Θέλετε να υποβάλετε αναφορά κατά ενός θεσμικού οργάνου ή οργανισμού της ΕΕ;
- EL Ελληνικά
Οι αυτόματες μεταφράσεις μπορεί να περιέχουν σφάλματα που δυνητικά μειώνουν τη σαφήνεια και την ακρίβεια· ο Διαμεσολαβητής δεν φέρει καμία ευθύνη για τυχόν αποκλίσεις. Για πιο αξιόπιστες πληροφορίες και μεγαλύτερη νομική ασφάλεια, ανατρέξτε στην πρωτότυπη έκδοση που αγγλικά περιέχεται στον ανωτέρω σύνδεσμο.
Για περισσότερες πληροφορίες συμβουλευτείτε τη γλωσσική και μεταφραστική πολιτική μας.
Απόφαση του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή με την οποία περατώνεται η έρευνά του σχετικά με την καταγγελία 1017/2010/(VL)MMN κατά του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου
Απόφαση
Υπόθεση 1017/2010/MMN - Εκκίνηση έρευνας στις Παρασκευή | 04 Ιουνίου 2010 - Απόφαση στις Δευτέρα | 23 Ιουλίου 2012 - Εμπλεκόμενο θεσμικό όργανο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ( Mη διαπίστωση κακοδιοίκησης )
Το ιστορικό της καταγγελίας
1. Η παρούσα υπόθεση αφορά διαδικασία πρόσληψης που διεξήγαγε το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο («Κοινοβούλιο») για τη δημιουργία Σπιτιού της Ευρωπαϊκής Ιστορίας στις Βρυξέλλες.
2. Στις 15 και 18 Μαρτίου 2010, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο απέστειλε στις Μόνιμες Αντιπροσωπείες των κρατών μελών της ΕΕ και στο Δίκτυο Ευρωπαϊκών Οργανισμών Μουσείων («NEMO») πρόσκληση εκδήλωσης ενδιαφέροντος για την πρόσληψη έκτακτων και συμβασιούχων υπαλλήλων για το Σπίτι της Ευρωπαϊκής Ιστορίας. Για το έργο αυτό, το Κοινοβούλιο επιδίωξε να προσλάβει έκτακτο υπάλληλο για την πλήρωση της θέσης του διευθυντή του Σπιτιού της Ευρωπαϊκής Ιστορίας (θέση AD 12) και 13 συμβασιούχους υπαλλήλους για την εκπλήρωση επικουρικών καθηκόντων. Η προθεσμία υποβολής αιτήσεων έληξε στις 23 Απριλίου 2010.
3. Ο καταγγέλλων, υπάλληλος ελληνικού μουσείου, έλαβε γνώση της πρόσκλησης εκδήλωσης ενδιαφέροντος στις 25 Απριλίου 2010. Την ίδια ημερομηνία υπέβαλε την αίτησή της για μία από τις θέσεις συμβασιούχου υπαλλήλου. Ωστόσο, το Κοινοβούλιο αρνήθηκε να εξετάσει την αίτησή της, δεδομένου ότι είχε υποβληθεί μετά τη λήξη της προθεσμίας.
4. Στις 29 Απριλίου 2010, ο καταγγέλλων υπέβαλε την παρούσα καταγγελία στον Διαμεσολαβητή. Παρείχε συμπληρωματικές πληροφορίες στις 30 Απριλίου, στις 3 Μαΐου και στις 6 Μαΐου 2010.
5. Στις 14 Ιουνίου 2010, το Κοινοβούλιο ενημέρωσε τον καταγγέλλοντα ότι αποφάσισε να παρατείνει την προθεσμία υποβολής υποψηφιοτήτων για τη θέση AD 12 έως τις 9 Ιουλίου 2010. Ωστόσο, η παράταση αυτή δεν αφορούσε τις 13 θέσεις συμβασιούχων υπαλλήλων.
Επί του αντικειμένου της έρευνας
6. Με επιστολές της 4ης Ιουνίου και της 7ης Ιουλίου 2010, ο Διαμεσολαβητής κίνησε έρευνα σχετικά με τους ακόλουθους ισχυρισμούς και ισχυρισμούς:
Ισχυρισμοί:
(1) Το Κοινοβούλιο δεν εξασφάλισε επαρκή δημοσιότητα για τις κενές θέσεις για το Σπίτι της Ευρωπαϊκής Ιστορίας.
(2) Το χρονικό διάστημα μεταξύ της δημοσίευσης των κενών θέσεων και της προθεσμίας υποβολής των αιτήσεων ήταν πολύ σύντομο.
(3) Το Κοινοβούλιο δεν προσδιόρισε την απαιτούμενη επαγγελματική πείρα για τη θέση AD 12.
(4) Το Κοινοβούλιο δεν διευκρίνισε i) αν την ευθύνη για την εξέταση των αιτήσεων επί της ουσίας φέρει αποκλειστικά η εξεταστική επιτροπή ή αν η εξεταστική επιτροπή θα αξιολογήσει μόνο τους προεπιλεγέντες από το Κοινοβούλιο υποψηφίους και ii) δεν εξήγησε τις μεθόδους που θα χρησιμοποιηθούν για την αξιολόγηση των υποψηφίων, όπως οι συνεντεύξεις ή οι γραπτές δοκιμασίες.
(5) Η διαδικασία επιλογής του Κοινοβουλίου δεν ήταν σύμφωνη με τις διαδικασίες για τις οποίες είχε δεσμευτεί δημοσίως i) δεδομένου ότι δεν διεξήχθη από την Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Επιλογής Προσωπικού («EPSO») και ii) δεδομένου ότι η κενή θέση για τη θέση AD 12 δεν δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα.
(6) Το Κοινοβούλιο παρέλειψε να συμπεριλάβει την πρόσκληση εκδήλωσης ενδιαφέροντος και/ή τις σχετικές περιγραφές καθηκόντων, τις απαιτήσεις σχετικά με τα προσόντα και την πείρα στην ημερήσια διάταξη του διοικητικού συμβουλίου του Σπιτιού της Ευρωπαϊκής Ιστορίας.
Αίτημα:
Το Κοινοβούλιο θα πρέπει να ακυρώσει τη διαδικασία πρόσληψης και να την αναδημοσιεύσει σύμφωνα με το καθεστώς που εφαρμόζεται στο λοιπό προσωπικό και τον κώδικα ορθής διοικητικής συμπεριφοράς.
7. Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε επίσης ότι η διαδικασία πρόσληψης ήταν αντίθετη με πρόταση της Επιτροπής Νομικών Θεμάτων για ψήφισμα του Κοινοβουλίου. Ωστόσο, δεδομένου ότι η ολομέλεια του Κοινοβουλίου δεν είχε ακόμη εξετάσει την πρόταση αυτή σε αυτό το στάδιο, ο Διαμεσολαβητής αποφάσισε να μην συμπεριλάβει αυτόν τον ισχυρισμό στην έρευνά του, διότι το Κοινοβούλιο δεν μπορούσε να δεσμευθεί από πρόταση της εν λόγω επιτροπής.
Η έρευνα
8. Το Κοινοβούλιο γνωμοδότησε στις 21 Σεπτεμβρίου 2010. Στις 4 Νοεμβρίου 2010, ο Διαμεσολαβητής ζήτησε από το Κοινοβούλιο να παράσχει περαιτέρω πληροφορίες, οι οποίες παρασχέθηκαν στις 3 Φεβρουαρίου 2011. Η γνώμη του Κοινοβουλίου και η απάντησή του στο αίτημα για περαιτέρω πληροφορίες διαβιβάστηκαν στην καταγγέλλουσα για τις παρατηρήσεις της, οι οποίες υποβλήθηκαν στις 16 Φεβρουαρίου 2011.
9. Στις 6 Σεπτεμβρίου 2011, οι υπηρεσίες του Διαμεσολαβητή επιθεώρησαν τον φάκελο του Κοινοβουλίου. Αντίγραφο της έκθεσης επιθεώρησης εστάλη στην καταγγέλλουσα για να υποβάλει τις παρατηρήσεις της. Ωστόσο, ο καταγγέλλων δεν υπέβαλε παρατηρήσεις σχετικά με την έκθεση επιθεώρησης.
Ανάλυση και συμπεράσματα του Διαμεσολαβητή
Προκαταρκτικές παρατηρήσεις
10. Ως προκαταρκτικό ζήτημα, το Κοινοβούλιο εξέφρασε αμφιβολίες σχετικά με την «ενεργητική νομιμοποίηση» της καταγγέλλουσας να υποβάλει την παρούσα καταγγελία στον Διαμεσολαβητή, διότι οι περισσότεροι από τους ισχυρισμούς της αφορούσαν την έκτακτη θέση AD 12. Το Κοινοβούλιο σημείωσε ότι ο καταγγέλλων θα μπορούσε να είχε υποβάλει αίτηση για τη θέση αυτή, αλλά αποφάσισε να μην το πράξει. Αντιθέτως, ο καταγγέλλων υπέβαλε αίτηση και ενδιαφερόταν για τις θέσεις συμβασιούχου υπαλλήλου. Για τον λόγο αυτό, το Κοινοβούλιο φάνηκε να αμφισβητεί το παραδεκτό της καταγγελίας της όσον αφορά τη θέση AD 12.
11. Ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει ότι ούτε η Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης («ΣΛΕΕ») ούτε το καταστατικό του Διαμεσολαβητή ορίζουν ως προϋπόθεση για το παραδεκτό των καταγγελιών ότι ο καταγγέλλων πρέπει να θίγεται άμεσα από την περίπτωση εικαζόμενης κακοδιοίκησης. Για τον λόγο αυτό, σύμφωνα με την καθιερωμένη πρακτική του Διαμεσολαβητή, δεν είναι απαραίτητο οι καταγγέλλοντες να αποδείξουν ότι έχουν άμεσο συμφέρον προκειμένου να έχουν το δικαίωμα να υποβάλουν καταγγελία στον Διαμεσολαβητή.[1] Ως εκ τούτου, ανεξάρτητα από το αν η καταγγέλλουσα είχε άμεσο συμφέρον στη θέση AD 12 και αν την αφορούσε άμεσα η εικαζόμενη κακοδιοίκηση, είχε το δικαίωμα να υποβάλει καταγγελία σχετικά με το θέμα αυτό στον Διαμεσολαβητή.
Α. Ισχυρισμός περί ανεπαρκούς δημοσιότητας των κενών θέσεων για το Σπίτι της Ευρωπαϊκής Ιστορίας
Επιχειρήματα που υποβλήθηκαν στον Διαμεσολαβητή
12. Στην καταγγελία της, η καταγγέλλουσα ισχυρίστηκε ότι η ανεπαρκής δημοσιότητα που δόθηκε στις κενές θέσεις για το Σπίτι της Ευρωπαϊκής Ιστορίας την εμπόδισε να τις λάβει υπόψη πριν από τη λήξη της προθεσμίας υποβολής αιτήσεων. Ο καταγγέλλων θεώρησε ότι η χρήση του ΝΕΜΟ και των μόνιμων αντιπροσωπειών των κρατών μελών της ΕΕ για τη διασφάλιση της δημοσιότητας ήταν ανεπαρκής. Ειδικότερα, ο καταγγέλλων ανέφερε ότι ο ΝΕΜΟ δεν ήταν δίκτυο μουσείων, αλλά δίκτυο ενώσεων εθνικών μουσείων. Ως εκ τούτου, κατά την άποψη του καταγγέλλοντος, τα μέλη του NEMO (δηλαδή οι ενώσεις εθνικών μουσείων) έπρεπε να δημοσιοποιήσουν τις κενές θέσεις ενημερώνοντας τα μέλη τους (δηλαδή τα εθνικά μουσεία). Σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, αυτό οδήγησε σε ανεπαρκή δημοσιότητα στην Ελλάδα, δεδομένου ότι δεν υπάρχει ένωση εθνικών μουσείων στην Ελλάδα. Αντιθέτως, άλλες χώρες ευνοήθηκαν (για παράδειγμα, ο καταγγέλλων επισήμανε ότι η Ένωση Γερμανικών Μουσείων ήταν άμεσος αποδέκτης της επιστολής που απευθυνόταν στον NEMO).
13. Επιπλέον, ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι οι κενές θέσεις θα έπρεπε να είχαν δημοσιευθεί στην Επίσημη Εφημερίδα της ΕΕ και/ή στον ιστότοπο της EPSO.
14. Το Κοινοβούλιο υποστήριξε ότι ούτε ο κανονισμός υπηρεσιακής κατάστασης, ούτε το καθεστώς που εφαρμόζεται στο λοιπό προσωπικό («ΚΛΠ»), ούτε οι εσωτερικοί κανόνες του Κοινοβουλίου που διέπουν την πρόσληψη υπαλλήλων περιέχουν ειδικές διατάξεις σχετικά με τη δημοσίευση θέσεων έκτακτων ή συμβασιούχων υπαλλήλων. Ως εκ τούτου, το Κοινοβούλιο ανέφερε ότι δεν υποχρεούται να δημοσιεύει τέτοιες κενές θέσεις στην Επίσημη Εφημερίδα της ΕΕ. Επιπλέον, έκρινε ότι δεν υποχρεούται να ζητήσει τη συνδρομή της EPSO.
15. Το Κοινοβούλιο σημειώνει ότι διαθέτει ευρύ περιθώριο διακριτικής ευχέρειας όσον αφορά την επιλογή των μέσων που θεωρεί καταλληλότερα για τη δημοσιοποίηση των κενών θέσεων. Προσέθεσε ότι, λαμβανομένων υπόψη των πολύ συγκεκριμένων προφίλ που ζητήθηκαν, αποφάσισε να μην ζητήσει τη συνδρομή της EPSO και, αντ’ αυτού, αποφάσισε να χρησιμοποιήσει τις μόνιμες αντιπροσωπείες και τον NEMO για τη δημοσιοποίηση των κενών θέσεων στα αρμόδια εθνικά θεσμικά όργανα και οργανισμούς. Κατά την άποψη του Κοινοβουλίου, το γεγονός ότι ένας σημαντικός αριθμός ατόμων (συμπεριλαμβανομένων ιδίως Ελλήνων πολιτών) υπέβαλαν αίτηση για τις κενές θέσεις υποδηλώνει ότι η δημοσιότητα δεν ήταν ανεπαρκής.
16. Όσον αφορά τη χρήση των ίδιων μέσων δημοσιότητας (δηλαδή του NEMO και των Μόνιμων Αντιπροσωπειών) όταν αποφάσισε να παρατείνει την προθεσμία υποβολής υποψηφιοτήτων στη θέση AD 12, το Κοινοβούλιο πρότεινε η χρήση των εν λόγω διαύλων να αποδειχθεί κατάλληλη για την εξεύρεση κατάλληλων υποψηφίων για τις 13 θέσεις συμβασιούχων υπαλλήλων. Υπό το πρίσμα αυτό, το Κοινοβούλιο έκρινε ότι δεν είχε λόγο να χρησιμοποιήσει άλλα μέσα δημοσιότητας.
17. Ως εκ τούτου, το Κοινοβούλιο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι εξασφάλισε επαρκή δημοσιότητα για τις κενές θέσεις για το Σπίτι της Ευρωπαϊκής Ιστορίας.
18. Στις παρατηρήσεις της, η καταγγέλλουσα επέμεινε ότι δεν δόθηκε επαρκής δημοσιότητα στις κενές θέσεις.
Η αξιολόγηση του Διαμεσολαβητή
19. Ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει ότι, σύμφωνα με πάγια νομολογία, τα θεσμικά όργανα της ΕΕ διαθέτουν ευρεία διακριτική ευχέρεια όσον αφορά την οργάνωση και τη διεξαγωγή των διαδικασιών πρόσληψης.[2] Ως εκ τούτου, ο έλεγχος που ασκείται από τα δικαστήρια της ΕΕ και από τον Διαμεσολαβητή πρέπει να περιορίζεται στη διαπίστωση του κατά πόσον το οικείο θεσμικό όργανο ενήργησε εντός εύλογων ορίων και δεν άσκησε τη διακριτική του ευχέρεια κατά προδήλως εσφαλμένο τρόπο [3].
20. Κατά την άποψη του Διαμεσολαβητή, το ευρύ περιθώριο διακριτικής ευχέρειας του Κοινοβουλίου του παρέχει, μεταξύ άλλων, το δικαίωμα να καθορίζει τα μέσα που κρίνει καταλληλότερα για τη δημοσιοποίηση των κενών θέσεων έκτακτων και συμβασιούχων υπαλλήλων. Το συμπέρασμα αυτό απορρέει από το γεγονός ότι ούτε το ΚΛΠ ούτε οι εσωτερικοί κανόνες του Κοινοβουλίου επιβάλλουν τη χρήση συγκεκριμένων μέσων δημοσιότητας, όπως η δημοσίευση στην Επίσημη Εφημερίδα, στον ιστότοπο του Κοινοβουλίου ή μέσω της EPSO.
21. Στην παρούσα υπόθεση, το Κοινοβούλιο αποφάσισε να ενημερώσει τους πιθανούς υποψηφίους αποστέλλοντας τις σχετικές πληροφορίες στον ΝΕΜΟ και στις μόνιμες αντιπροσωπείες των κρατών μελών στις Βρυξέλλες.
22. Όσον αφορά τον NEMO, ο καταγγέλλων διατύπωσε δύο συγκεκριμένες αντιρρήσεις.
23. Πρώτον, ο καταγγέλλων υποστήριξε ότι η χρήση του NEMO για την ενημέρωση δυνητικών υποψηφίων παρείχε αθέμιτο πλεονέκτημα σε δυνητικούς υποψηφίους εγκατεστημένους στη Γερμανία, δεδομένου ότι η Ένωση Γερμανικών Μουσείων ήταν άμεσος αποδέκτης της επιστολής που απευθυνόταν στον NEMO. Ωστόσο, ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει ότι το γεγονός ότι η Ένωση Γερμανικών Μουσείων και, μέσω αυτής, οι υποψήφιοι που είναι εγκατεστημένοι στη Γερμανία ενδέχεται να έλαβαν τις σχετικές πληροφορίες ταχύτερα από ό,τι άλλοι θα ήταν πιθανό να οφείλεται στο γεγονός ότι ο ΝΕΜΟ έχει την έδρα του στις εγκαταστάσεις της Ένωσης Γερμανικών Μουσείων [4]. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί αβάσιμη την ένσταση του καταγγέλλοντος για τη χρήση του ΝΕΜΟ.
24. Δεύτερον, ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι δεν υπήρχε ένωση μουσείων στην Ελλάδα και ότι, ως εκ τούτου, ήταν δύσκολο να διαπιστωθεί ο τρόπος με τον οποίο οι υποψήφιοι που εδρεύουν στην Ελλάδα θα μπορούσαν να λάβουν πληροφορίες σχετικά με τις κενές θέσεις. Στο πλαίσιο αυτό, θα πρέπει να σημειωθεί ότι, στην επιστολή του προς τον ΝΕΜΟ, το Κοινοβούλιο ζήτησε από τον τελευταίο να ενημερώσει τα «μουσεία» που αποτελούν μέρος του δικτύου του για τις σχετικές κενές θέσεις. Επομένως, το επιχείρημα του καταγγέλλοντος δεν είναι πειστικό.
25. Ως εκ τούτου, κατά την άποψη του Διαμεσολαβητή, το Κοινοβούλιο δεν υπερέβη το περιθώριο διακριτικής του ευχέρειας απευθυνόμενο στον NEMO προκειμένου να ενημερώσει τους δυνητικούς υποψηφίους, υπό την προϋπόθεση ότι ο NEMO όντως διαβίβασε τις πληροφορίες αυτές. Ωστόσο, πρέπει να ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι ο ΝΕΜΟ δεν φαίνεται να έχει νομική υποχρέωση συνεργασίας με το Κοινοβούλιο. Θα πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι το Κοινοβούλιο δεν απέδειξε ότι ο NEMO συμμορφώθηκε με το αίτημά του. Ελλείψει τέτοιων αποδεικτικών στοιχείων, το να ζητηθεί από τον ΝΕΜΟ να διαβιβάσει τις σχετικές πληροφορίες δύσκολα θα μπορούσε να θεωρηθεί επαρκές όσον αφορά το καθήκον του Κοινοβουλίου να ενημερώνει τους δυνητικούς υποψηφίους για τις προς πλήρωση κενές θέσεις.
26. Ωστόσο, το Κοινοβούλιο δεν βασίστηκε αποκλειστικά στον ΝΕΜΟ στο πλαίσιο αυτό, αλλά κάλεσε επίσης τις μόνιμες αντιπροσωπείες των κρατών μελών στις Βρυξέλλες να διαβιβάσουν τις πληροφορίες. Στο πλαίσιο αυτό, υπενθυμίζεται ότι, σύμφωνα με το άρθρο 4 παράγραφος 3 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση, τα κράτη μέλη έχουν καθήκον καλόπιστης συνεργασίας με τα θεσμικά όργανα της ΕΕ. Ειδικότερα, τα κράτη μέλη λαμβάνουν κάθε κατάλληλο μέτρο για να εξασφαλίσουν την εκπλήρωση των υποχρεώσεων που απορρέουν από τις Συνθήκες ή προκύπτουν από πράξεις των θεσμικών οργάνων της Ένωσης και, επιπλέον, διευκολύνουν την Ένωση στην εκπλήρωση της αποστολής της.
27. Με βάση τα ανωτέρω, η Διαμεσολαβήτρια θεωρεί ότι το Κοινοβούλιο δεν υπερέβη το περιθώριο διακριτικής ευχέρειας που διαθέτει όταν ζητεί από τον ΝΕΜΟ και τις μόνιμες αντιπροσωπείες να ενημερώσουν τους δυνητικούς υποψηφίους για τις προς πλήρωση κενές θέσεις. Ως εκ τούτου, ο πρώτος ισχυρισμός θα πρέπει να θεωρηθεί αβάσιμος.
28. Μολονότι το Κοινοβούλιο δεν είχε νομική υποχρέωση να δημοσιεύει τις κενές θέσεις στον ιστότοπό του, ο Διαμεσολαβητής θα θεωρούσε ιδιαίτερα επιθυμητό να μπορεί το Κοινοβούλιο να εξετάζει το ενδεχόμενο δημοσίευσης των εν λόγω κενών θέσεων και στον ιστότοπό του στο μέλλον. Για να καταλήξει στο συμπέρασμα αυτό, ο Διαμεσολαβητής λαμβάνει επίσης υπόψη τις εκτιμήσεις που διατυπώνονται στο τμήμα Ε κατωτέρω. Με βάση τα ανωτέρω, ο Διαμεσολαβητής θα προβεί σε περαιτέρω παρατήρηση σχετικά με το θέμα αυτό.
Β. Ισχυρισμός περί ανεπαρκούς χρόνου μεταξύ της δημοσίευσης των κενών θέσεων και της προθεσμίας υποβολής των αιτήσεων
Επιχειρήματα που υποβλήθηκαν στον Διαμεσολαβητή
29. Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι η χρονική περίοδος που έδωσε το Κοινοβούλιο για την υποβολή αιτήσεων (δηλαδή, το πολύ πέντε εβδομάδες και μισή) ήταν ανεπαρκής λόγω των μέσων που χρησιμοποιήθηκαν για τη δημοσιοποίηση των κενών θέσεων. Κατά την άποψη του καταγγέλλοντος, αυτό οφειλόταν στο γεγονός ότι ο ΝΕΜΟ και οι μόνιμες αντιπροσωπείες θα έπρεπε να διαβιβάσουν τις προσκλήσεις εκδήλωσης ενδιαφέροντος στα αρμόδια εθνικά θεσμικά όργανα και οργανισμούς. Επιπλέον, ο καταγγέλλων επισήμανε ότι η εν λόγω περίοδος περιλάμβανε τις διακοπές του Πάσχα.
30. Το Κοινοβούλιο σημειώνει ότι το ΚΛΠ δεν ορίζει συγκεκριμένη προθεσμία για την υποβολή των αιτήσεων από τους αιτούντες. Επιπλέον, το Κοινοβούλιο έκρινε ότι μια περίοδος πέντε εβδομάδων και μισής ήταν επαρκής ώστε οι δυνητικοί αιτούντες να λάβουν γνώση των προσκλήσεων εκδήλωσης ενδιαφέροντος. Κατά την άποψη του Κοινοβουλίου, αυτό αντικατόπτριζε μια δίκαιη ισορροπία μεταξύ του συμφέροντος του Κοινοβουλίου για ταχεία πλήρωση των θέσεων και των συμφερόντων των δυνητικών υποψηφίων. Επιπλέον, το Κοινοβούλιο ανέφερε ότι αυτή η χρονική περίοδος δεν ήταν ασυνήθιστη. Τέλος, όπως προαναφέρθηκε, το Κοινοβούλιο υποστήριξε ότι το γεγονός ότι 266 άτομα (συμπεριλαμβανομένων 54 ελλήνων πολιτών) υπέβαλαν αίτηση για τη θέση για την οποία ενδιαφερόταν ο καταγγέλλων κατέδειξε ότι ο προβλεπόμενος χρόνος δεν ήταν ανεπαρκής.
31. Στις παρατηρήσεις της, η καταγγέλλουσα υποστήριξε ότι το γεγονός ότι 54 Έλληνες πολίτες υπέβαλαν αίτηση για την εν λόγω θέση δεν συνεπάγεται ότι ο προβλεπόμενος χρόνος ήταν επαρκής. Η καταγγέλλουσα ανέφερε ότι είχε ενημερωθεί ότι ο βοηθός βουλευτή του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου («ΒΕΚ») διαβίβασε τις προσκλήσεις εκδήλωσης ενδιαφέροντος σε διάφορους σχετικούς ελληνικούς φορείς (π.χ. μουσεία). Προτείνει ότι αυτό θα μπορούσε να εξηγήσει τον σημαντικό αριθμό αιτήσεων από Έλληνες πολίτες.
Η αξιολόγηση του Διαμεσολαβητή
32. Όπως προαναφέρθηκε, σύμφωνα με πάγια νομολογία, τα θεσμικά όργανα της ΕΕ διαθέτουν ευρύ περιθώριο διακριτικής ευχέρειας όσον αφορά την οργάνωση και τη διεξαγωγή των διαδικασιών πρόσληψης.[5] Η εξέταση του Διαμεσολαβητή αφορά το κατά πόσον υπήρξε κακοδιοίκηση στον τρόπο με τον οποίο το Κοινοβούλιο άσκησε τη διακριτική του ευχέρεια.
33. Ως σημείο εκκίνησης, το Κοινοβούλιο ορθώς επισήμανε ότι οι ισχύοντες κανόνες δεν προβλέπουν συγκεκριμένη προθεσμία για την υποβολή των αιτήσεων από τους αιτούντες.
34. Στη γνωμοδότησή του, το Κοινοβούλιο υποστήριξε ότι η προθεσμία που παρέχεται στους υποψηφίους για την υποβολή αίτησης ήταν πέντε εβδομάδες και μισή. Ωστόσο, το Κοινοβούλιο ανέφερε επίσης ότι οι επιστολές του προς τις μόνιμες αντιπροσωπείες και τον NEMO εστάλησαν με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο και ότι τα εν λόγω ηλεκτρονικά μηνύματα εστάλησαν στις 18 και 19 Μαρτίου 2010 αντίστοιχα. Δεδομένου ότι η προθεσμία για την υποβολή των υποψηφιοτήτων ήταν η 23η Απριλίου 2010 το μεσημέρι, οι υποψήφιοι είχαν πράγματι στη διάθεσή τους μέγιστη περίοδο που δεν υπερέβαινε τις πέντε εβδομάδες για να εκδηλωθούν.
35. Ως εκ τούτου, το χρονικό διάστημα των πέντε εβδομάδων δεν φαίνεται ασυνήθιστα σύντομο σε σύγκριση με άλλες διαδικασίες πρόσληψης που διεξάγονται από τα θεσμικά όργανα της ΕΕ. Αντιθέτως, το εν λόγω χρονικό διάστημα φαίνεται να είναι σύμφωνο με εκείνο που επιτρέπεται γενικά σε άλλες διαδικασίες πρόσληψης. Στο πλαίσιο αυτό, πρέπει ιδίως να σημειωθεί ότι ο κανονισμός υπηρεσιακής κατάστασης των υπαλλήλων της Ευρωπαϊκής Ένωσης ορίζει ότι η προκήρυξη γενικών διαγωνισμών πρέπει να δημοσιεύεται τουλάχιστον ένα μήνα πριν από τη λήξη της προθεσμίας υποβολής υποψηφιοτήτων [6].
36. Θα πρέπει, ωστόσο, να υπενθυμιστεί ότι ο διαθέσιμος χρόνος για την υποβολή αιτήσεων εξαρτιόταν από το πόσο γρήγορα ο ΝΕΜΟ και οι μόνιμες αντιπροσωπείες διαβίβασαν τις πληροφορίες που είχαν λάβει από το Κοινοβούλιο σε δυνητικά ενδιαφερόμενους υποψηφίους. Αυτό ήταν πιθανό να έχει ως συνέπεια τη συντόμευση της προθεσμίας που παρέχεται πραγματικά στους υποψηφίους για την υποβολή των υποψηφιοτήτων τους, ιδίως δεδομένου ότι το Κοινοβούλιο δεν φαίνεται να έχει ζητήσει από τις μόνιμες αντιπροσωπείες και τον ΝΕΜΟ να ασχοληθούν επειγόντως με το θέμα. Στη γνώμη του, το Κοινοβούλιο δεν παρείχε καμία πληροφορία σχετικά με το πότε ακριβώς οι σχετικές πληροφορίες έφθασαν στους δυνητικούς υποψηφίους. Το γεγονός ότι το Κοινοβούλιο έκρινε τελικά αναγκαία την παράταση της προθεσμίας για τη θέση AD 12, δεδομένου ότι κανένας κατάλληλος υποψήφιος δεν είχε εκδηλωθεί με τη λήξη της αρχικής προθεσμίας, ενισχύει σε κάποιο βαθμό το επιχείρημα του καταγγέλλοντος ότι ο χρόνος που διέθεταν οι υποψήφιοι ήταν ανεπαρκής.
37. Θα πρέπει επίσης να ληφθεί υπόψη ότι η περίοδος μεταξύ των ημερομηνιών κατά τις οποίες το Κοινοβούλιο απευθύνθηκε στον ΝΕΜΟ και στις μόνιμες αντιπροσωπείες και της προθεσμίας υποβολής αιτήσεων κάλυπτε την περίοδο του Πάσχα.
38. Ο Διαμεσολαβητής αναγνωρίζει ότι ενδέχεται να υπάρχουν περιπτώσεις στις οποίες είναι αναγκαίο να αναληφθεί ταχεία δράση για την πλήρωση των σχετικών θέσεων το συντομότερο δυνατόν. Ωστόσο, το Κοινοβούλιο περιορίστηκε να δηλώσει ότι κρίθηκε σκόπιμο να καλυφθούν οι σχετικές θέσεις το συντομότερο δυνατόν. Η δήλωση αυτή δεν αρκεί για να αποδειχθεί ότι υπήρχε πράγματι ανάγκη ταχείας δράσης. Στο πλαίσιο αυτό, μπορεί επίσης να είναι χρήσιμο να σημειωθεί ότι οι επιστολές προς τον ΝΕΜΟ και τις μόνιμες αντιπροσωπείες φαίνεται να έχουν αποσταλεί με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο μόνο αρκετές ημέρες μετά την υπογραφή τους και ότι οι επιστολές αυτές δεν εφιστούν την προσοχή των αποδεκτών τους σε ενδεχόμενη επείγουσα ανάγκη.
39. Οι ανωτέρω εκτιμήσεις εγείρουν αμφιβολίες ως προς το κατά πόσον η περίοδος που διέθεταν οι υποψήφιοι ήταν πράγματι επαρκής. Ωστόσο, πρέπει επίσης να ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι το Κοινοβούλιο έλαβε σημαντικό αριθμό αιτήσεων εντός της προθεσμίας που είχε ορίσει, συμπεριλαμβανομένου σημαντικού αριθμού αιτήσεων από την Ελλάδα. Παρόλο που ο καταγγέλλων υποστήριξε ότι ο αριθμός των αιτήσεων από την Ελλάδα μπορεί επίσης να οφείλεται σε πληροφορίες που τέθηκαν στη διάθεση των δυνητικών υποψηφίων από τον βοηθό βουλευτή του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι ο αριθμός των αιτήσεων υποδηλώνει ότι πολλοί υποψήφιοι, επίσης από κράτη μέλη εκτός της Ελλάδας, είχαν αρκετό χρόνο για να λάβουν γνώση των κενών θέσεων και να υποβάλουν αίτηση.
40. Λαμβάνοντας υπόψη όλα τα ανωτέρω, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι, συνολικά, η διαπίστωση της ύπαρξης κακοδιοίκησης κατά τον τρόπο με τον οποίο το Κοινοβούλιο άσκησε τη διακριτική του ευχέρεια δεν θα ήταν δικαιολογημένη. Επομένως, δεν διαπιστώθηκε κακοδιοίκηση όσον αφορά τον δεύτερο ισχυρισμό.
41. Ωστόσο, λαμβάνοντας υπόψη το γεγονός ότι, στην προκειμένη περίπτωση, το Κοινοβούλιο χρησιμοποίησε «έμμεσα» μέσα δημοσιότητας και ότι ο επιτρεπόμενος χρόνος περιλάμβανε περίοδο διακοπών, ο Διαμεσολαβητής θα προβεί σε άλλη μια παρατήρηση σχετικά με το θέμα αυτό.
Γ. Ισχυρισμός περί μη προσδιορισμού της απαιτούμενης επαγγελματικής πείρας για τη θέση AD 12
Επιχειρήματα που υποβλήθηκαν στον Διαμεσολαβητή
42. Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι το Κοινοβούλιο δεν προσδιόρισε τον ελάχιστο αριθμό ετών επαγγελματικής πείρας που απαιτείται για την υποβολή αίτησης για τη θέση AD 12.
43. Το Κοινοβούλιο απάντησε ότι αποφάσισε να μην το αναφέρει στην πρόσκληση εκδήλωσης ενδιαφέροντος προκειμένου να μην περιοριστεί υπερβολικά ο αριθμός των υποψηφιοτήτων που μπορούν να καλύψουν τις ανάγκες της θέσης. Έτσι, σύμφωνα με τη γνώμη του Κοινοβουλίου, η πρόσκληση εκδήλωσης ενδιαφέροντος απαιτούσε απλώς οι αιτούντες να διαθέτουν «εμπειρία στον σχεδιασμό και την εκτέλεση μουσειακών ή εκθεσιακών έργων» και «εξαιρετική οικονομική και διοικητική εμπειρία στη διαχείριση πολιτιστικού ινστιτούτου ή συγκρίσιμη διαχειριστική εμπειρία». Κατά την άποψη του Κοινοβουλίου, δεν υπερέβη τα όρια της διακριτικής του ευχέρειας.
44. Στις παρατηρήσεις της, η καταγγέλλουσα ανέφερε ότι πιστεύει ότι το Κοινοβούλιο υπερέβη τα όρια της διακριτικής του ευχέρειας παραλείποντας να αναφέρει τον ελάχιστο αριθμό ετών εμπειρίας. Ωστόσο, αναγνώρισε ότι δεν μπορούσε να επικαλεστεί κανέναν συγκεκριμένο κανόνα προς στήριξη του ισχυρισμού της.
Η αξιολόγηση του Διαμεσολαβητή
45. Ως προκαταρκτικό ζήτημα, ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει ότι η πρόσκληση εκδήλωσης ενδιαφέροντος ανέφερε απλώς τα ακόλουθα: «Προσόντα: [...] εμπειρία στο σχεδιασμό και την εκτέλεση μουσειακών ή εκθεσιακών έργων». Επιπλέον, υπό τον τίτλο «Γνώσεις και εμπειρία», η πρόσκληση εκδήλωσης ενδιαφέροντος ανέφερε «εξαιρετική οικονομική και διοικητική πείρα στη διαχείριση πολιτιστικού ινστιτούτου ή συγκρίσιμη διαχειριστική πείρα». Στη γνώμη του, το Κοινοβούλιο ανέφερε ότι οι υποψήφιοι «πρέπει να διαθέτουν» την προαναφερθείσα εμπειρία. Ο Διαμεσολαβητής υποθέτει, ωστόσο, ότι με τη χρήση ελαφρώς διαφορετικής διατύπωσης, το Κοινοβούλιο δεν είχε την πρόθεση να δώσει διαφορετικό νόημα στο σχετικό τμήμα της πρόσκλησης εκδήλωσης ενδιαφέροντος. Την υπόθεση αυτή φαίνεται να συμμερίζεται ο καταγγέλλων, ο οποίος δεν υπέβαλε παρατηρήσεις σχετικά με το θέμα αυτό.
46. Όσον αφορά τον ισχυρισμό που περιλαμβάνεται στην έρευνά του, ο Διαμεσολαβητής επαναλαμβάνει ότι τα θεσμικά όργανα της ΕΕ διαθέτουν ευρεία διακριτική ευχέρεια όσον αφορά την οργάνωση και τη διεξαγωγή των διαδικασιών πρόσληψης, όπως αναφέρεται ανωτέρω [7].
47. Στο πλαίσιο αυτό, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι ο καταγγέλλων δεν προέβαλε πειστικούς λόγους για να υποστηρίξει την άποψη ότι το Κοινοβούλιο θα έπρεπε να είχε προσδιορίσει τον ελάχιστο αριθμό ετών επαγγελματικής πείρας που απαιτούνταν για την υποβολή υποψηφιότητας για τη θέση AD 12. Αντιθέτως, το Κοινοβούλιο επικαλέστηκε βάσιμο λόγο για τον οποίο δεν προσδιόρισε τον ελάχιστο αριθμό ετών, δηλαδή για να αποφύγει τον υπερβολικό περιορισμό του αριθμού των υποψηφιοτήτων που μπορούν να καλύψουν τις ανάγκες της θέσης.
48. Υπό το πρίσμα αυτό, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι το Κοινοβούλιο δεν υπερέβη τα όρια της ευρείας διακριτικής του ευχέρειας όταν αποφάσισε να μην καθορίσει ελάχιστο αριθμό ετών επαγγελματικής πείρας προκειμένου να υποβάλει αίτηση για τη θέση AD 12.
49. Λαμβανομένων υπόψη των προεκτεθέντων, ο τρίτος ισχυρισμός πρέπει να θεωρηθεί αβάσιμος.
Δ. Ισχυρισμός περί μη προσδιορισμού του κατά πόσον την ευθύνη για την εξέταση των αιτήσεων φέρει αποκλειστικά η εξεταστική επιτροπή και περί μη επεξήγησης των μεθόδων αξιολόγησης
Επιχειρήματα που υποβλήθηκαν στον Διαμεσολαβητή
50. Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι η διαδικασία επιλογής που καθορίστηκε στις προσκλήσεις εκδήλωσης ενδιαφέροντος ήταν παράνομη, δεδομένου ότι η διοίκηση του Κοινοβουλίου ήταν υπεύθυνη για την προεπιλογή των υποψηφίων που έκρινε καταλληλότερους. Κατά την άποψη του καταγγέλλοντος, η εξεταστική επιτροπή θα αξιολογήσει μόνο τις αιτήσεις των υποψηφίων που έχουν προεπιλεγεί από τη διοίκηση του Κοινοβουλίου. Σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, αυτό ήταν αντίθετο με τη νομολογία του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης που θεσπίστηκε στην υπόθεση F-35/08 Παχτίτης κατά Επιτροπής [8], η οποία θα πρέπει να εφαρμοστεί κατ’ αναλογία στην παρούσα υπόθεση. Ο καταγγέλλων υποστήριξε ότι η εξεταστική επιτροπή θα πρέπει να έχει την αποκλειστική ευθύνη για την επιλογή των αιτήσεων.
51. Επιπλέον, ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι το Κοινοβούλιο δεν ανέφερε στις προσκλήσεις εκδήλωσης ενδιαφέροντος τις μεθόδους αξιολόγησης των αιτήσεων και αν θα διενεργηθούν γραπτές δοκιμασίες και/ή συνεντεύξεις.
52. Το Κοινοβούλιο επισήμανε ότι, σύμφωνα με τη νομολογία, διαθέτει ευρεία διακριτική ευχέρεια όσον αφορά τις οργανωτικές ρυθμίσεις για τις διαδικασίες επιλογής και τη διεξαγωγή τους [9]. Επιπλέον, διευκρίνισε ότι η διοίκηση του Κοινοβουλίου δεν ήταν αρμόδια για την κατάρτιση καταλόγου επικρατέστερων υποψηφίων και ότι μόνο η επιτροπή επιλογής είχε την εξουσία να το πράξει. Επιπλέον, μαζί με την απάντησή του στο αίτημα του Διαμεσολαβητή για περαιτέρω πληροφορίες, το Κοινοβούλιο διαβίβασε αντίγραφο των πρακτικών συνεδρίασης της επιτροπής επιλογής, όπου αναφέρεται ότι εξέτασε όλες τις αιτήσεις που υποβλήθηκαν για τη θέση AD 12 (συμπεριλαμβανομένων τόσο των παραδεκτών όσο και των μη παραδεκτών αιτήσεων).
53. Το Κοινοβούλιο πρόσθεσε ότι, όπως αναφέρεται στα πρακτικά της προαναφερθείσας συνεδρίασης, η επιτροπή επιλογής αξιολόγησε τις αιτήσεις για τη θέση AD 12 σε σχέση με τις απαιτήσεις σχετικά με τις «γνώσεις και την εμπειρία» που καθορίστηκαν στην πρόσκληση εκδήλωσης ενδιαφέροντος.
54. Το Κοινοβούλιο ανέφερε επίσης ότι ο λόγος για τον οποίο οι προσκλήσεις εκδήλωσης ενδιαφέροντος δεν ανέφεραν γραπτές ή άλλες δοκιμασίες ήταν ότι δεν προέβλεπαν τέτοιες δοκιμασίες. Ωστόσο, προσέθεσε ότι, κατά τη διάρκεια της διαδικασίας επιλογής, η επιτροπή επιλογής αποφάσισε να πραγματοποιήσει συνεντεύξεις με τους προεπιλεγέντες υποψηφίους, πράγμα που εμπίπτει στη διακριτική της ευχέρεια.
55. Στις παρατηρήσεις της, η καταγγέλλουσα επανέλαβε ότι η διαδικασία επιλογής που προβλέπεται στις προσκλήσεις εκδήλωσης ενδιαφέροντος ήταν παράνομη, δεδομένου ότι η διοίκηση του Κοινοβουλίου ήταν υπεύθυνη για την προεπιλογή των υποψηφίων.
Η αξιολόγηση του Διαμεσολαβητή
56. Ο υπό κρίση ισχυρισμός έχει δύο πτυχές. Πρώτον, ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι η διαδικασία επιλογής ήταν παράνομη, δεδομένου ότι η διοίκηση του Κοινοβουλίου ήταν υπεύθυνη για την προεπιλογή των υποψηφίων που έκρινε καταλληλότερους, ενώ μόνο η εξεταστική επιτροπή είχε το δικαίωμα να επιλέξει τους υποψηφίους. Δεύτερον, ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι το Κοινοβούλιο δεν ανέφερε στην πρόσκληση εκδήλωσης ενδιαφέροντος τις μεθόδους αξιολόγησης των αιτήσεων και αν θα διενεργηθούν γραπτές δοκιμασίες και/ή συνεντεύξεις.
57. Όσον αφορά την πρώτη πτυχή του ισχυρισμού αυτού, το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης έκρινε στην απόφαση Παχτίτης ότι «εναπόκειται στη συνέχεια στην ίδια την εξεταστική επιτροπή [...], πρώτον, να καταρτίσει πίνακα υποψηφίων που πληρούν τις απαιτήσεις της προκήρυξης του διαγωνισμού, δεύτερον, να προβεί στις δοκιμασίες και, τρίτον, να καταρτίσει πίνακα επιτυχόντων και να τον διαβιβάσει στην αρμόδια για τους διορισμούς αρχή».[10] Ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει ότι ο Παχτίτης αφορούσε διαδικασία επιλογής υπαλλήλων. Ωστόσο, το Κοινοβούλιο δεν αμφισβήτησε το επιχείρημα του καταγγέλλοντος ότι η απόφαση Παχτίτης πρέπει να εφαρμοστεί κατ' αναλογία στην παρούσα υπόθεση.
58. Όσον αφορά τη διαδικασία επιλογής, το παράρτημα 1 της πρόσκλησης εκδήλωσης ενδιαφέροντος σχετικά με τη θέση AD 12 ορίζει τα εξής: «Οι υποψήφιοι με το καταλληλότερο προφίλ θα κληθούν να αποστείλουν πλήρη φάκελο αίτησης συνοδευόμενο από δικαιολογητικά έγγραφα, τα οποία στη συνέχεια θα υποβληθούν στη μεικτή επιτροπή. Κατά συνέπεια, θα καταρτιστεί κατάλογος κατάλληλων υποψηφίων.» Το παράρτημα 2 της πρόσκλησης εκδήλωσης ενδιαφέροντος σχετικά με τις θέσεις συμβασιούχων υπαλλήλων περιέχει παρόμοια δήλωση που αναφέρεται στην επιτροπή επιλογής.
59. Η Διαμεσολαβήτρια θεωρεί ότι η διατύπωση των προσκλήσεων εκδήλωσης ενδιαφέροντος δεν είναι απολύτως σαφής επί του θέματος. Πράγματι, οι εν λόγω προσκλήσεις εκδήλωσης ενδιαφέροντος μπορούν να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι υποδηλώνουν ότι η προεπιλογή των καταλληλότερων υποψηφίων θα γίνει από απροσδιόριστο φορέα (πιθανώς, από τη διοίκηση του Κοινοβουλίου) και ότι οι προεπιλεγέντες υποψήφιοι θα κληθούν να αποστείλουν πλήρη αίτηση στην επιτροπή επιλογής/μεικτή επιτροπή, η οποία στη συνέχεια θα καταρτίσει τον τελικό κατάλογο των επιλεγέντων υποψηφίων.
60. Ωστόσο, το Κοινοβούλιο τόνισε στη γνώμη του και στην απάντησή του στο αίτημα για περαιτέρω πληροφορίες ότι η επιτροπή επιλογής πραγματοποίησε την επιλογή των υποψηφίων και όχι τη διοίκηση του Κοινοβουλίου. Επιπλέον, οι εκπρόσωποι του Κοινοβουλίου ανέφεραν κατά την εξέταση του φακέλου από τις υπηρεσίες του Διαμεσολαβητή ότι η διοίκηση απλώς έλεγξε τις αιτήσεις προκειμένου να εντοπίσει εκείνες που ήταν παραδεκτές. Σύμφωνα με τους εκπροσώπους του Κοινοβουλίου, η επιτροπή επιλογής έλαβε όλες τις αιτήσεις, συμπεριλαμβανομένων των μη παραδεκτών προς επαλήθευση.
61. Καταρχήν, λαμβανομένου υπόψη του τεκμηρίου νομιμότητας που ισχύει για κάθε δήλωση θεσμικού οργάνου [11], ο Διαμεσολαβητής δεν έχει λόγους να αμφισβητεί το αληθές μιας δήλωσης άλλου θεσμικού οργάνου, εκτός εάν υπάρχουν ενδείξεις ότι ενδέχεται να μην είναι ακριβής.
62. Στο πλαίσιο αυτό, είναι χρήσιμο να εξεταστούν τα έγγραφα που περιλαμβάνονται στον φάκελο σχετικά με τις εργασίες και τα καθήκοντα της επιτροπής επιλογής.
63. Τα πρακτικά συνεδρίασης που πραγματοποίησε η επιτροπή επιλογής μετά την παράταση της προθεσμίας για τη θέση AD 12 (τα οποία υποβλήθηκαν με την απάντηση του Κοινοβουλίου στο αίτημα για περαιτέρω πληροφορίες) αναφέρουν τα ακόλουθα: «Τέλος, υποβλήθηκαν συνολικά 122 αιτήσεις, οι οποίες παρελήφθησαν από τη Γενική Διεύθυνση Προσωπικού του ΕΚ. Πολλές από αυτές κρίθηκαν μη παραδεκτές από τη ΓΔ PERS, κυρίως λόγω έλλειψης επαρκούς πείρας [...]. Έχει διοριστεί εξεταστική επιτροπή [...] προκειμένου να εξετάσει τις παραδεκτές και τις μη παραδεκτές αιτήσεις και να καταρτίσει περαιτέρω κατάλογο επικρατέστερων υποψηφίων που θα διαβιβαστεί στη ΓΔ PERS.« Το χωρίο αυτό φαίνεται να υποδηλώνει ότι η διοίκηση του Κοινοβουλίου εξέτασε τις υποβληθείσες αιτήσεις και προσδιόρισε εκείνες οι οποίες, καταρχήν, φαίνεται να είναι απαράδεκτες λόγω ανεπαρκούς πείρας. Ωστόσο, φαίνεται επίσης ότι όλες οι αιτήσεις (συμπεριλαμβανομένων τόσο των παραδεκτών όσο και των μη παραδεκτών) υποβλήθηκαν στην επιτροπή επιλογής για αξιολόγηση. Ως εκ τούτου, το παρόν έγγραφο φαίνεται να επιβεβαιώνει τη γνώμη του Κοινοβουλίου και τη δήλωση των εκπροσώπων του Κοινοβουλίου κατά τη διάρκεια του ελέγχου.
64. Κατά τη διάρκεια της έρευνάς του, ο Διαμεσολαβητής δεν διαπίστωσε καμία ένδειξη ότι η διαδικασία επιλογής για τις θέσεις συμβασιούχων υπαλλήλων ήταν διαφορετική από εκείνη για τη θέση AD 12 σε σχέση με το θέμα αυτό. Ως εκ τούτου, οι ανωτέρω εκτιμήσεις θα πρέπει να ισχύουν και για τη διαδικασία επιλογής για τις θέσεις συμβασιούχων υπαλλήλων.
65. Υπό το πρίσμα των ανωτέρω, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι η πρώτη πτυχή του παρόντος ισχυρισμού θα πρέπει να θεωρηθεί αβάσιμη.
66. Η δεύτερη πτυχή του παρόντος ισχυρισμού αφορά την κριτική του καταγγέλλοντος ότι το Κοινοβούλιο δεν ανέφερε στην πρόσκληση εκδήλωσης ενδιαφέροντος τις μεθόδους αξιολόγησης των αιτήσεων και κατά πόσον θα διενεργηθούν γραπτές δοκιμασίες και/ή συνεντεύξεις.
67. Το Κοινοβούλιο διεξήγαγε την επίμαχη διαδικασία επιλογής αξιολογώντας τους φακέλους αιτήσεων που απέστειλαν οι υποψήφιοι και διεξάγοντας συνεντεύξεις με τους επιλεγέντες υποψηφίους.
68. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι δεν μπορεί να προσαφθεί στο Κοινοβούλιο ότι δεν παρείχε λεπτομέρειες στην πρόσκληση εκδήλωσης ενδιαφέροντος σχετικά με τυχόν γραπτές δοκιμασίες, δεδομένου ότι δεν πραγματοποιήθηκαν τέτοιες δοκιμασίες.
69. Επιπλέον, μολονότι η πρόσκληση εκδήλωσης ενδιαφέροντος δεν ανέφερε ρητά ότι οι επιλεγέντες υποψήφιοι θα κληθούν σε συνέντευξη, όλοι οι δυνητικοί υποψήφιοι θα έπρεπε να αναμένουν ότι θα διενεργηθούν συνεντεύξεις. Πράγματι, φαίνεται μη ρεαλιστικό το γεγονός ότι ο αιτών μια θέση μπορεί να αναμένει ότι θα του προσφερθεί η εν λόγω θέση χωρίς να συμμετάσχει σε συνέντευξη.
70. Για τους λόγους που προαναφέρθηκαν, η δεύτερη πτυχή του τέταρτου ισχυρισμού θα πρέπει επίσης να θεωρηθεί αβάσιμη.
71. Ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει, ωστόσο, ότι οι προσκλήσεις εκδήλωσης ενδιαφέροντος θα πρέπει να παρέχουν όσο το δυνατόν πληρέστερες πληροφορίες στους δυνητικούς υποψηφίους. Ως εκ τούτου, θα ήταν χρήσιμο οι μελλοντικές προσκλήσεις εκδήλωσης ενδιαφέροντος να ενημερώνουν ρητά τους δυνητικούς υποψηφίους σχετικά με το αν θα πραγματοποιηθούν συνεντεύξεις. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής θα προβεί σε άλλη μια παρατήρηση σχετικά με το θέμα αυτό. Το Κοινοβούλιο θα πρέπει να ενημερώσει τον Διαμεσολαβητή για τα μέτρα που θα λάβει σε σχέση με την πρόσθετη παρατήρησή του.
Ε. Ισχυρισμός περί μη τήρησης των διαδικασιών για τις οποίες το Κοινοβούλιο είχε δεσμευτεί δημοσίως
Επιχειρήματα που υποβλήθηκαν στον Διαμεσολαβητή
72. Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι το Κοινοβούλιο δεν συμμορφώθηκε με τις διαδικασίες επιλογής για τις οποίες είχε δεσμευτεί δημοσίως. Ειδικότερα, η καταγγέλλουσα παρέπεμψε στον ιστότοπο του Κοινοβουλίου και σε φυλλάδιο στο οποίο, κατά την άποψή της, το Κοινοβούλιο ανέφερε ότι όλες οι πληροφορίες σχετικά με τις προσκλήσεις εκδήλωσης ενδιαφέροντος μπορούν να βρεθούν στον ιστότοπο της EPSO. Επιπλέον, σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, οι πηγές αυτές ανέφεραν επίσης ότι, ειδικότερα, το Κοινοβούλιο θα έπρεπε να είχε δημοσιεύσει την πρόσκληση εκδήλωσης ενδιαφέροντος για τη θέση AD 12 στην Επίσημη Εφημερίδα.
73. Το Κοινοβούλιο αμφισβήτησε τον ισχυρισμό του καταγγέλλοντος.
74. Όσον αφορά τον ιστότοπο του Κοινοβουλίου (ο οποίος ανέφερε ότι οι προκηρύξεις διαγωνισμών δημοσιεύονται στην Επίσημη Εφημερίδα και στις εθνικές εφημερίδες), το Κοινοβούλιο ανέφερε ότι η δήλωση αυτή δεν αφορούσε την πρόσληψη έκτακτων και συμβασιούχων υπαλλήλων. Κατά την άποψη του Κοινοβουλίου, η δήλωση αυτή αφορούσε μόνο την πρόσληψη υπαλλήλων.
75. Όσον αφορά το φυλλάδιο, το Κοινοβούλιο πρότεινε να μην περιέχει καμία πληροφορία σχετικά με τις διαδικασίες πρόσληψης έκτακτων και συμβασιούχων υπαλλήλων.
76. Επιπλέον, το Κοινοβούλιο τόνισε ότι ούτε ο ιστότοπός του ούτε το εν λόγω φυλλάδιο είναι νομικά δεσμευτικά για αυτό.
77. Τέλος, το Κοινοβούλιο σημείωσε ότι το άρθρο 12 παράγραφος 3 του ΚΛΠ ορίζει ότι η EPSO «παρέχει, κατόπιν αιτήματός τους, συνδρομή στα διάφορα θεσμικά όργανα για την επιλογή έκτακτων υπαλλήλων, ιδίως με τον καθορισμό του περιεχομένου των δοκιμασιών και τη διοργάνωση των διαδικασιών επιλογής». Το άρθρο 82, παράγραφος 5, του ΚΛΠ περιέχει πανομοιότυπη διάταξη σχετικά με τους συμβασιούχους υπαλλήλους. Ως εκ τούτου, το Κοινοβούλιο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι οι διατάξεις αυτές δεν επιβάλλουν στο Κοινοβούλιο την υποχρέωση να ζητήσει τη συνδρομή της EPSO όταν διοργανώνει διαδικασία επιλογής. Παρέχουν απλώς στο Κοινοβούλιο τη δυνατότητα να ζητήσει τη συνδρομή αυτή, εφόσον το κρίνει αναγκαίο, στο πλαίσιο της διακριτικής του ευχέρειας να οργανώνει διαδικασίες επιλογής.
78. Στις παρατηρήσεις της, η καταγγέλλουσα παραδέχθηκε ότι ο ιστότοπος του Κοινοβουλίου και το εν λόγω φυλλάδιο δεν είναι νομικά δεσμευτικά για το Κοινοβούλιο. Ωστόσο, υποστήριξε ότι, ακόμη και αν ο ιστότοπος και το φυλλάδιο δεν είναι νομικά δεσμευτικά, το Κοινοβούλιο δεν θα πρέπει να παρέχει παραπλανητικές πληροφορίες μέσω αυτών των πηγών σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο το Κοινοβούλιο προσλαμβάνει το προσωπικό του.
Η αξιολόγηση του Διαμεσολαβητή
79. Προκαταρκτικώς, ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει ότι, όπως ορθώς επισήμανε το Κοινοβούλιο, το ΚΛΠ δεν επιβάλλει καμία υποχρέωση στο Κοινοβούλιο να ζητήσει τη συνδρομή της EPSO προκειμένου να διεξαγάγει τις διαδικασίες επιλογής έκτακτων και συμβασιούχων υπαλλήλων. Ωστόσο, ο ισχυρισμός που περιλαμβάνεται στην έρευνα του Διαμεσολαβητή δεν αφορούσε την εικαζόμενη παραβίαση του ΚΛΠ από το Κοινοβούλιο. Αντιθέτως, αφορούσε την εικαζόμενη μη συμμόρφωση του Κοινοβουλίου με τις διαδικασίες για τις οποίες είχε δεσμευτεί δημοσίως, ιδίως μέσω του ιστοτόπου του και μέσω φυλλαδίου.
80. Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι, σύμφωνα με την καθιερωμένη πρακτική του όσον αφορά τη λήψη αποφάσεων, ενώ η μη τήρηση των νομικών υποχρεώσεων αποτελεί μορφή κακοδιοίκησης, η έννοια της κακοδιοίκησης είναι ευρύτερη από την έννοια της νομιμότητας.[12] Επομένως, εάν το Κοινοβούλιο δεν είχε συμμορφωθεί με τις διαδικασίες στις οποίες είχε δεσμευτεί δημοσίως μέσω του ιστοτόπου του και/ή μέσω φυλλαδίου, αυτό θα συνιστούσε περίπτωση κακοδιοίκησης. Ως εκ τούτου, κατά την άποψη του Διαμεσολαβητή, αυτό που έχει σημασία για τους παρόντες σκοπούς είναι το περιεχόμενο των πληροφοριών που παρέχει το Κοινοβούλιο και όχι ο υποτιθέμενος μη δεσμευτικός χαρακτήρας του ιστοτόπου του και του φυλλαδίου του.
81. Σύμφωνα με τα έγγραφα που συγκεντρώθηκαν κατά τη διάρκεια της παρούσας έρευνας, ο ιστότοπος του Κοινοβουλίου ανέφερε τα εξής:
«Πώς γίνεστε κοινοτικός υπάλληλος;
Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, όπως και όλα τα άλλα θεσμικά όργανα της ΕΕ, προσλαμβάνει μέσω διαγωνισμού. Υπάρχουν διάφοροι τύποι διαγωνισμών σε διαφορετικά επίπεδα, πράγμα που σημαίνει ότι μπορείτε να υποβάλετε αίτηση για διαφορετικές θέσεις, όπως διοικητικός υπάλληλος, δικηγόρος, γλωσσολόγος, διερμηνέας, μεταφραστής, βοηθός, γραμματέας, ειδικευμένος υπάλληλος κ.λπ.
Οι προκηρύξεις διαγωνισμών δημοσιεύονται στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕΕΕ) και σε εθνικές εφημερίδες. Για να λάβετε πληροφορίες σχετικά με τις προκηρύξεις διαγωνισμών και το προβλεπόμενο χρονοδιάγραμμα, μπορείτε να κάνετε κλικ στον σύνδεσμο προς την Υπηρεσία Επιλογής Προσωπικού των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (EPSO)."[13]
82. Κατά τη γνώμη του Διαμεσολαβητή, από το προηγούμενο απόσπασμα προκύπτει ότι, όπως ορθώς υποστήριξε το Κοινοβούλιο, αυτή η σελίδα του ιστοτόπου του Κοινοβουλίου αφορά την πρόσληψη υπαλλήλων μέσω διαγωνισμών και όχι την πρόσληψη έκτακτων και συμβασιούχων υπαλλήλων. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι το Κοινοβούλιο δεν παρέλειψε να συμμορφωθεί με τη διαδικασία που ανακοινώθηκε στον ιστότοπό του στην παρούσα υπόθεση.
83. Επιπλέον, το φυλλάδιο με τίτλο «Εγγραφή στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο - Ευκαιρίες για νέους πτυχιούχους» αναφέρει τα ακόλουθα στο τμήμα με τίτλο «Σταδιοδρομία ως διοικητικός υπάλληλος στη γενική γραμματεία»:
«Όλες οι πληροφορίες σχετικά με τους τρέχοντες, νέους και μελλοντικούς διαγωνισμούς και τον τρόπο εγγραφής σε αυτούς διατίθενται στον δικτυακό τόπο της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Επιλογής Προσωπικού (EPSO) στην ακόλουθη διεύθυνση: http://europa.eu/epso/»
84. Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι το απόσπασμα αυτό του φυλλαδίου αφορούσε επίσης τη διοργάνωση διαγωνισμών για την πρόσληψη υπαλλήλων. Ως εκ τούτου, το Κοινοβούλιο δεν παρέλειψε να συμμορφωθεί με τη διαδικασία που ανακοινώθηκε στην παρούσα υπόθεση.
85. Ωστόσο, ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι το φυλλάδιο αυτό ανέφερε επίσης τα ακόλουθα στο τμήμα με τίτλο «Συμβάσεις ορισμένου χρόνου για διοικητικούς υπαλλήλους της Γενικής Γραμματείας»:
«Ειδικοί κανόνες ισχύουν για το προσωπικό που προσλαμβάνεται με συμβάσεις ορισμένου χρόνου. Όλες οι πληροφορίες σχετικά με τρέχουσες ή επικείμενες προσκλήσεις εκδήλωσης ενδιαφέροντος, καθώς και λεπτομέρειες σχετικά με τις διαδικασίες υποβολής αιτήσεων, διατίθενται στον δικτυακό τόπο της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Επιλογής Προσωπικού (EPSO) στην ακόλουθη διεύθυνση: http://europa.eu/epso/»
86. Ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι αυτό το απόσπασμα του φυλλαδίου αφορούσε την πρόσληψη έκτακτων και/ή συμβασιούχων υπαλλήλων από το Κοινοβούλιο, δεδομένου ότι οι υπάλληλοι προσλαμβάνονται για αορίστου χρόνου. Επιπλέον, το φυλλάδιο ανέφερε ρητά ότι «όλες οι πληροφορίες σχετικά με τις τρέχουσες και τις επικείμενες προσκλήσεις εκδήλωσης ενδιαφέροντος» διατίθενται στον δικτυακό τόπο της EPSO (η υπογράμμιση δική μου).
87. Ως εκ τούτου, κατά την άποψη της Διαμεσολαβήτριας, το Κοινοβούλιο δεσμεύτηκε να δημοσιεύσει λεπτομέρειες σχετικά με τις διαδικασίες επιλογής έκτακτων και/ή συμβασιούχων υπαλλήλων στον ιστότοπο της EPSO, ή τουλάχιστον να δώσει αυτή την εντύπωση.
88. Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι, στη γνώμη του, το Κοινοβούλιο εξήγησε ότι είχε την άποψη ότι δεν θα ήταν σκόπιμο να ζητηθεί η βοήθεια της EPSO λόγω των πολύ συγκεκριμένων προφίλ που ζητήθηκαν.[14] Μολονότι το Κοινοβούλιο μπορεί πράγματι να είχε βάσιμους λόγους να μην ζητήσει τη βοήθεια της EPSO υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης, γεγονός παραμένει ότι είχε ανακοινώσει δημοσίως ότι «όλες οι πληροφορίες σχετικά με τις τρέχουσες και τις επικείμενες προσκλήσεις εκδήλωσης ενδιαφέροντος» θα μπορούσαν να βρεθούν στον ιστότοπο της EPSO. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι το εν λόγω φυλλάδιο ήταν πιθανό να παραπλανήσει δυνητικούς αιτούντες όσον αφορά τη δημοσίευση κενών θέσεων από το Κοινοβούλιο.
89. Για τους λόγους αυτούς, ο Διαμεσολαβητής καταλήγει στο συμπέρασμα ότι το Κοινοβούλιο διέπραξε κρούσμα κακοδιοίκησης στην παρούσα υπόθεση.
90. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής θα διατυπώσει επικριτική παρατήρηση εν προκειμένω.
ΣΤ. Ισχυρισμός περί μη συμπερίληψης των προσκλήσεων εκδήλωσης ενδιαφέροντος και/ή των σχετικών περιγραφών καθηκόντων, των απαιτήσεων σχετικά με τα προσόντα και την πείρα στην ημερήσια διάταξη του διοικητικού συμβουλίου
Επιχειρήματα που υποβλήθηκαν στον Διαμεσολαβητή
91. Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι το Κοινοβούλιο δεν συμπεριέλαβε τις προσκλήσεις εκδήλωσης ενδιαφέροντος, τις σχετικές περιγραφές καθηκόντων και τις απαιτήσεις σχετικά με τα προσόντα και την πείρα στην ημερήσια διάταξη των συνεδριάσεων του διοικητικού συμβουλίου πριν από τη δημοσιοποίηση των προσκλήσεων εκδήλωσης ενδιαφέροντος.
92. Στη γνώμη του, το Κοινοβούλιο ανέφερε ότι το διοικητικό συμβούλιο δεν ήταν αρμόδιο να εξετάσει τις αιτήσεις υπό το πρίσμα των προσκλήσεων εκδήλωσης ενδιαφέροντος, κάτι που αποτελούσε αποκλειστική αρμοδιότητα της εξεταστικής επιτροπής.
93. Στην απάντησή του στο αίτημα του Διαμεσολαβητή για περαιτέρω πληροφορίες, το Κοινοβούλιο ανέφερε ότι το διοικητικό συμβούλιο ενημερωνόταν τακτικά για την πρόοδο της διαδικασίας επιλογής όσον αφορά τις 13 θέσεις συμβασιούχων υπαλλήλων. Όσον αφορά τη θέση έκτακτου υπαλλήλου AD 12, το Κοινοβούλιο υποστήριξε ότι ο ρόλος του διοικητικού συμβουλίου περιοριζόταν στη διατύπωση σύστασης προς το Κοινοβούλιο. Το Κοινοβούλιο πρόσθεσε ότι το διοικητικό συμβούλιο έλαβε τις απαραίτητες πληροφορίες και έγγραφα προκειμένου να διατυπώσει τεκμηριωμένη σύσταση.
Η αξιολόγηση του Διαμεσολαβητή
94. Κατά την άποψη του Διαμεσολαβητή, το κύριο ερώτημα που πρέπει να εξεταστεί είναι κατά πόσον το διοικητικό συμβούλιο θα έπρεπε να είχε εξετάσει τις προσκλήσεις εκδήλωσης ενδιαφέροντος πριν από τη δημοσίευσή τους.
95. Στο πλαίσιο αυτό, είναι αναγκαίο να αναλυθούν οι κανόνες του διοικητικού συμβουλίου («οι κανόνες»). Ειδικότερα, το άρθρο 1, παράγραφος 1, («Αποστολή») της κανονιστικής ρυθμίσεως ορίζει τα εξής (στη γαλλική γλώσσα):
«Το Conseil de Direction [Συμβούλιο Επιτρόπων] εποπτεύει τις les travaux de création de la Maison de l'histoire européenne. Il prend les décisions fondamentales concernant les missions de cet organisme. Διεύθυνση: Συμμετέχων
-il détermine les grandes lignes de sa προγραμματισμός·
-επιβλέπουν τις δραστηριότητες της réalisation de ce projet·
-προτείνω την υποψηφιότητα του άμεσου εισηγητή.»
96. Κατά την άποψη του Διαμεσολαβητή, οι προσκλήσεις εκδήλωσης ενδιαφέροντος δεν φαίνεται να συγκαταλέγονται στις «θεμελιώδεις αποφάσεις σχετικά με τις αποστολές» του Σπιτιού της Ευρωπαϊκής Ιστορίας. Ειδικότερα, οι προσκλήσεις εκδήλωσης ενδιαφέροντος δεν φαίνεται να σχετίζονται με τις κύριες γραμμές του προγράμματος του Σπιτιού της Ευρωπαϊκής Ιστορίας ή με την εποπτεία των εργασιών της ομάδας που είναι υπεύθυνη για το εν λόγω έργο. Επιπλέον, μολονότι το διοικητικό συμβούλιο ήταν αρμόδιο να προτείνει τον διορισμό του διευθυντή, αυτό δεν συνεπάγεται κατ’ ανάγκη ότι έπρεπε να εξετάσει τις προσκλήσεις εκδήλωσης ενδιαφέροντος.
97. Ως εκ τούτου, δεν φαίνεται ότι το διοικητικό συμβούλιο θα έπρεπε να είχε εξετάσει τις προσκλήσεις εκδήλωσης ενδιαφέροντος. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής καταλήγει στο συμπέρασμα ότι το Κοινοβούλιο δεν παρέλειψε να συμπεριλάβει τις προσκλήσεις εκδήλωσης ενδιαφέροντος στην ημερήσια διάταξη των συνεδριάσεων του διοικητικού συμβουλίου πριν από τη δημοσιοποίηση των προσκλήσεων εκδήλωσης ενδιαφέροντος. Επιπλέον, κατά τη διάρκεια της έρευνας της Διαμεσολαβήτριας συγκεντρώθηκαν πολλά στοιχεία για να υποστηριχθεί ο ισχυρισμός του Κοινοβουλίου ότι το διοικητικό συμβούλιο ήταν καλά ενημερωμένο σχετικά με την πρόοδο της διαδικασίας επιλογής, συμπεριλαμβανομένης ιδίως της επιλογής του διευθυντή του Σπιτιού της Ευρωπαϊκής Ιστορίας (δηλαδή της θέσης AD 12).
98. Ως εκ τούτου, ο έκτος ισχυρισμός θα πρέπει να θεωρηθεί αβάσιμος.
Ζ. Επί της αξιώσεως
Επιχειρήματα που υποβλήθηκαν στον Διαμεσολαβητή
99. Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι το Κοινοβούλιο θα πρέπει να ακυρώσει τη διαδικασία πρόσληψης και να την διαφημίσει εκ νέου σύμφωνα με το καθεστώς που εφαρμόζεται στο λοιπό προσωπικό και τον κώδικα ορθής διοικητικής συμπεριφοράς.
100. Το Κοινοβούλιο αμφισβήτησε τον ισχυρισμό του καταγγέλλοντος, δεδομένου ότι, κατά την άποψή του, δεν διέπραξε κανένα κρούσμα κακοδιοίκησης.
Η αξιολόγηση του Διαμεσολαβητή
101. Ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι ένας από τους ισχυρισμούς του καταγγέλλοντος είναι εν μέρει βάσιμος, όπως εξηγείται ανωτέρω. Ωστόσο, παραμένει το ερώτημα κατά πόσον η ακύρωση της διαδικασίας πρόσληψης και η εκ νέου διαφήμισή της θα αποτελούσε κατάλληλο τρόπο για την εξάλειψη της κακοδιοίκησης που προκύπτει από το γεγονός ότι το Κοινοβούλιο δεν τήρησε την (τουλάχιστον προφανή) δέσμευσή του να δημοσιεύει πληροφορίες σχετικά με την εν λόγω διαδικασία πρόσληψης στον ιστότοπο της EPSO.
102. Στο πλαίσιο αυτό, ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει ότι η διαδικασία πρόσληψης έχει ήδη ολοκληρωθεί και έχουν πραγματοποιηθεί διορισμοί. Ως εκ τούτου, είναι αναγκαίο να σταθμιστούν, αφενός, τα συμφέροντα του καταγγέλλοντος και, αφετέρου, τα συμφέροντα των προσώπων που έχουν διοριστεί, καθώς και το συμφέρον της υπηρεσίας. Στο πλαίσιο αυτό, θα πρέπει να δοθεί ιδιαίτερη προσοχή στην αρχή της αναλογικότητας και στην αρχή της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης [15].
103. Με βάση τα ανωτέρω, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι δεν είναι σκόπιμο να κληθεί το Κοινοβούλιο να εξετάσει το ενδεχόμενο ακύρωσης της διαδικασίας πρόσληψης και εκ νέου διαφήμισής της. Ως εκ τούτου, ο ισχυρισμός που προέβαλε ο καταγγέλλων δεν μπορεί να γίνει δεκτός υπό τις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης. Επιπλέον, ο Διαμεσολαβητής δεν είναι σε θέση να προβλέψει άλλες ενέργειες που θα μπορούσαν να εξαλείψουν την περίπτωση κακοδιοίκησης. Υπό τις συνθήκες αυτές, ο Διαμεσολαβητής θα περατώσει την υπόθεση με επικριτική παρατήρηση.
Η. Συμπεράσματα
Με βάση την έρευνά του σχετικά με την εν λόγω καταγγελία, ο Διαμεσολαβητής την περατώνει με την ακόλουθη επικριτική παρατήρηση και τις ακόλουθες περαιτέρω παρατηρήσεις:
Σε φυλλάδιο σχετικά με θέματα προσλήψεων, το Κοινοβούλιο ανέφερε ότι όλες οι πληροφορίες σχετικά με τρέχουσες ή επικείμενες προσκλήσεις εκδήλωσης ενδιαφέροντος για την πρόσληψη έκτακτων ή συμβασιούχων υπαλλήλων θα διατίθενται στον ιστότοπο της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Επιλογής Προσωπικού (EPSO). Ωστόσο, εν προκειμένω, το Κοινοβούλιο δεν παρέσχε τέτοιες πληροφορίες μέσω του ιστοτόπου της EPSO, αντίθετα προς τη δέσμευσή του ή τουλάχιστον αντίθετα προς την εντύπωση που είχε δώσει. Πρόκειται για περίπτωση κακοδιοίκησης.
Δεν διαπιστώθηκε κακοδιοίκηση όσον αφορά τους άλλους ισχυρισμούς του καταγγέλλοντος.
Ο καταγγέλλων και το Κοινοβούλιο θα ενημερωθούν για την απόφαση αυτή.
Περαιτέρω παρατηρήσεις
(1) Το Κοινοβούλιο θα μπορούσε να εξετάσει το ενδεχόμενο δημοσίευσης στον ιστότοπό του των κενών θέσεων που δεν δημοσιεύονται στην Επίσημη Εφημερίδα ή μέσω της EPSO.
(2) Το Κοινοβούλιο θα μπορούσε, εάν και όταν χρησιμοποιεί «έμμεσα» μέσα δημοσιότητας για τις κενές θέσεις, να δίνει ιδιαίτερη προσοχή στην ανάγκη να παρέχεται επαρκές χρονικό διάστημα στους υποψηφίους για να υποβάλουν αίτηση.
(3) Σε μελλοντικές προσκλήσεις εκδήλωσης ενδιαφέροντος, το Κοινοβούλιο θα μπορούσε να ενημερώνει τους δυνητικούς υποψηφίους σχετικά με το αν θα πραγματοποιηθούν συνεντεύξεις.
Π. Νικηφόρος Διαμαντούρος
Στρασβούργο, 23 Ιουλίου 2012
[1] Βλ., για παράδειγμα, την απόφαση του Διαμεσολαβητή επί της καταγγελίας 1386/2002/IP κατά της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, σημεία 1.1-1.2, και την απόφαση του Διαμεσολαβητή επί της καταγγελίας 353/99/ME κατά της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, σημείο 4.3.
[2] Βλ., κατ’ αναλογία, υπόθεση T-494/04 Neirinck κατά Επιτροπής [2006] SC-I-A-2-259 και SC-II-A-2-1345, σκέψη 101, υπόθεση T-56/89, Bataille κατά Κοινοβουλίου [1990] Συλλογή II-597, σκέψη 42, και υπόθεση T-357/04 Chetcuti κατά Επιτροπής [2006] SC-I-A-2-255 και SC-II-A-2-1323, σκέψη 49. Βλ. επίσης προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Y. Bot στην υπόθεση C-16/07 P, Chetcuti κατά Επιτροπής, Συλλογή 2008, σ. I-7469, σημεία 23 και 57.
[3] Υπόθεση T-357/04, Chetcuti κατά Επιτροπής, Συλλογή 2006, σ. SC-I-A-2-255 και SC-II-A-2-1323, σκέψη 51.
[4] Σύμφωνα με τις πληροφορίες που είναι διαθέσιμες στον ιστότοπό της: http://www.ne-mo.org
[5] Βλ. υποσημείωση 2 ανωτέρω.
[6] Βλ. άρθρο 1 παράγραφος 2 του παραρτήματος III του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης.
[7] Βλ. νομολογία που παρατίθεται στην υποσημείωση 2 ανωτέρω.
[8] Υπόθεση F-35/08 Pachtitis κατά Επιτροπής, απόφαση της 15ης Ιουνίου 2010, δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί στη Συλλογή.
[9] Προαναφερθείσα υπόθεση T-494/04, Neirinck κατά Επιτροπής.
[10] Υπόθεση F-35/08 Pachtitis κατά Επιτροπής, όπ.π., σκέψη 52· Η αίτηση αναιρέσεως που άσκησε η Επιτροπή κατά της αποφάσεως αυτής απορρίφθηκε: Υπόθεση T-361/10 P Παχτίτης κατά Επιτροπής, απόφαση της 14ης Δεκεμβρίου 2011, δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί στη Συλλογή.
[11] Βλ., για παράδειγμα, συνεκδικασθείσες υποθέσεις T-110/03, T-150/03 και T-405/03, Sison κατά Συμβουλίου, απόφαση της 26ης Απριλίου 2005, που δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί στη Συλλογή, σκέψη 98: «Λαμβανομένου υπόψη του τεκμηρίου νομιμότητας που ισχύει για κάθε δήλωση θεσμικού οργάνου, πρέπει να σημειωθεί ότι ο προσφεύγων δεν προσκόμισε κανένα στοιχείο που να αποδεικνύει ότι η δήλωση του Συμβουλίου –ότι είχε λάβει αρνητική γνώμη από τα ενδιαφερόμενα κράτη– είναι εσφαλμένη.»
[12] Βλ., για παράδειγμα, σημείο 95 της απόφασης του Διαμεσολαβητή σχετικά με την καταγγελία 1935/2008/FOR.
[13] Οι πληροφορίες αυτές διατίθενται ακόμη στον ιστότοπο του Κοινοβουλίου στη διεύθυνση http://www.europarl.europa.eu/aboutparliament/en/0079d60a3f/Recruitment.html
[14] Βλέπε σημείο 15 της παρούσας απόφασης.
[15] Βλ. υπόθεση T-10/02, Girardot κατά Επιτροπής, Συλλογή Υπ.Υπ. 2004, σ. A-109 και II-483 («προσωρινή απόφαση»), σκέψεις 85 έως 87.