερώσει για κάθε απόφαση σχετικά με τη συμμόρφωσή του με τον κώδικα δεοντολογίας των αποστολών εκλογικών παρατηρητών της ΕΕ· και
2) Επιτρέψτε του να αμφισβητήσει την απόφαση αυτή.
Η έρευνα
7. Ο Διαμεσολαβητής ζήτησε από την Επιτροπή να υποβάλει γνώμη σχετικά με την καταγγελία έως τις 30 Απριλίου 2011. Αφού έλαβε παράταση της προθεσμίας, η Επιτροπή υπέβαλε τη γνώμη της στις 7 Ιουλίου 2011. Η γνώμη διαβιβάστηκε στον καταγγέλλοντα, ο οποίος υπέβαλε τις παρατηρήσεις του στις 21 Ιουλίου 2011. Στις 25 Οκτωβρίου 2011, ο Διαμεσολαβητής υπέβαλε πρόταση φιλικής λύσης στην Επιτροπή, ζητώντας της να απαντήσει έως τις 31 Δεκεμβρίου 2011. Στη συνέχεια, ο Διαμεσολαβητής παρέτεινε την προθεσμία της Επιτροπής έως τις 31 Ιανουαρίου 2012. Η Επιτροπή απάντησε μόλις την 1η Ιουνίου 2012. Η απάντηση αυτή διαβιβάστηκε στον καταγγέλλοντα με πρόσκληση να υποβάλει παρατηρήσεις. Ο καταγγέλλων υπέβαλε τις παρατηρήσεις του στις 25 Ιουλίου 2012.
Ανάλυση και συμπεράσματα του Διαμεσολαβητή
Α. Η εικαζόμενη (i) παράλειψη κοινοποίησης της διαπίστωσης παραβίασης του Κώδικα Δεοντολογίας· ii) μη σεβασμός του δικαιώματος ακρόασης· iii) αδικοπραγία κατά την ενημέρωση τρίτων· και iv) παρατυπία όσον αφορά τον αποκλεισμό του καταγγέλλοντος από μελλοντικές αποστολές εκλογικών παρατηρητών της ΕΕ
Επιχειρήματα που υποβλήθηκαν στον Διαμεσολαβητή
8. Ο καταγγέλλων δήλωσε ότι, κατά τη διάρκεια της αποστολής παρακολούθησης των εκλογών του 2010, εξέφρασε την άποψη ότι υπήρξαν σοβαρές παραβιάσεις της δημοκρατικής διαδικασίας και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Ο καταγγέλλων υπέβαλε τις απόψεις του στη βασική ομάδα των αποστολών εκλογικής παρατήρησης της ΕΕ. Όταν επέστρεψε στην πατρίδα του, έγραψε μια επιστολή σε μια εθνική εφημερίδα σχετικά με το θέμα, για δημοσίευση.
9. Ο ενδιαφερόμενος δήλωσε ότι ορισμένοι από τους συναδέλφους του στις αποστολές εκλογικής παρατήρησης της ΕΕ τον ενημέρωσαν στη συνέχεια ότι οι υπάλληλοι της ΕΕ και τα μέλη της βασικής ομάδας των αποστολών εκλογικής παρατήρησης της ΕΕ τού είχαν ενημερώσει ότι είχε αποκλειστεί από το φόρουμ λόγω παραβίασης του κώδικα δεοντολογίας των αποστολών εκλογικής παρατήρησης της ΕΕ. Δηλώνει ότι ένας από τους παρατηρητές συναδέλφους του ενημερώθηκε επίσης από αξιωματούχους της ΕΕ ότι η παραβίαση του κώδικα δεοντολογίας σημαίνει ότι θα αποκλειστεί από μελλοντικές αποστολές εκλογικών παρατηρητών της ΕΕ. Ο καταγγέλλων έκρινε απαράδεκτο το γεγονός ότι οι συνάδελφοί του ενημερώθηκαν σχετικά, ενώ ο ίδιος δεν είχε ενημερωθεί ποτέ. Δήλωσε ότι αν η αιτία του θέματος ήταν η δημοσίευση της επιστολής του στον Τύπο, το θέμα του είχε κοινοποιηθεί με περιττή καθυστέρηση έξι μηνών.
10. Στη γνωμοδότησή της προς τη Διαμεσολαβήτρια, η Επιτροπή ανέφερε ότι μια ομάδα αποστολής εκλογικών παρατηρητών της ΕΕ αποτελείται από έναν επικεφαλής παρατηρητή (ο οποίος είναι υπεύθυνος για την αποστολή), βασικούς εμπειρογνώμονες και μακροπρόθεσμους και βραχυπρόθεσμους παρατηρητές. Ο επικεφαλής παρατηρητής είναι συνήθως βουλευτής του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου. Οι βασικοί εμπειρογνώμονες επιλέγονται απευθείας από τις υπηρεσίες της Επιτροπής κατόπιν διαδικασίας υποβολής προσφορών για σύμβαση παροχής υπηρεσιών. Οι παρατηρητές επιλέγονται από την Επιτροπή, μετά από προεπιλογή από τα κράτη μέλη.
11. Η Επιτροπή καλεί τα κράτη μέλη, μέσω των «κεντρικών σημείων» τους, να κινήσουν τη διαδικασία επιλογής παρατηρητών υποβάλλοντας εθνικές αιτήσεις εντός συγκεκριμένης προθεσμίας. Στη συνέχεια, όλοι οι υποψήφιοι πρέπει να εγγραφούν σε βάση δεδομένων την οποία διαχειρίζεται η Επιτροπή. Στη συνέχεια, τα κράτη μέλη αναλαμβάνουν την ευθύνη για την προεπιλογή των εθνικών υποψηφίων με τα περισσότερα προσόντα. Τέλος, η επιτροπή επιλογής, η οποία απαρτίζεται από υπαλλήλους της Επιτροπής από διάφορες υπηρεσίες, αξιολογεί τους προεπιλεγέντες υποψηφίους. Η Επιτροπή τηρεί επίσημα αρχεία των εν λόγω επιλογών. Όλοι οι παρατηρητές της ΕΕ αξιολογούνται στο τέλος της αποστολής από τα ηγετικά μέλη της ομάδας αποστολής. Η αξιολόγηση περιλαμβάνεται στον φάκελο του παρατηρητή στη βάση δεδομένων της ΕΕ.
12. Η Επιτροπή συνάπτει επίσης συμβάσεις με εταιρείες για την παροχή διοικητικής και υλικοτεχνικής υποστήριξης στην αποστολή. Ο καταγγέλλων, ο οποίος είχε επιλεγεί ως παρατηρητής, υπέγραψε σύμβαση ως μακροπρόθεσμος παρατηρητής για την εν λόγω αποστολή με την εταιρεία που είχε συμβληθεί με την Επιτροπή. Το μέρος 3.2 του παραρτήματος 1 της σύμβασης περιείχε τον κώδικα δεοντολογίας, ο οποίος ανέφερε, μεταξύ άλλων, ότι «οι παρατηρητές θα απέχουν από την υποβολή προσωπικών ... σχολίων σχετικά με τις παρατηρήσεις τους στα μέσα ενημέρωσης».
13. Σύμφωνα με την Επιτροπή, η επιστολή που δημοσιεύθηκε στον Τύπο αναφερόταν στην ειδική εμπειρία του καταγγέλλοντος ως παρατηρητή εκλογών της ΕΕ κατά τη διάρκεια της αποστολής της ΕΕ το 2010. Αντίγραφο του άρθρου της εφημερίδας εστάλη στην Επιτροπή από το Εθνικό Εστιακό Σημείο την ημέρα της δημοσίευσής του. Το εθνικό εστιακό σημείο ζήτησε από την Επιτροπή να διατυπώσει τις απόψεις της επ’ αυτού. Η Επιτροπή ενημέρωσε το εθνικό εστιακό σημείο ότι, κατά την άποψή της, οι εν λόγω δημόσιες δηλώσεις ήταν αντίθετες προς τον κώδικα δεοντολογίας (σύμφωνα με τον οποίο οι παρατηρητές της ΕΕ πρέπει να απέχουν από προσωπικές παρατηρήσεις σχετικά με τις παρατηρήσεις τους στα μέσα ενημέρωσης). Η Επιτροπή δήλωσε ότι συμφώνησε με το εθνικό σημείο επαφής ότι το σημείο επαφής θα δώσει συνέχεια στο περιστατικό με τον καταγγέλλοντα. Σύμφωνα με την Επιτροπή, αυτό αντιστοιχεί στη διοικητική πρακτική σύμφωνα με την οποία τα εθνικά εστιακά σημεία είναι υπεύθυνα για την επικοινωνία με τους υποψηφίους παρατηρητές. Η Επιτροπή επισήμανε ότι οι εστιακοί πόλοι ενημερώνουν τους υποψηφίους παρατηρητές, για παράδειγμα, σχετικά με το αν έχουν επιλεγεί ή εγγραφεί σε εφεδρικό πίνακα προσλήψεων ή ότι δεν έχουν επιλεγεί.
14. Η Επιτροπή δήλωσε ότι δεν έλαβε καμία διοικητική απόφαση που να θίγει τα συμφέροντα του καταγγέλλοντος.
15. Όσον αφορά την επιλογή της Επιτροπής σχετικά με το ποιος θα πρέπει να προσκληθεί στο φόρουμ παρατηρητών της ΕΕ, μια διάσκεψη που αποσκοπεί στην ανάπτυξη της πολιτικής της ΕΕ για την παρακολούθηση των εκλογών, η Επιτροπή δήλωσε ότι είναι ελεύθερη να επιλέξει τα ενδιαφερόμενα μέρη που επιθυμεί να συμβουλευτεί για ένα συγκεκριμένο θέμα. Ο καταγγέλλων δεν επελέγη μεταξύ των παρατηρητών της ΕΕ που κλήθηκαν να συμμετάσχουν στο φόρουμ, διότι η Επιτροπή έκρινε ότι, λόγω του περιστατικού σχετικά με τη δημοσίευση στην εφημερίδα, ο καταγγέλλων δεν πληρούσε ένα κριτήριο εγγραφής ως συμμετέχων. Το κριτήριο αυτό ήταν ότι οι συμμετέχοντες δεν θα πρέπει να αποτελούν αντικείμενο αρνητικής σύστασης μετά από αποστολή παρατήρησης της ΕΕ, υπενθύμιση του κώδικα δεοντολογίας ή εν εξελίξει καταγγελία. Η επιλογή αυτή αφορούσε μόνο τη συμμετοχή στη συγκεκριμένη διάσκεψη και δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι συνιστά διοικητική απόφαση που θίγει τα συμφέροντα του καταγγέλλοντος, η οποία θα παρείχε διαδικαστικές εγγυήσεις, συμπεριλαμβανομένου του δικαιώματος ενημέρωσης και του δικαιώματος ακρόασης.
16. Η Επιτροπή ισχυρίστηκε επίσης ότι δεν έχει αποκλείσει τον καταγγέλλοντα από καμία αποστολή εκλογικών παρατηρητών της ΕΕ. Ο ενδιαφερόμενος έχει συμμετάσχει σε αρκετές αποστολές εκλογικών παρατηρητών της ΕΕ και όλες οι αξιολογήσεις των ανωτέρων του ήταν ικανοποιητικές. Κατά συνέπεια, δεν έχουν καταχωριστεί αρνητικές συστάσεις για τις μελλοντικές δραστηριότητές του ως παρατηρητή. Όσον αφορά την εθνική φάση προεπιλογής, η Επιτροπή δεν μπορεί να προβλέψει ποιο θα είναι το καθεστώς του καταγγέλλοντος στο εθνικό σύστημα καταγραφής παρατηρητών. Κάθε απόφαση σχετικά με τη συμπερίληψη του καταγγέλλοντος στους προεπιλεγέντες εθνικούς υποψηφίους εμπίπτει στην αρμοδιότητα του εθνικού εστιακού σημείου.
17. Η Επιτροπή δεν γνωρίζει ότι η απόφαση να μην προσκληθεί ο καταγγέλλων στο φόρουμ παρατηρητών της ΕΕ κοινοποιήθηκε σε τρίτους. Ο καταγγέλλων δεν υπέβαλε συγκεκριμένα αποδεικτικά στοιχεία προς επίρρωση του ισχυρισμού αυτού.
18. Απαντώντας στη γνώμη της Επιτροπής, ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι είχε καθήκον να ενεργεί ως πολίτης της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η κύρια ανησυχία του ήταν ότι τα ζητήματα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και της δημοκρατίας έπρεπε να τεθούν υπόψη του λαού της πατρίδας του. Δήλωσε ότι θα ήταν λάθος να παραμείνει σιωπηλός σε θέματα τέτοιας σημασίας. Πρόσθεσε ότι ήταν λάθος της Επιτροπής να επιχειρήσει να επιβάλει περιορισμούς σε πρώην παρατηρητές της ΕΕ, αφού δεν δεσμεύονται πλέον από τη σύμβαση με την οποία συμμετέχουν ως παρατηρητές στην αποστολή εκλογικής παρατήρησης της ΕΕ. Δήλωσε ότι όταν έγραψε στον Τύπο, το συμβόλαιό του είχε λήξει. Εάν οι περιορισμοί των σχολίων στα μέσα ενημέρωσης από παρατηρητές της ΕΕ προορίζονταν να εξακολουθήσουν να ισχύουν, είτε μόνιμα είτε για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα μετά τη λήξη της σύμβασης, τότε αυτό θα έπρεπε να αναφέρεται σαφώς στη σύμβαση ή στον κώδικα δεοντολογίας. Η δήλωση της Επιτροπής, στη γνωμοδότησή της προς τη Διαμεσολαβήτρια, ότι οι παρατηρητές της ΕΕ «δεν πρέπει να αναφέρονται σε αποστολή παρατηρητών της ΕΕ και οι παρατηρήσεις κατά τη διάρκεια της αποστολής τους» όταν εκφράζονται δημοσίως δεν περιλαμβάνεται πουθενά στον κώδικα δεοντολογίας. Ακόμη και αν είχε συμπεριληφθεί στον κώδικα δεοντολογίας, η διατύπωση «κατά τη διάρκεια της αποστολής τους» συνεπάγεται ότι οποιοσδήποτε τέτοιος περιορισμός θα ίσχυε μόνο μέχρι τη λήξη της σύμβασης του παρατηρητή της ΕΕ.
19. Ο καταγγέλλων επισήμανε ότι τα λεγόμενα κριτήρια εγγραφής ως συμμετέχοντος στο φόρουμ παρατηρητών της ΕΕ δεν διατυπώθηκαν με τον ίδιο τρόπο στο ηλεκτρονικό μήνυμα που έλαβε από τον διοργανωτή του φόρουμ και στη γνώμη της Επιτροπής προς τον Διαμεσολαβητή. Σε κάθε περίπτωση, δεν ενημερώθηκε ποτέ ότι αποτέλεσε αντικείμενο «αρνητικής σύστασης»,«υπενθύμισης του Κώδικα Δεοντολογίας» ή «υπό εξέλιξη καταγγελίας». Επιπλέον, το ηλεκτρονικό μήνυμα σχετικά με το επικείμενο φόρουμ παρατηρητών της ΕΕ διαβιβάστηκε στον καταγγέλλοντα από δημόσιο υπάλληλο που εκπροσωπούσε το εθνικό εστιακό σημείο του. Είναι σαφές ότι το πρόσωπο αυτό δεν θα είχε αποστείλει στον καταγγέλλοντα το ηλεκτρονικό μήνυμα εάν γνώριζε ότι ο καταγγέλλων ήταν ένας από τους «μη συνιστώμενους» παρατηρητές ή ανήκε σε κάποια άλλη «αποκλειόμενη» κατηγορία.
20. Κατά την άποψη του καταγγέλλοντος, η Επιτροπή είναι πράγματι ελεύθερη να επιλέξει τα ενδιαφερόμενα μέρη με τα οποία επιθυμεί να προβεί σε διαβουλεύσεις. Ενημερώθηκε, ωστόσο, ότι, εκτός από αυτόν, όλοι οι άλλοι παρατηρητές που συμμετείχαν στην αποστολή εκλογικής παρατήρησης της ΕΕ το 2010, με εξαίρεση εκείνους που είχαν επισήμως αξιολογηθεί ως «μη κατάλληλοι» για περαιτέρω αποστολές εκλογικής παρατήρησης της ΕΕ από τη βασική ομάδα της αποστολής, προσκλήθηκαν στο φόρουμ.
21. Ο καταγγέλλων θεώρησε σαφές ότι η Επιτροπή εξέδωσε διοικητική απόφαση που θίγει τα συμφέροντά του, δεδομένου ότι αποφάσισε ότι παραβίαζε τον κώδικα δεοντολογίας: Στη γνωμοδότησή της προς τον Διαμεσολαβητή, η Επιτροπή δήλωσε ρητά ότι «η Επιτροπή έκρινε ότι, λόγω του περιστατικού σχετικά με τη δημοσίευση στην εφημερίδα [...], ο καταγγέλλων δεν πληρούσε το τρίτο κριτήριο».
Η προκαταρκτική αξιολόγηση του Διαμεσολαβητή που οδήγησε σε πρόταση φιλικής λύσης
22. Στις παρατηρήσεις του, ο καταγγέλλων ισχυρίζεται ότι ο κώδικας δεοντολογίας εφαρμόζεται μόνο κατά τη διάρκεια αποστολής παρατήρησης (σημείο 18). Ο Διαμεσολαβητής δεν μπορεί να δεχθεί το επιχείρημα αυτό. Πρώτον, επισημαίνει ότι ο ίδιος ο κώδικας συμπεριφοράς δεν περιέχει κανέναν ρητό περιορισμό ως προς τη διαχρονική εφαρμογή του. Δεύτερον, ορισμένοι από τους κανόνες του κώδικα δεοντολογίας είναι διατυπωμένοι κατά τρόπο ώστε να εφαρμόζονται σαφώς ακόμη και μετά τη λήξη της αποστολής παρατηρητών της ΕΕ [1]. Τέλος, η εξέταση του σκοπού του κώδικα δεοντολογίας οδηγεί στο συμπέρασμα ότι εφαρμόζεται στη συμπεριφορά των παρατηρητών της ΕΕ μετά τη λήξη μιας αποστολής, στον βαθμό που η συμπεριφορά αυτή ενδέχεται να επηρεάσει αρνητικά την ολοκληρωμένη αποστολή ή τις μελλοντικές αποστολές.
23. Μολονότι είναι επομένως σαφές ότι ο κώδικας δεοντολογίας εφαρμόζεται στις δραστηριότητες των παρατηρητών της ΕΕ μετά τη λήξη μιας αποστολής, είναι σημαντικό η εφαρμογή των εν λόγω κανόνων να σέβεται το δικαίωμα χρηστής διοίκησης, όπως ορίζεται στο άρθρο 41 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης [2]. Το δικαίωμα αυτό περιλαμβάνει ρητώς το δικαίωμα ακροάσεως πριν από τη λήψη οποιουδήποτε ατομικού μέτρου εις βάρος ενός προσώπου, καθώς και την υποχρέωση της διοικήσεως να αιτιολογεί τις αποφάσεις της. Το δικαίωμα χρηστής διοίκησης αναπτύσσεται περαιτέρω στον ευρωπαϊκό κώδικα ορθής διοικητικής συμπεριφοράς [3]. Το άρθρο 16 του εν λόγω κώδικα («Δικαίωμα ακρόασης και διατύπωσης δηλώσεων») ορίζει ότι, στις περιπτώσεις που εμπλέκονται τα δικαιώματα ή τα συμφέροντα ιδιωτών, ο υπάλληλος εξασφαλίζει ότι, σε κάθε στάδιο της διαδικασίας λήψης απόφασης, γίνονται σεβαστά τα δικαιώματα υπεράσπισης και ότι κάθε μέλος του κοινού έχει το δικαίωμα, σε περιπτώσεις που πρέπει να ληφθεί απόφαση που θίγει τα δικαιώματα ή τα συμφέροντά του, να υποβάλει γραπτές παρατηρήσεις και, όταν χρειάζεται, να υποβάλει προφορικές παρατηρήσεις πριν από τη λήψη της απόφασης. Το άρθρο 20 («Κοινοποίηση της απόφασης») ορίζει ότι οι αποφάσεις που θίγουν τα δικαιώματα ή τα συμφέροντα μεμονωμένων προσώπων κοινοποιούνται γραπτώς και ότι οι αποφάσεις αυτές δεν κοινοποιούνται σε άλλες πηγές έως ότου ενημερωθούν τα ενδιαφερόμενα πρόσωπα.
24. Η Επιτροπή υποστήριξε ότι το συμπέρασμά της ότι ο καταγγέλλων είχε παραβιάσει τον κώδικα δεοντολογίας δεν ήταν «διοικητική απόφαση» που θίγει τα συμφέροντα του καταγγέλλοντος, διότι αφορούσε μόνο τη συμμετοχή του στο φόρουμ παρατηρητών της ΕΕ. Κατά την άποψη της Επιτροπής, η διαπίστωσή της δεν έπρεπε, συνεπώς, να κοινοποιηθεί στον καταγγέλλοντα.
25. Ο Διαμεσολαβητής έκρινε ότι η διαπίστωση της Επιτροπής ότι ο καταγγέλλων είχε παραβιάσει τον κώδικα δεοντολογίας, ο οποίος κοινοποιήθηκε στην Transtec ώστε η τελευταία να μην καλέσει τον καταγγέλλοντα στο φόρουμ παρατηρητών της ΕΕ, ήταν πράγματι «απόφαση» υπό την έννοια «ατομικού μέτρου» που θίγει τα συμφέροντα του καταγγέλλοντος [4]. Η απόφαση αυτή είχε ως αποτέλεσμα να μην προσκληθεί ο καταγγέλλων στο φόρουμ παρατηρητών της ΕΕ, εκδήλωση στην οποία ο καταγγέλλων είχε ζητήσει ρητά να συμμετάσχει.
26. Η Διαμεσολαβήτρια έκρινε επίσης μη πειστικό το επιχείρημα της Επιτροπής ότι η διαπίστωσή της αφορούσε μόνο τη συμμετοχή του καταγγέλλοντος στο φόρουμ παρατηρητών της ΕΕ, όταν ο ίδιος ο σκοπός του φόρουμ ήταν η καλύτερη προετοιμασία των παρατηρητών για μελλοντικές αποστολές, επιτρέποντας την ανταλλαγή πρακτικών και εμπειριών. Η Διαμεσολαβήτρια διαπίστωσε επίσης ότι, ακόμη και αν η Επιτροπή δεν απέκλεισε ρητά τον καταγγέλλοντα από μελλοντικές αποστολές εκλογικών παρατηρητών της ΕΕ, είναι εύλογο να θεωρηθεί ότι, κοινοποιώντας επίσης το πόρισμά της στις εθνικές αρχές, οι οποίες προεπιλέγουν τους εθνικούς υποψηφίους με τα περισσότερα προσόντα για τη θέση των παρατηρητών της ΕΕ, οι πιθανότητες του καταγγέλλοντος να επιλεγεί για μελλοντικές αποστολές εκλογικών παρατηρητών της ΕΕ επηρεάστηκαν από τη θέση που έλαβε η Επιτροπή.
27. Η Επιτροπή δεν έδωσε στον καταγγέλλοντα τη δυνατότητα να υποβάλει παρατηρήσεις προτού λάβει την απόφαση ότι παραβίασε τον κώδικα δεοντολογίας. Ως εκ τούτου, παρέβη το άρθρο 16 του ευρωπαϊκού κώδικα ορθής διοικητικής συμπεριφοράς και το άρθρο 41, παράγραφος 2, στοιχείο α ́, του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
28. Όσον αφορά την κοινοποίηση της απόφασής της στον καταγγέλλοντα, η Επιτροπή ανέθεσε στις εθνικές αρχές το καθήκον να του κοινοποιήσουν τη διαπίστωση της Επιτροπής. Μολονότι δεν είναι, κατ’ αρχήν, ακατάλληλο να αναθέσει η Επιτροπή στις εθνικές αρχές ένα τέτοιο καθήκον, η Επιτροπή θα έπρεπε να διασφαλίσει ότι η απόφασή της κοινοποιήθηκε πράγματι στον καταγγέλλοντα (ζητώντας, για παράδειγμα, αντίγραφο της κοινοποίησης στον καταγγέλλοντα). Ωστόσο, η Επιτροπή δεν διασφάλισε ότι τα πορίσματά της κοινοποιήθηκαν στον καταγγέλλοντα από τις εθνικές αρχές. Η Επιτροπή, επειδή δεν διασφάλισε την ορθή κοινοποίηση της απόφασής της στον καταγγέλλοντα, παρέβη το άρθρο 20 παράγραφος 1 του ευρωπαϊκού κώδικα ορθής διοικητικής συμπεριφοράς.
29. Ο Διαμεσολαβητής επισήμανε ότι ο καταγγέλλων υποστήριξε επίσης ότι οι συνάδελφοί του παρατηρητές είχαν λάβει γνώση της εικαζόμενης παραβίασης του κώδικα δεοντολογίας και του εικαζόμενου αποκλεισμού του από μελλοντικές αποστολές εκλογικών παρατηρητών της ΕΕ προτού λάβει γνώση αυτών. Ο Διαμεσολαβητής επισήμανε ότι ο καταγγέλλων δεν προσκόμισε αποδεικτικά στοιχεία προς στήριξη του επιχειρήματός του σχετικά με το θέμα αυτό. Ο Διαμεσολαβητής σημείωσε επίσης ότι, μολονότι είναι αλήθεια ότι εάν η Επιτροπή είχε κοινοποιήσει τις πληροφορίες αυτές στους συναδέλφους του παρατηρητές, αυτό θα συνιστούσε οπωσδήποτε κακοδιοίκηση, γεγονός παραμένει ότι όχι μόνο η Επιτροπή, αλλά και οι εθνικές αρχές ήταν ενήμερες για τη διαπίστωση παραβίασης του κώδικα δεοντολογίας κατά τον κρίσιμο χρόνο. Ως εκ τούτου, ελλείψει συγκεκριμένων αποδεικτικών στοιχείων σχετικά με το θέμα αυτό, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι οι πληροφορίες, εάν κοινοποιηθούν στα εν λόγω τρίτα μέρη, προέρχονται αναγκαστικά από την Επιτροπή [5].
30. Ωστόσο, η Διαμεσολαβήτρια επισήμανε ότι η Επιτροπή κοινοποίησε το πόρισμα σε τουλάχιστον ένα τρίτο μέρος προτού ενημερωθεί σχετικά ο καταγγέλλων, και συγκεκριμένα στον εξωτερικό διοργανωτή του φόρουμ παρατηρητών της ΕΕ. Αυτό συνιστά παράβαση του άρθρου 20 παράγραφος 2 του Ευρωπαϊκού Κώδικα Ορθής Διοικητικής Συμπεριφοράς.
Η πρόταση φιλικής λύσης
31. Βάσει των ανωτέρω εκτιμήσεων, ο Διαμεσολαβητής υπέβαλε την ακόλουθη πρόταση για φιλική λύση:
Λαμβάνοντας υπόψη την ανάλυση και τα πορίσματα της Διαμεσολαβήτριας, η Επιτροπή θα μπορούσε να επανεξετάσει τις διαδικασίες της για τη διαπίστωση παραβίασης του κώδικα δεοντολογίας των αποστολών εκλογικών παρατηρητών της ΕΕ, συμπεριλαμβανομένων των διαδικασιών κοινοποίησης της εν λόγω απόφασης και παροχής της δυνατότητας ακρόασης του ενδιαφερόμενου προσώπου.
Όσον αφορά την παρούσα υπόθεση, η Επιτροπή θα μπορούσε να επιτρέψει στον καταγγέλλοντα να παρουσιάσει τα επιχειρήματά του που αντιτίθενται στη διαπίστωση παραβίασης του κώδικα δεοντολογίας για τις αποστολές εκλογικών παρατηρητών της ΕΕ και θα μπορούσε να διασφαλίσει ότι τα επιχειρήματα αυτά αντιμετωπίζονται δεόντως.
Τα επιχειρήματα που παρουσιάστηκαν στον Διαμεσολαβητή μετά την πρόταση φιλικής λύσης
32. Στην απάντησή της στην πρόταση φιλικής λύσης της Διαμεσολαβήτριας, η Επιτροπή υποστήριξε ότι ο καταγγέλλων δεν έχει υποστεί κυρώσεις και ότι η υποψηφιότητά του θα ληφθεί υπόψη για μελλοντικές αποστολές εκλογικών παρατηρητών της ΕΕ. Σύμφωνα με την Επιτροπή, το ιστορικό αξιολόγησης του καταγγέλλοντος στον κατάλογο των αποστολών εκλογικών παρατηρητών της ΕΕ συνιστάται ως «μακροπρόθεσμος παρατηρητής (LTO) για μελλοντικές αποστολές».
33. Κατά την άποψη της Επιτροπής, ο καταγγέλλων παρουσίασε πλήρως τα επιχειρήματά του επί του θέματος με επιστολή της 6ης Δεκεμβρίου 2010. Η Επιτροπή ενημέρωσε απευθείας τον καταγγέλλοντα για τη θέση της με ηλεκτρονικό μήνυμα της 21ης Μαρτίου 2012, στο οποίο ανέφερε ότι «για την Υπηρεσία Μέσων Εξωτερικής Πολιτικής της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, η οποία είναι αρμόδια για την επιλογή παρατηρητών για τις ΑΠΕ της ΕΕ, παραμένετε πλήρως επιλέξιμος υποψήφιος για μελλοντικές ΑΠΕ της ΕΕ. Στο πλαίσιο αυτό, παρακαλούμε να σημειώσετε ότι για τις θέσεις Βραχυπρόθεσμων και Μακροπρόθεσμων Παρατηρητών, πρέπει να προεπιλεγείτε από το εθνικό εστιακό σημείο σας." Σύμφωνα με την Επιτροπή, ο καταγγέλλων επιβεβαίωσε την παραλαβή της παρούσας ανακοίνωσης μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου στο οποίο ευχαρίστησε την Επιτροπή.
34. Η Επιτροπή δήλωσε επίσης ότι επί του παρόντος επανεξετάζει διάφορες διαδικασίες σχετικά με τις αποστολές εκλογικών παρατηρητών της ΕΕ, συμπεριλαμβανομένης της αναθεώρησης του κώδικα δεοντολογίας και της διαδικασίας αξιολόγησης των παρατηρητών.
35. Στις παρατηρήσεις του σχετικά με την απάντηση της Επιτροπής, ο καταγγέλλων δήλωσε ότι συμφωνεί σε μεγάλο βαθμό με την απάντηση της Επιτροπής στην πρόταση φιλικής λύσης και το ηλεκτρονικό της μήνυμα της 21ης Μαρτίου 2012. Ο καταγγέλλων ευχαρίστησε τον Διαμεσολαβητή για τις προσπάθειές του.
36. Όσον αφορά το ζήτημα της «σύστασής του ως μακροπρόθεσμου παρατηρητή (LTO) για μελλοντικές αποστολές», ο καταγγέλλων δήλωσε ότι επικοινώνησε με το εθνικό εστιακό σημείο του, το οποίο είναι αρμόδιο για τη σύσταση εκλογικών παρατηρητών για τις αποστολές εκλογικών παρατηρητών της ΕΕ από τη χώρα του. Το σημείο επαφής τον ενημέρωσε ότι, λόγω των πρόσφατων οικονομικών περιορισμών, σε συνδυασμό με μεγάλο αριθμό εθελοντών στον κατάλογο των παρατηρητών, είναι πιθανό να περάσει αρκετός χρόνος προτού τον συστήσει για άλλη αποστολή. Δεδομένου ότι είναι της άποψης ότι έχει αποκλειστεί από την εξέταση των αποστολών εκλογικών παρατηρητών της ΕΕ από τον Ιούλιο του 2010, ο καταγγέλλων επιθυμεί, ως εκ τούτου, να ζητήσει από την Επιτροπή να του προσφέρει μία αποστολή ως μακροπρόθεσμος παρατηρητής κάθε χρόνο, σε περίπτωση που δεν τον συστήσει το εθνικό εστιακό σημείο.
37. Ο καταγγέλλων διατύπωσε επίσης ορισμένες συστάσεις προς την Επιτροπή όσον αφορά την επανεξέταση των διαδικασιών της σχετικά με τις αποστολές εκλογικών παρατηρητών της ΕΕ.
Η αξιολόγηση του Διαμεσολαβητή μετά την πρόταση φιλικής λύσης
38. Η Διαμεσολαβήτρια επισημαίνει ότι ο καταγγέλλων παραμένει πλήρως επιλέξιμος υποψήφιος για μελλοντικές αποστολές εκλογικών παρατηρητών της ΕΕ. Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει επίσης ότι, λαμβανομένης υπόψη της απάντησης της Επιτροπής στην πρόταση φιλικής λύσης, ο καταγγέλλων δεν φαίνεται να επιθυμεί πλέον να συνεχίσει το ζήτημα του τρόπου με τον οποίο η Επιτροπή χειρίστηκε αυτή την πτυχή της υπόθεσης. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής διαπιστώνει ότι, κατ’ ουσίαν, η Επιτροπή διευθέτησε αυτή την πτυχή της παρούσας υπόθεσης.
39. Όσον αφορά το αίτημα του καταγγέλλοντος να του προσφέρει η Επιτροπή μία αποστολή ως μακροχρόνιος παρατηρητής κάθε χρόνο, παρά το γεγονός ότι το εθνικό εστιακό σημείο ενδέχεται να μην τον προεπιλέγει για αποστολές κάθε χρόνο (δεδομένων των οικονομικών περιορισμών και του μεγάλου αριθμού εθελοντών που αναφέρονται ανωτέρω), ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι το αίτημα αυτό δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της προτεινόμενης φιλικής λύσης. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής δεν θα δώσει συνέχεια στην πρόταση του καταγγέλλοντος.
40. Όσον αφορά τις διαδικασίες της Επιτροπής για τη διαπίστωση παραβίασης του κώδικα δεοντολογίας, η Διαμεσολαβήτρια εκφράζει την ικανοποίησή της για την επανεξέταση που διενεργεί επί του παρόντος η Επιτροπή. Στην ουσία, η επανεξέταση εφαρμόζει το σχετικό μέρος της πρότασης φιλικής λύσης.
41. Η Διαμεσολαβήτρια θεωρεί ότι θα ήταν χρήσιμο να λάβει υπόψη η Επιτροπή, κατά την αναθεώρηση του κώδικα δεοντολογίας και της διαδικασίας αξιολόγησης των παρατηρητών, το άρθρο 41 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, καθώς και τα άρθρα 16 και 20 του Ευρωπαϊκού Κώδικα Ορθής Διοικητικής Συμπεριφοράς. Ο Διαμεσολαβητής θα προβεί σε περαιτέρω παρατήρηση σχετικά με το θέμα αυτό.
Β. Επί της προβαλλομένης παραλείψεως απαντήσεως στο αίτημα παροχής πληροφοριών
Η αξιολόγηση του Διαμεσολαβητή
42. Δεδομένης της συγγνώμης και των εξηγήσεων που παρέσχε η Επιτροπή στη γνώμη της προς τον Διαμεσολαβητή, δεν δικαιολογούνται περαιτέρω έρευνες όσον αφορά αυτή την πτυχή της καταγγελίας.
Γ. Οι ισχυρισμοί
43. Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι η Επιτροπή θα πρέπει (1) να τον ενημερώνει για κάθε απόφαση σχετικά με τη συμμόρφωσή του με τον κώδικα δεοντολογίας των αποστολών εκλογικών παρατηρητών της ΕΕ· και 2) να του επιτρέψει να προσβάλει την απόφαση αυτή.
Η αξιολόγηση του Διαμεσολαβητή
44. Δεδομένου ότι η Επιτροπή διευθέτησε, κατ’ ουσίαν, αυτή την πτυχή της υπόθεσης, δεν συντρέχουν λόγοι για περαιτέρω εξέταση των αιτημάτων.
Δ. Συμπεράσματα
Με βάση την έρευνά του σχετικά με την εν λόγω καταγγελία, ο Διαμεσολαβητής την περατώνει με τα ακόλουθα συμπεράσματα:
Η Επιτροπή διευθέτησε την υπόθεση όσον αφορά την προσωπική κατάσταση του καταγγέλλοντος.
Η Επιτροπή εφαρμόζει την προτεινόμενη φιλική λύση του Διαμεσολαβητή όσον αφορά τη γενική διαδικασία για τη διαπίστωση παραβίασης του κώδικα δεοντολογίας.
Δεν δικαιολογούνται περαιτέρω έρευνες όσον αφορά την αίτηση παροχής πληροφοριών.
Ο καταγγέλλων και η Επιτροπή θα ενημερωθούν για την απόφαση αυτή.
Περαιτέρω παρατήρηση
Η Επιτροπή θα μπορούσε να λάβει υπόψη, κατά την επανεξέταση του κώδικα δεοντολογίας και της διαδικασίας αξιολόγησης των παρατηρητών, το άρθρο 41 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, καθώς και τα άρθρα 16 και 20 του ευρωπαϊκού κώδικα ορθής διοικητικής συμπεριφοράς.
Π. Νικηφόρος Διαμαντούρος
Στρασβούργο, 7 Σεπτεμβρίου 2012
[1] Ο κώδικας δεοντολογίας περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, τις ακόλουθες κατευθυντήριες γραμμές: «Οι παρατηρητές τηρούν αυστηρή αμεροληψία κατά την άσκηση των καθηκόντων τους και δεν εκφράζουν σε καμία περίπτωση μεροληψία ή προτίμηση σε σχέση με τις εθνικές αρχές, τα κόμματα, τους υποψηφίους ή σε σχέση με τυχόν αμφισβητούμενα ζητήματα κατά την εκλογική διαδικασία· ... Οι παρατηρητές δεν υποβάλλουν προσωπικά ή πρόωρα σχόλια σχετικά με τις παρατηρήσεις τους στα μέσα ενημέρωσης ή σε άλλα ενδιαφερόμενα πρόσωπα, αλλά θα πρέπει να παρέχουν, μέσω διορισμένου αξιωματικού συνδέσμου ή εκπροσώπου Τύπου, γενικές πληροφορίες σχετικά με τη φύση των δραστηριοτήτων τους ως παρατηρητών»(η υπογράμμιση του Διαμεσολαβητή).
[2] Διατίθεται στη διεύθυνση: http://eur-lex.europa.eu/LexUriServ/LexUriServ.do?uri=OJ:C:2010:083:0389:0403:en:PDF
[3] Διατίθεται στη διεύθυνση: http://www.ombudsman.europa.eu/resources/code.faces
[4] Το ζήτημα αν πρόκειται για «απόφαση» υπό την έννοια ότι θα μπορούσε να προσβληθεί από τον καταγγέλλοντα στο πλαίσιο διαδικασίας ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου δεν τίθεται στο πλαίσιο διαδικασίας ενώπιον του Διαμεσολαβητή.
[5] Βλ. απόφαση του Διαμεσολαβητή στην υπόθεση 1342/2007/FOR, παράγραφος 67, διαθέσιμη στη διεύθυνση: http://www.ombudsman.europa.eu/cases/decision.faces/en/3972/html.bookmark