FOR PREVIEWING & TESTING PURPOSES ONLY.
This notification will disappear once the page will be published.
This link is available for less than 30 minutes.
  • Με απλά λόγια
  • Μέγεθος κειμένου

Θέλετε να υποβάλετε αναφορά κατά ενός θεσμικού οργάνου ή οργανισμού της ΕΕ;

Τρέχουσα γλώσσα: 
  • Ελληνικά
Γλώσσα-πηγή: 
Διαθέσιμες γλώσσες : 
Η μετάφραση αυτής της σελίδας είναι προϊόν αυτόματης μετάφρασης.
Οι αυτόματες μεταφράσεις μπορεί να περιέχουν σφάλματα που δυνητικά μειώνουν τη σαφήνεια και την ακρίβεια· ο Διαμεσολαβητής δεν φέρει καμία ευθύνη για τυχόν αποκλίσεις. Για πιο αξιόπιστες πληροφορίες και μεγαλύτερη νομική ασφάλεια, ανατρέξτε στην πρωτότυπη έκδοση που αγγλικά περιέχεται στον ανωτέρω σύνδεσμο.
Για περισσότερες πληροφορίες συμβουλευτείτε τη γλωσσική και μεταφραστική πολιτική μας.

Απόφαση του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή με την οποία περατώνεται η έρευνά του σχετικά με την καταγγελία 682/2010/(TS)TN κατά της Ευρωπαϊκής Επιτροπής

Περίληψη της απόφασης επί της καταγγελίας 682/2010/(TS)TN κατά της Ευρωπαϊκής Επιτροπής

Η καταγγελία αφορά την άρνηση της Επιτροπής να παράσχει πλήρη πρόσβαση του κοινού σε τελική έκθεση που της υπέβαλε η Ευρωπαϊκή Ένωση για τη Διασφάλιση της Ποιότητας στην Τριτοβάθμια Εκπαίδευση («ENQA»), σχετικά με την προετοιμασία για τη δημιουργία ευρωπαϊκού μητρώου διασφάλισης της ποιότητας στην τριτοβάθμια εκπαίδευση («EQAR»).

Όσον αφορά το μέρος της έκθεσης που περιέχει δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, ο Διαμεσολαβητής επισήμανε ότι η Επιτροπή είχε, κατ’ αρχήν, το δικαίωμα να αρνηθεί την πρόσβαση, διότι ο καταγγέλλων δεν είχε αποδείξει τους λόγους για τους οποίους ήταν αναγκαία η διαβίβαση των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα. Ωστόσο, η Διαμεσολαβήτρια πρότεινε, ως φιλική λύση, να επανεξετάσει η Επιτροπή τη χορήγηση πρόσβασης σε άλλα τμήματα της έκθεσης.

Η Επιτροπή δεν συμφώνησε πλήρως με την προτεινόμενη φιλική λύση. Στη συνέχεια, ο Διαμεσολαβητής διαπίστωσε ότι η Επιτροπή δεν είχε παράσχει πειστικά επιχειρήματα ως προς τους λόγους για τους οποίους δεν μπορούσε να χορηγηθεί μερική πρόσβαση σε συγκεκριμένο τμήμα της έκθεσης. Πρόκειται για περίπτωση κακοδιοίκησης, για την οποία ο Διαμεσολαβητής διατύπωσε επικριτική παρατήρηση.

Ο Διαμεσολαβητής προέβη επίσης σε περαιτέρω παρατήρηση με στόχο την παροχή καλύτερης πληροφόρησης σχετικά με τις διαδικασίες στους αιτούντες που ζητούν πρόσβαση σε έγγραφα που περιέχουν δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα.

Το ιστορικό της καταγγελίας

1. Η καταγγελία αφορά την άρνηση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής να χορηγήσει πλήρη πρόσβαση του κοινού βάσει του κανονισμού 1049/2001 [1] στην τελική έκθεση του έργου EQAR 2007- 4214/001/-001. Η εν λόγω έκθεση υποβλήθηκε στην Επιτροπή από την Ευρωπαϊκή Ένωση για τη Διασφάλιση της Ποιότητας στην Τριτοβάθμια Εκπαίδευση («ENQA») και αφορούσε την προετοιμασία για τη δημιουργία του Ευρωπαϊκού Μητρώου Διασφάλισης της Ποιότητας στην Τριτοβάθμια Εκπαίδευση («έργο EQAR»)[2]. Το ENQA ήταν υπεύθυνο για τη δημιουργία του EQAR και υπέβαλε αίτηση χρηματοδότησης από την Επιτροπή στο πλαίσιο του προγράμματος διά βίου μάθησης.

2. Ο καταγγέλλων ζήτησε πρόσβαση στο εμπιστευτικό μέρος της τελικής έκθεσης του έργου EQAR 2007- 4214/001/-001, το οποίο περιέχει έκθεση που υποβλήθηκε στην Επιτροπή σχετικά με τις χρηματοοικονομικές πληροφορίες για τη σύσταση του EQAR.

3. Η Επιτροπή ζήτησε τη γνώμη του ENQA για να ρωτήσει αν συμφώνησε με την κοινοποίηση του εμπιστευτικού μέρους της τελικής έκθεσης. Η ENQA αντιτάχθηκε στην κοινοποίηση. Στη συνέχεια, η Επιτροπή ενημέρωσε τον καταγγέλλοντα ότι αρνείται την πρόσβαση του κοινού στο έγγραφο με την αιτιολογία ότι η γνωστοποίηση θα μπορούσε να υπονομεύσει την προστασία α) της ιδιωτικής ζωής και της ακεραιότητας του ατόμου, δηλαδή την εξαίρεση από την πρόσβαση του κοινού που προβλέπεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 στοιχείο β) του κανονισμού 1049/2001 [3] και β) των εμπορικών συμφερόντων ενός φυσικού ή νομικού προσώπου, συμπεριλαμβανομένης της διανοητικής ιδιοκτησίας, δηλαδή την εξαίρεση από την πρόσβαση του κοινού που προβλέπεται στο άρθρο 4 παράγραφος 2 πρώτη περίπτωση του κανονισμού 1049/2001 [4].

4. Ο καταγγέλλων ανανέωσε την αίτησή του για πρόσβαση αποστέλλοντας επιβεβαιωτική αίτηση.

5. Η Επιτροπή ζήτησε τη γνώμη του ENQA σε δύο ακόμη περιπτώσεις σχετικά με το θέμα. Η ENQA συμφώνησε τελικά να δημοσιοποιηθεί μια αναδιατυπωμένη έκδοση της τελικής έκθεσης, η οποία οδήγησε την Επιτροπή να χορηγήσει μερική πρόσβαση στην τελική έκθεση στις 5 Μαρτίου 2010. Η Επιτροπή αρνήθηκε να επιτρέψει την πρόσβαση σε τρία μέρη της τελικής έκθεσης, και συγκεκριμένα στο επιχειρηματικό σχέδιο του EQAR (που επισυνάπτεται στην τελική έκθεση)· Μέρος 6 της τελικής έκθεσης, με τίτλο «Συμμετοχή του προσωπικού»· και παράρτημα Ι της τελικής έκθεσης, με τίτλο «Πίνακας χρηματοοικονομικής πληροφόρησης».

6. Προς στήριξη της αποφάσεώς της να αρνηθεί την πρόσβαση, η Επιτροπή αιτιολόγησε τα ακόλουθα.

7. Η Επιτροπή υποστήριξε ότι το επιχειρηματικό σχέδιο του EQAR δεν ενέπιπτε στο πεδίο της αξιολόγησης της αίτησης πρόσβασης βάσει του κανονισμού 1049/2001, διότι ο καταγγέλλων είχε ήδη στην κατοχή του το εν λόγω έγγραφο.

8. Η Επιτροπή αρνήθηκε την πρόσβαση στο μέρος 6 της τελικής έκθεσης βάσει του άρθρου 4 παράγραφος 1 στοιχείο β) του κανονισμού 1049/2001 και της εξαίρεσής του από την πρόσβαση με σκοπό την προστασία της ιδιωτικής ζωής και της ακεραιότητας του ατόμου. Η Επιτροπή υποστήριξε ότι η εξαίρεση εφαρμοζόταν διότι αυτό το μέρος του εγγράφου περιέχει κατάλογο των προσώπων που συμμετείχαν στο έργο ανά κατηγορία, εταίρο και περίοδο ανάθεσης. Η Επιτροπή δήλωσε ότι οι πληροφορίες αυτές αποτελούν δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, διότι αφορούν ταυτοποιημένα πρόσωπα και δεδομένα ιδιωτικού χαρακτήρα σχετικά με την ανάθεση εργασίας και την αμοιβή τους στο πλαίσιο του εν λόγω έργου.

9. Η Επιτροπή αρνήθηκε την πρόσβαση στον πίνακα χρηματοοικονομικής πληροφόρησης βάσει του άρθρου 4 παράγραφος 2 πρώτη περίπτωση του κανονισμού 1049/2001 και της εξαίρεσής του από το δικαίωμα πρόσβασης, το οποίο αποσκοπούσε στην προστασία των εμπορικών συμφερόντων. Η Επιτροπή υπέβαλε στον καταγγέλλοντα περιγραφή της φύσης των μη δημοσιοποιημένων στοιχείων που περιέχονται στον πίνακα χρηματοοικονομικής πληροφόρησης [5]. Ωστόσο, η Επιτροπή υποστήριξε ότι τα ζητήματα που εξετάστηκαν στο μέρος 6 της τελικής έκθεσης και στον πίνακα χρηματοοικονομικής αναφοράς διακυβεύονταν σε εκκρεμείς διαφορές μεταξύ του καταγγέλλοντος και της ENQA. Η γνωστοποίηση αυτών των τμημάτων της τελικής έκθεσης θα έθετε σε κίνδυνο την ικανότητα της ENQA να παρουσιάσει αποτελεσματικά την υπόθεσή της επί ίσοις όροις με το άλλο μέρος/τα άλλα μέρη σε αυτές τις νομικές διαδικασίες. Αυτό θα έβλαπτε τα εμπορικά συμφέροντα της ENQA όσον αφορά την έκβαση της δίκης. Η Επιτροπή επισήμανε ότι, μολονότι η ENQA δεν είναι κερδοσκοπική οντότητα, ενεργεί όπως κάθε άλλος οικονομικός φορέας σε ανοικτή αγορά όταν ασκεί διάφορες από τις δραστηριότητές της, όπως η πρόσληψη προσωπικού και η αγορά εξοπλισμού και υπηρεσιών αναγκαίων για τη λειτουργία της. Επιπλέον, η Επιτροπή δήλωσε ότι δεν μπορούσε να χορηγηθεί πρόσβαση στο τμήμα σχετικά με τα πραγματοποιηθέντα έξοδα ταξιδίου και διαμονής του πίνακα οικονομικών εκθέσεων, διότι το μέρος αυτό περιέχει κατάλογο των προσώπων που ζήτησαν έξοδα ταξιδίου και διαμονής για το έργο. Οι πληροφορίες αυτές χαρακτηρίζονται ως δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, τα οποία προστατεύονται επίσης βάσει του άρθρου 4 παράγραφος 1 στοιχείο β) του κανονισμού 1049/2001.

10. Τέλος, η Επιτροπή επισήμανε ότι οι εξαιρέσεις από το δικαίωμα πρόσβασης βάσει του άρθρου 4 παράγραφος 1 του κανονισμού 1049/2001 δεν πρέπει να σταθμίζονται με υπέρτερο δημόσιο συμφέρον. Ωστόσο, η εξαίρεση που προβλέπεται στο άρθρο 4 παράγραφος 2 πρώτη περίπτωση του κανονισμού 1049/2001 πρέπει να αρθεί εάν υπάρχει υπερισχύον δημόσιο συμφέρον για τη γνωστοποίηση. Ένα τέτοιο συμφέρον πρέπει, αφενός, να είναι δημόσιο συμφέρον και, αφετέρου, να υπερτερεί της ζημίας που προκαλείται από τη γνωστοποίηση. Η Επιτροπή υπογράμμισε ότι σκοπός του κανονισμού 1049/2001 είναι η παροχή πρόσβασης του κοινού σε έγγραφα, η δημοσιοποίηση των οποίων δεν θα έθιγε δημόσιο συμφέρον ή ειδικά ιδιωτικά συμφέροντα. Δεδομένου ότι η πρόσβαση βάσει του κανονισμού 1049/2001 συνεπάγεται ότι όλα τα μέλη του κοινού μπορούν να έχουν πρόσβαση στο έγγραφο, δεν θα μπορούσε να ληφθεί υπόψη κανένα ειδικό συμφέρον ενός ατόμου, για παράδειγμα ένα ειδικό συμφέρον του αιτούντος, κατά την αξιολόγηση του κατά πόσον μπορεί να χορηγηθεί ή όχι πρόσβαση σε έγγραφο. Λαμβάνοντας υπόψη ότι μεγάλο μέρος των σχετικών εγγράφων είχε ήδη γνωστοποιηθεί, η Επιτροπή κατέληξε στο συμπέρασμα ότι δεν υπήρχαν στη διάθεσή της στοιχεία που θα μπορούσαν να υποδηλώνουν την ύπαρξη υπέρτερου δημόσιου συμφέροντος που θα υπερίσχυε της ανάγκης προστασίας των εμπορικών συμφερόντων της ENQA.

Επί του αντικειμένου της έρευνας

11. Στην καταγγελία του προς τον Διαμεσολαβητή, ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι η Επιτροπή δεν αιτιολόγησε επαρκώς την άρνησή της να χορηγήσει πλήρη πρόσβαση στο έγγραφο με τίτλο Εμπιστευτικό μέρος της τελικής έκθεσης του έργου EQAR 2007- 4214/001/-001, συμπεριλαμβανομένων των παραρτημάτων του.

12. Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι η Επιτροπή θα πρέπει να χορηγήσει πλήρη πρόσβαση στο έγγραφο με τίτλο Εμπιστευτικό μέρος της τελικής έκθεσης του έργου EQAR 2007- 4214/001/-001, συμπεριλαμβανομένων των παραρτημάτων του.

Η έρευνα

13. Ο Διαμεσολαβητής ζήτησε από την Επιτροπή να υποβάλει γνώμη σχετικά με την καταγγελία. Οι υπηρεσίες του Διαμεσολαβητή διενήργησαν επίσης έλεγχο του φακέλου της Επιτροπής επί του θέματος. Η Επιτροπή διατύπωσε τη γνώμη της σχετικά με την καταγγελία, η οποία διαβιβάστηκε στον καταγγέλλοντα με πρόσκληση να υποβάλει παρατηρήσεις. Ο Διαμεσολαβητής δεν έλαβε παρατηρήσεις από τον καταγγέλλοντα. Στις 25 Αυγούστου 2001, μετά από τηλεφωνική επικοινωνία με τον καταγγέλλοντα σχετικά με το θέμα, ο Διαμεσολαβητής υπέβαλε πρόταση στην Επιτροπή για φιλική επίλυση της υπόθεσης. Η απάντηση της Επιτροπής της 9ης Μαρτίου 2012 διαβιβάστηκε στον καταγγέλλοντα με πρόσκληση να υποβάλει παρατηρήσεις έως τις 30 Απριλίου 2012. Ο καταγγέλλων δεν υπέβαλε παρατηρήσεις.

Ανάλυση και συμπεράσματα του Διαμεσολαβητή

Α. Επί της προβαλλομένης ελλείψεως έγκυρης και επαρκούς αιτιολογίας για την άρνησή της να παράσχει πλήρη πρόσβαση

Επιχειρήματα που υποβλήθηκαν στον Διαμεσολαβητή

14. Στην καταγγελία του, ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι η άρνηση της Επιτροπής να εξετάσει αν το επιχειρηματικό σχέδιο EQAR μπορούσε να δημοσιοποιηθεί σήμαινε ότι δεν ήταν σε θέση να εξακριβώσει αν είχε στην κατοχή του την ίδια εκδοχή του επιχειρηματικού σχεδίου με εκείνη που είχε στην κατοχή της η Επιτροπή.

15. Ο καταγγέλλων αντιτάχθηκε επίσης στην απαλοιφή των ονομάτων των συμμετεχόντων μελών του προσωπικού στην έκθεση. Αναφέρθηκε στην ειδική έκθεση του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο στην καταγγελία 713/98/IJH, υποστηρίζοντας ότι τα ονόματα των υπαλλήλων δόθηκαν στην έκθεση προκειμένου να υπάρξει λογοδοσία για τη χρήση επιχορήγησης που χορηγήθηκε από την Επιτροπή.

16. Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε επίσης ότι οι πιθανές δυσμενείς συνέπειες για έναν διάδικο σε νομικές διαδικασίες δεν μπορούν να συνιστούν εμπορικά συμφέροντα κατά την έννοια της εξαίρεσης που προβλέπεται στο άρθρο 4 παράγραφος 2 πρώτη περίπτωση του κανονισμού 1049/2001. Επιπλέον, η ENQA δεν συνέταξε και δεν υπέβαλε την έκθεση στην Επιτροπή στο πλαίσιο ένδικων διαφορών στη Φινλανδία, αλλά την προσκόμισε στο πλαίσιο διοικητικών διαδικασιών μεταξύ της ENQA και της Επιτροπής. Η εξαίρεση από την πρόσβαση του κοινού σε σχέση με δικαστικές διαδικασίες (άρθρο 4 παράγραφος 2 δεύτερη περίπτωση του κανονισμού 1049/2001 [6]) δεν θα επέτρεπε στην Επιτροπή να αποφύγει την υποχρέωσή της να δημοσιοποιεί έγγραφα που έχουν συνταχθεί σε σχέση με αμιγώς διοικητική υπόθεση.

17. Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε επίσης ότι οι εμπορικές δραστηριότητες ενός μη κερδοσκοπικού οργανισμού δεν ταυτίζονται με τα «αντικειμενικά εμπορικά συμφέροντα που προβλέπονται στον κανονισμό». Κατά την άποψή του, η Επιτροπή δεν απέδειξε την ύπαρξη αντικειμενικών εμπορικών συμφερόντων που χρήζουν προστασίας. Ο τρόπος με τον οποίο η Επιτροπή αντιλαμβάνεται το προστατευόμενο εμπορικό συμφέρον συνεπάγεται ότι οι δραστηριότητες κάθε φορέα που αγοράζει υπηρεσίες στην ελεύθερη αγορά εμπίπτουν στην εξαίρεση του άρθρου 4 παράγραφος 2 πρώτη περίπτωση. Ο καταγγέλλων επισήμανε επίσης ότι οι εξαιρέσεις από το δικαίωμα πρόσβασης στα έγγραφα πρέπει να ερμηνεύονται και να εφαρμόζονται αυστηρά.

18. Τέλος, ο καταγγέλλων αντιτάχθηκε στην απόφαση της Επιτροπής να μην δημοσιοποιήσει τον σύνδεσμο που εμφανίζεται στη σελίδα 13 της τελικής έκθεσης υπό τον τίτλο «8 - Διάδοση και εκμετάλλευση», σύμφωνα με τη φράση που έχει ως εξής: «Ο δικτυακός τόπος του EQAR περιλαμβάνει έναν αποκλειστικό τομέα για τα μέλη του EQAR και τους επίσημους παρατηρητές της Γενικής Συνέλευσης, συμπεριλαμβανομένης της Επιτροπής. Είναι προσβάσιμο μέσω του εντύπου σύνδεσης στη διεύθυνση [διαγράφεται]».

19. Όσον αφορά το επιχειρηματικό σχέδιο του EQAR, η Επιτροπή παρέπεμψε στο περιεχόμενο της απάντησής της στην επιβεβαιωτική αίτηση του καταγγέλλοντος. Δεδομένου ότι ο καταγγέλλων είχε στην κατοχή του το επιχειρηματικό σχέδιο, η Επιτροπή αιτιολόγησε ότι, για λόγους οικονομίας των πόρων, δεν χρειαζόταν να εξετάσει αν θα μπορούσε να δημοσιοποιηθεί βάσει του κανονισμού 1049/2001.

20. Όσον αφορά την απαλοιφή των ονομάτων των συμμετεχόντων μελών του προσωπικού στο μέρος 6 της τελικής έκθεσης, η Επιτροπή ενέμεινε στο σκεπτικό που παρέθεσε στην απάντησή της στην επιβεβαιωτική αίτηση. Υποστήριξε ότι η απαλοιφή των ίδιων των ονομάτων δεν θα αρκούσε για την προστασία της ιδιωτικής ζωής των ενδιαφερόμενων προσώπων, διότι τα τελευταία θα μπορούσαν να προσδιοριστούν βάσει των υπόλοιπων πληροφοριών που περιέχονται στο μέρος αυτό, δηλαδή της κατηγορίας του προσωπικού τους και της περιόδου τοποθέτησής τους.

21. Όσον αφορά την ένσταση του καταγγέλλοντος σχετικά με το επιχείρημα ότι οι πιθανές αρνητικές συνέπειες ενός μέρους σε νομικές διαδικασίες συνιστούν εμπορικά συμφέροντα, η Επιτροπή δήλωσε εκ νέου ότι, παρόλο που η ENQA δεν είναι κερδοσκοπική οντότητα, ενεργεί όπως κάθε άλλος οικονομικός φορέας σε μια ανοικτή αγορά όταν ασκεί πολλές από τις δραστηριότητές της, όπως η πρόσληψη προσωπικού και η αγορά εξοπλισμού και υπηρεσιών που είναι απαραίτητες για τη λειτουργία της. Η δημοσιοποίηση των σχετικών τμημάτων της έκθεσης θα ήταν επιζήμια για τα εμπορικά συμφέροντα της ENQA ,, η οποία είναι ο συντάκτης του σχετικού εγγράφου. Το γεγονός ότι η ENQA αντιτάχθηκε στη γνωστοποίηση ορισμένων τμημάτων της εν λόγω έκθεσης δηλώνοντας ότι οι πληροφορίες που περιέχονται σε αυτά τα τμήματα είναι σημαντικές σε εκκρεμείς διαφορές αποτελεί ένα στοιχείο της αξιολόγησης της Επιτροπής σχετικά με τα εμπορικά συμφέροντα της ENQA. Η Επιτροπή υπενθύμισε τη δήλωσή της, στην επιβεβαιωτική απάντησή της, ότι η δημοσιοποίηση των απαλειφθέντων τμημάτων της τελικής έκθεσης βάσει του καθεστώτος πρόσβασης του κοινού θα έθετε σε κίνδυνο την ικανότητα της ENQA να παρουσιάσει αποτελεσματικά την υπόθεσή της επί ίσοις όροις με το άλλο μέρος/τα άλλα μέρη σε αυτές τις νομικές διαδικασίες. Ένα τέτοιο ενδεχόμενο θα έθιγε, με τη σειρά του, τα εμπορικά συμφέροντα της ENQA όσον αφορά την έκβαση της ένδικης διαφοράς.

22. Η Επιτροπή έκρινε ότι το καθεστώς της οικείας οντότητας, δηλαδή το γεγονός ότι η ENQA είναι μη κερδοσκοπική οργάνωση, δεν ασκεί επιρροή όσον αφορά την προστασία των εμπορικών συμφερόντων. Η Επιτροπή υποστήριξε ότι, από τη διατύπωση του άρθρου 4 παράγραφος 2 πρώτη περίπτωση του κανονισμού 1049/2001, η διάταξη αυτή εφαρμόζεται στα εμπορικά συμφέροντα κάθε νομικού προσώπου, δημόσιου ή ιδιωτικού.

23. Όσον αφορά την πιθανή ύπαρξη υπέρτερου δημόσιου συμφέροντος για τη γνωστοποίηση, η Επιτροπή προέβαλε τα ίδια επιχειρήματα με εκείνα που περιέχονται στην απάντησή της στην επιβεβαιωτική αίτηση του καταγγέλλοντος.

24. Όσον αφορά το επιχείρημα του καταγγέλλοντος ότι ο σύνδεσμος στη σελίδα 13 της τελικής έκθεσης θα πρέπει να δημοσιοποιείται εάν η Επιτροπή δεν είναι σε θέση να παρουσιάσει νομικό λόγο για την απόκρυψή του, η Επιτροπή δήλωσε ότι πρόκειται για εξωτερικό ιστότοπο στον οποίο έχει πρόσβαση βάσει της ιδιότητάς της ως παρατηρητή της οικείας Γενικής Συνέλευσης. Δεν πρόκειται για έγγραφο που έχει στην κατοχή του κατά την έννοια του άρθρου 3 του κανονισμού 1049/2001. Για τον λόγο αυτό, διαγράφηκε ο κωδικός πρόσβασης σύνδεσης για τον αποκλειστικό τομέα στον ιστότοπο του EQAR.

25. Για τους ανωτέρω λόγους, η Επιτροπή ενέμεινε στη θέση της ότι τα μέρη των εγγράφων που δεν είχαν δημοσιοποιηθεί καλύπτονταν σαφώς από τις εξαιρέσεις που προβλέπονται στον κανονισμό 1049/2001.

Η προκαταρκτική αξιολόγηση του Διαμεσολαβητή που οδήγησε σε πρόταση φιλικής λύσης

Επιχειρηματικό σχέδιο EQAR

26. Όσον αφορά το αίτημα πρόσβασης στο επιχειρηματικό σχέδιο του EQAR, η Διαμεσολαβήτρια επισημαίνει ότι ο καταγγέλλων υπέβαλε αίτημα πρόσβασης του κοινού στο επιχειρηματικό σχέδιο βάσει του κανονισμού 1049/2001. Το γεγονός ότι ο καταγγέλλων μπορεί να έχει αποκτήσει πρόσβαση στο επιχειρηματικό σχέδιο του EQAR αλλού δεν σημαίνει ότι το επιχειρηματικό σχέδιο του EQAR έχει δημοσιοποιηθεί. Κάθε αίτηση πρόσβασης του κοινού σε έγγραφα δυνάμει του κανονισμού 1049/2001 πρέπει να διεκπεραιώνεται σύμφωνα με τις διατάξεις του εν λόγω κανονισμού. Το οικείο θεσμικό όργανο μπορεί να αρνηθεί την πρόσβαση του κοινού μόνο εάν ισχύει μία από τις εξαιρέσεις για την πρόσβαση του κοινού που απαριθμούνται στο άρθρο 4 [7]. Στην παρούσα υπόθεση, ο Διαμεσολαβητής δεν είναι πεπεισμένος ότι οι λόγοι που προέβαλε η Επιτροπή για να αρνηθεί να διεκπεραιώσει το αίτημα του καταγγέλλοντος για πρόσβαση στο επιχειρηματικό σχέδιο του EQAR είναι σύμφωνοι με τις διατάξεις που ορίζονται στον κανονισμό 1049/2001. Η άρνηση αυτή θα εξεταστεί στην πρόταση του Διαμεσολαβητή για φιλική λύση που ακολουθεί.

Μέρος 6 της τελικής έκθεσης

27. Όσον αφορά το μέρος 6 της τελικής έκθεσης και τα ονόματα που παρατίθενται σε αυτό, ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι το Δικαστήριο αποφάνθηκε σχετικά με την αλληλεπίδραση μεταξύ των κανόνων της ΕΕ για την πρόσβαση του κοινού και των κανόνων της ΕΕ για την προστασία των δεδομένων στην υπόθεση Bavarian Lager [8]. Ο Ευρωπαίος Επόπτης Προστασίας Δεδομένων («ΕΕΠΔ») ανέλυσε περαιτέρω την υπόθεση Bavarian Lager σε ενημερωτικό έγγραφο της 24ης Μαρτίου 2011, με τίτλο «Πρόσβαση του κοινού σε έγγραφα που περιέχουν δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα μετά την απόφαση Bavarian Lager»[9]. Σύμφωνα με το μνημόνιο συμφωνίας [10] μεταξύ του Διαμεσολαβητή και του ΕΕΠΔ, στο οποίο τα δύο θεσμικά όργανα δεσμεύονται να υιοθετήσουν συνεκτική προσέγγιση όσον αφορά τις νομικές και διοικητικές πτυχές της προστασίας των δεδομένων, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί σκόπιμο να αναλύσει την παρούσα υπόθεση υπό το πρίσμα των κατευθυντήριων γραμμών και των συμπερασμάτων στα οποία κατέληξε ο ΕΕΠΔ στο ενημερωτικό του έγγραφο της 24ης Μαρτίου 2011 («το ενημερωτικό έγγραφο»).

28. Στο ενημερωτικό έγγραφο, ο ΕΕΠΔ καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η απόφαση Bavarian Lager ορίζει ότι τα επώνυμα και τα ονόματα μπορούν να θεωρούνται «δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα» και ότι η κοινοποίηση των δεδομένων αυτών εμπίπτει στον ορισμό της «επεξεργασίας» για τους σκοπούς του κανονισμού 45/2001 [11] (κανονισμός για την προστασία των δεδομένων)[12]. Όταν μια αίτηση πρόσβασης του κοινού δυνάμει του κανονισμού 1049/2001 αποσκοπεί στην απόκτηση πρόσβασης σε έγγραφα που περιέχουν δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, οι διατάξεις του κανονισμού 45/2001 εφαρμόζονται στο σύνολό τους [13]. Η εν λόγω αίτηση πρόσβασης του κοινού πρέπει να εξετάζεται από τα εμπλεκόμενα θεσμικά όργανα σύμφωνα με το άρθρο 8 στοιχείο β) του κανονισμού 45/2001 [14]. Προκειμένου να επιτραπεί η πρόσβαση σε δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα σύμφωνα με το άρθρο 8 στοιχείο β) του κανονισμού 45/2001, ο αποδέκτης πρέπει να αποδείξει την αναγκαιότητα της διαβίβασης των δεδομένων και το θεσμικό όργανο πρέπει να εξετάσει αν δεν υπάρχει λόγος να υποτεθεί ότι ενδέχεται να θιγούν τα έννομα συμφέροντα του υποκειμένου των δεδομένων. Αυτό σημαίνει ότι το οικείο ίδρυμα πρέπει να προβεί σε στάθμιση των διακυβευόμενων συμφερόντων και ότι η δημοσιοποίηση επιτρέπεται μόνο εφόσον πληρούνται και οι δύο προϋποθέσεις.

29. Ο ΕΕΠΔ καταλήγει στο συμπέρασμα ότι το άρθρο 8 στοιχείο β) του κανονισμού 45/2001 απαιτεί από το πρόσωπο που ζητεί πρόσβαση να παρέχει ρητή και νόμιμη αιτιολόγηση ή πειστικά επιχειρήματα προκειμένου να καταδείξει την ανάγκη διαβίβασης των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα [15]. Όσον αφορά τα έννομα συμφέροντα του υποκειμένου των δεδομένων, ο ΕΕΠΔ δηλώνει ότι, σε περίπτωση αμφιβολίας ως προς το αν αυτά θα θιγούν από τη διαβίβαση, φαίνεται εύλογο το υποκείμενο των δεδομένων να κληθεί να εκθέσει τις απόψεις του σχετικά με την πιθανή διαβίβαση. Ωστόσο, αυτή η πρόσκληση να εκθέσει τις απόψεις του δεν θα πρέπει να εκληφθεί ως αίτημα συγκατάθεσης για τη μεταφορά, αλλά ως μέτρο που επιτρέπει στο θεσμικό όργανο να λάβει τεκμηριωμένη απόφαση.

30. Βάσει των ανωτέρω, ο Διαμεσολαβητής διαπιστώνει ότι η Επιτροπή ορθώς θεώρησε ότι τα ονόματα των προσώπων που απαριθμούνται στο μέρος 6 της τελικής έκθεσης αποτελούσαν δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα. Ωστόσο, το γεγονός αυτό θα έπρεπε να είχε ωθήσει την Επιτροπή να προβεί σε πλήρη ανάλυση της αίτησης πρόσβασης στα ονόματα αυτά σύμφωνα με το άρθρο 8 στοιχείο β) του κανονισμού 45/2001 [16]. Η Επιτροπή δεν φαίνεται να το έπραξε. Η μη διενέργεια πλήρους ανάλυσης της αίτησης πρόσβασης θα εξεταστεί στην πρόταση του Διαμεσολαβητή για φιλική λύση κατωτέρω.

31. Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει επίσης το επιχείρημα της Επιτροπής ότι η απαλοιφή των ονομάτων δεν θα επαρκούσε για την προστασία της ιδιωτικής ζωής των ενδιαφερόμενων προσώπων, δεδομένου ότι τα πρόσωπα αυτά θα μπορούσαν να προσδιοριστούν βάσει των υπόλοιπων πληροφοριών που περιέχονται στο μέρος 6 της τελικής έκθεσης, δηλαδή της κατηγορίας προσωπικού τους και της περιόδου διορισμού τους. Επομένως, σύμφωνα με την Επιτροπή, ούτε οι πληροφορίες αυτές μπορούσαν να κοινοποιηθούν.

32. Στο πλαίσιο αυτό, ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει ότι το άρθρο 2 του κανονισμού 45/2001 ορίζει ότι «[στ] ή οι σκοποί του παρόντος κανονισμού: α) «δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα»: κάθε πληροφορία που αφορά ταυτοποιημένο ή ταυτοποιήσιμο φυσικό πρόσωπο, το οποίο στο εξής καλείται «υποκείμενο των δεδομένων»· πρόσωπο του οποίου η ταυτότητα μπορεί να εξακριβωθεί είναι εκείνο του οποίου η ταυτότητα μπορεί να εξακριβωθεί, άμεσα ή έμμεσα, ιδίως βάσει αριθμού ταυτότητας ή βάσει ενός ή περισσότερων συγκεκριμένων στοιχείων που χαρακτηρίζουν την υπόστασή του από φυσική, βιολογική, ψυχολογική, οικονομική, πολιτιστική ή κοινωνική άποψη· …»

33. Ωστόσο, ο Διαμεσολαβητής δεν θεωρεί ότι η Επιτροπή εξήγησε με ποιον τρόπο οι πληροφορίες σχετικά με τις κατηγορίες προσωπικού και τις περιόδους τοποθέτησης θα καθιστούσαν ταυτοποιήσιμα τα άτομα που απαριθμούνται στο μέρος 6 της τελικής έκθεσης.

34. Επομένως, η Επιτροπή δεν ανέλυσε επαρκώς την πτυχή αυτή της αιτήσεως προσβάσεως όσον αφορά το έκτο μέρος της τελικής εκθέσεως, ιδίως βάσει του άρθρου 2 και, ενδεχομένως, του άρθρου 8, στοιχείο β ́, του κανονισμού 45/2001. Η μη ανάλυση αυτής της πτυχής του αιτήματος πρόσβασης θα εξεταστεί στην πρόταση του Διαμεσολαβητή για φιλική λύση κατωτέρω.

Πίνακας χρηματοοικονομικής πληροφόρησης

35. Όσον αφορά τα επιχειρήματα της Επιτροπής υπέρ της άρνησης πρόσβασης στον πίνακα χρηματοοικονομικών εκθέσεων, ο Διαμεσολαβητής δεν είναι πεπεισμένος ότι η ενδεχόμενη έκβαση της διαφοράς μπορεί να συνιστά εμπορικό συμφέρον κατά την έννοια του άρθρου 4 παράγραφος 2 πρώτη περίπτωση του κανονισμού 1049/2001.

36. Ωστόσο, στη γνωμοδότησή της επί της καταγγελίας, η Επιτροπή υποστηρίζει επίσης ότι η δημοσιοποίηση του πίνακα χρηματοοικονομικής πληροφόρησης θα ήταν, αυτή καθαυτή, επιζήμια για τα εμπορικά συμφέροντα της ENQA. Κατά την Επιτροπή, μολονότι η ENQA είναι κερδοσκοπική οντότητα, ενεργεί όπως κάθε άλλος οικονομικός φορέας σε μια ανοικτή αγορά όταν ασκεί πολλές από τις δραστηριότητές της. Αυτές περιλαμβάνουν την πρόσληψη προσωπικού και την αγορά εξοπλισμού και υπηρεσιών που είναι απαραίτητες για τη λειτουργία του. Αφού εξέτασε το εν λόγω έγγραφο, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί το επιχείρημα αυτό βάσιμο. Ο Διαμεσολαβητής θεωρεί επίσης βάσιμο το επιχείρημα της Επιτροπής ότι δεν υπάρχει υπερισχύον δημόσιο συμφέρον για τη γνωστοποίηση.

37. Βάσει των συμπερασμάτων που παρατίθενται στη σκέψη 36 ανωτέρω, ο Διαμεσολαβητής καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η άρνηση παροχής στο κοινό πρόσβασης στον πίνακα χρηματοοικονομικής πληροφόρησης ήταν δικαιολογημένη.

Σύνδεσμος προς τον ιστότοπο στη σελίδα 13 της τελικής έκθεσης

38. Αφού εξέτασε το εν λόγω έγγραφο, η Διαμεσολαβήτρια επισημαίνει ότι η Επιτροπή διέγραψε από το κοινοποιηθέν έγγραφο όχι μόνο τον κωδικό πρόσβασης για τα μέλη του EQAR ώστε να έχουν πρόσβαση στον αποκλειστικό τομέα, αλλά και τον σύνδεσμο προς την ιστοσελίδα που περιέχει το έντυπο σύνδεσης. Ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει περαιτέρω ότι ο καταγγέλλων αντιτίθεται μόνο στη μη γνωστοποίηση του συνδέσμου. Δεν αμφισβητεί τη διαγραφή του κωδικού πρόσβασης σύνδεσης.

39. Η Επιτροπή αρνήθηκε την πρόσβαση στον σύνδεσμο προς την ιστοσελίδα ισχυριζόμενη ότι η ιστοσελίδα δεν είναι «έγγραφο που έχει στην κατοχή της». Συναφώς, ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει ότι ο καταγγέλλων ζήτησε πρόσβαση στο έγγραφο στο οποίο αναφέρεται ο σύνδεσμος και όχι στην ίδια την ιστοσελίδα στην οποία οδηγεί ο σύνδεσμος αυτός. Το έγγραφο στο οποίο αναφέρεται ο σύνδεσμος είναι σαφώς ένα έγγραφο που έχει στην κατοχή της η Επιτροπή και ο σύνδεσμος αποτελεί συστατικό στοιχείο του εν λόγω εγγράφου.

40. Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι, εάν το σκεπτικό της Επιτροπής θεωρηθεί έγκυρο, θα οδηγήσει σε μια παράλογη κατάσταση κατά την οποία όλοι οι σύνδεσμοι προς εξωτερικές ιστοσελίδες που αναφέρονται σε έγγραφο που κατέχει η Επιτροπή, συμπεριλαμβανομένων των συνδέσμων προς δημόσιες ιστοσελίδες, θα πρέπει να διαγραφούν πριν από τη δημοσίευση του εγγράφου.

41. Μολονότι ο εν λόγω σύνδεσμος αποτελεί σαφώς μέρος εγγράφου που έχει στην κατοχή της η Επιτροπή, πρέπει ακόμη να εξεταστεί αν το εν λόγω μέρος του εγγράφου πρέπει να διαγραφεί, σύμφωνα με τις εξαιρέσεις από την πρόσβαση που προβλέπονται στο άρθρο 4 του κανονισμού 1049/2001. Δεδομένου ότι η Επιτροπή υποστήριξε απλώς ότι το αίτημα αφορούσε έγγραφο που δεν είχε στην κατοχή της, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι η Επιτροπή δεν αιτιολόγησε δεόντως την άρνησή της να παράσχει πρόσβαση στον σύνδεσμο. Η μη ορθή αιτιολόγηση της άρνησής του να παράσχει πρόσβαση στον σύνδεσμο θα εξεταστεί στην πρόταση του Διαμεσολαβητή για φιλική λύση κατωτέρω.

Η πρόταση φιλικής λύσης

42. Με βάση την ανωτέρω ανάλυση και τα πορίσματα των παραγράφων 26, 30, 34 και 41, ο Διαμεσολαβητής υπέβαλε την ακόλουθη πρόταση για φιλική λύση:

Η Επιτροπή θα μπορούσε να επανεξετάσει την παροχή πρόσβασης στο επιχειρηματικό σχέδιο του EQAR, στο μέρος 6 της τελικής έκθεσης και στον σύνδεσμο στη σελίδα 13 της τελικής έκθεσης.

Τα επιχειρήματα που παρουσιάστηκαν στον Διαμεσολαβητή μετά την πρόταση φιλικής λύσης

43. Στην απάντησή της προς τη Διαμεσολαβήτρια, η Επιτροπή δήλωσε ότι θεωρούσε ότι είχε αποδεχθεί την πρόταση φιλικής λύσης. Η Επιτροπή επανεξέτασε τη δυνατότητα παροχής δημόσιας πρόσβασης στο επιχειρηματικό σχέδιο EQAR διαβουλευόμενη με τον συντάκτη του εγγράφου, ο οποίος δεν αντιτάχθηκε στη δημοσιοποίησή του. Ως εκ τούτου, η Επιτροπή αποφάσισε να δημοσιοποιήσει το επιχειρηματικό σχέδιο EQAR, το οποίο είναι πλέον προσβάσιμο στο κοινό.

44. Η Επιτροπή δεν έκρινε αναγκαίο να επανεξετάσει τη δυνατότητα χορήγησης πρόσβασης του κοινού στο μέρος 6 της τελικής έκθεσης, δεδομένης της πρόσφατης απόφασης του Γενικού Δικαστηρίου στην υπόθεση T-82/09 [17] και της παράλειψης του καταγγέλλοντος να παράσχει συγκεκριμένους λόγους που να δικαιολογούν το αίτημα διαβίβασης δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα.

45. Η Επιτροπή αναγνώρισε ότι δεν υπήρχε λόγος να προστατευθεί ο σύνδεσμος στη σελίδα 13 της τελικής έκθεσης. Η «σύνδεση» και ο «κωδικός πρόσβασης» στη σελίδα 13 της τελικής έκθεσης διαγράφηκαν για να αποτραπεί η πρόσβαση στον εσωτερικό ιστότοπο του EQAR. Ωστόσο, η ίδια η φόρμα σύνδεσης, στην οποία οδηγεί ο σύνδεσμος, δεν περιέχει ουσιαστικό περιεχόμενο.

Η αξιολόγηση του Διαμεσολαβητή μετά την πρόταση φιλικής λύσης που υπέβαλε

46. Η Διαμεσολαβήτρια εκφράζει την ικανοποίησή της για την απόφαση της Επιτροπής να καταστήσει το επιχειρηματικό σχέδιο του EQAR προσιτό στο κοινό. Ο Διαμεσολαβητής επικροτεί επίσης την προθυμία της Επιτροπής να αποδεχθεί το σκεπτικό του όσον αφορά τον σύνδεσμο στη σελίδα 13 της τελικής έκθεσης, αναγνωρίζοντας ότι δεν υπήρχε λόγος προστασίας του. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η Επιτροπή έχει λάβει μέτρα για τη διευθέτηση αυτών των πτυχών της καταγγελίας.

47. Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει περαιτέρω ότι, παρά το γεγονός ότι διαπίστωσε ότι ο σύνδεσμος στη σελίδα 13 της τελικής έκθεσης θα έπρεπε να είχε γνωστοποιηθεί, η Επιτροπή δεν φαίνεται να έχει παράσχει στον καταγγέλλοντα επικαιροποιημένη έκδοση της σελίδας 13 της τελικής έκθεσης, η οποία να περιέχει τον σύνδεσμο. Ωστόσο, αφού εξέτασε το σχετικό έγγραφο και επισκέφθηκε το έντυπο σύνδεσης στο οποίο οδηγεί ο σύνδεσμος, ο Διαμεσολαβητής συμφωνεί με την Επιτροπή ότι το έντυπο σύνδεσης δεν περιέχει ουσιαστικό περιεχόμενο. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής δεν θα δώσει περαιτέρω συνέχεια στο θέμα αυτό.

48. Όσον αφορά το μέρος 6 της τελικής έκθεσης, ο Διαμεσολαβητής σημειώνει τη δήλωση της Επιτροπής, στην απάντησή της στην πρόταση για φιλική λύση, υποστηρίζοντας ότι δεν χρειάστηκε να επανεξετάσει την αίτηση πρόσβασης εν προκειμένω. Η Διαμεσολαβήτρια επισημαίνει, ωστόσο, ότι η Επιτροπή παρέσχε πρόσθετους λόγους για τους οποίους θεωρεί ότι η παροχή πρόσβασης του κοινού στο εν λόγω έγγραφο δεν συνάδει με την ισχύουσα νομοθεσία. Εν κατακλείδι, η Επιτροπή υποστήριξε ότι ο καταγγέλλων δεν έχει παράσχει συγκεκριμένους λόγους που να δικαιολογούν το αίτημα διαβίβασης δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα.

49. Όπως επισημαίνεται στην πρόταση για φιλική λύση, η νομολογία των δικαστηρίων της ΕΕ ορίζει ότι η αίτηση πρόσβασης του κοινού σε έγγραφο που περιέχει δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα πρέπει να εξετάζεται σύμφωνα με το άρθρο 8 στοιχείο β) του κανονισμού 45/2001 [18], πράγμα που σημαίνει ότι, ως πρώτο βήμα, ο αιτών πρέπει να αποδείξει την ανάγκη διαβίβασης των δεδομένων [19]. Φαίνεται, εν προκειμένω, ότι ο καταγγέλλων δεν το έπραξε και, ως εκ τούτου, η Επιτροπή δικαιούται, κατ’ αρχήν, να αρνηθεί την πρόσβαση βάσει του άρθρου 4 παράγραφος 1 στοιχείο β) του κανονισμού 1049/2001.

50. Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει, ωστόσο, ότι ο καταγγέλλων υπέβαλε το αίτημα πρόσβασης στο μέρος 6 της τελικής έκθεσης πριν από τον περαιτέρω καθορισμό από τα δικαστήρια της ΕΕ της εξαίρεσης από το δικαίωμα πρόσβασης του κοινού σε δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα που προβλέπεται στο άρθρο 4 παράγραφος 1 στοιχείο β) του κανονισμού 1049/2001. Ως εκ τούτου, ο καταγγέλλων ενδέχεται να μην γνώριζε τότε την υποχρέωσή του να αποδείξει την αναγκαιότητα της διαβίβασης των δεδομένων. Ωστόσο, ο καταγγέλλων θα μπορούσε να εξετάσει το ενδεχόμενο υποβολής νέου αιτήματος πρόσβασης, αποδεικνύοντας την αναγκαιότητα αυτή παρέχοντας ρητές και νόμιμες αιτιολογήσεις.

51. Εάν ένα θεσμικό όργανο διαπιστώσει ότι ο κανονισμός 45/2001 εφαρμόζεται σε αίτηση πρόσβασης του κοινού σε έγγραφο και η πρόσβαση στο εν λόγω έγγραφο απορρίπτεται επειδή ο αιτών δεν προσπάθησε να αποδείξει την αναγκαιότητα διαβίβασης δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι είναι σκόπιμο το θεσμικό όργανο, όταν ενημερώνει τον αιτούντα για το δικαίωμά του να υποβάλει επιβεβαιωτική αίτηση σύμφωνα με το άρθρο 7 του κανονισμού 1049/2001, να ενημερώνει επίσης τον αιτούντα για την υποχρέωση να αποδείξει την εν λόγω αναγκαιότητα. Αυτό θα ήταν σύμφωνο με τις αρχές της χρηστής διοίκησης και της νοοτροπίας παροχής υπηρεσιών και, ειδικότερα, με το άρθρο 10 παράγραφος 3 του ευρωπαϊκού κώδικα χρηστής διοίκησης, σχετικά με τις συμβουλές που παρέχονται στους πολίτες. Ο Διαμεσολαβητής θα προβεί σε περαιτέρω παρατήρηση σχετικά με το θέμα αυτό.

52. Όσον αφορά το ζήτημα αν θα ήταν δυνατή η χορήγηση μερικής πρόσβασης στο μέρος 6 της τελικής έκθεσης [20], ο Διαμεσολαβητής εμμένει στην ανησυχία που εκτίθεται στις σκέψεις 31-33 ανωτέρω, δηλαδή ότι η Επιτροπή δεν εξήγησε με ποιον τρόπο οι πληροφορίες σχετικά με τις κατηγορίες προσωπικού και τις περιόδους τοποθέτησης θα καθιστούσαν δυνατή την ταυτοποίηση των ατόμων κατά την έννοια του άρθρου 2 του κανονισμού 45/2001. Ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει συναφώς ότι, εάν οι πληροφορίες δεν θεωρούνται δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα για τους σκοπούς του κανονισμού 45/2001, δεν ισχύει η απαίτηση να αποδείξει ο αιτών την αναγκαιότητα της διαβίβασης των δεδομένων, όπως περιγράφεται στη σκέψη 48 ανωτέρω. Βάσει των ανωτέρω, η άρνηση της Επιτροπής να δημοσιοποιήσει το εν λόγω έγγραφο μετά τη διαγραφή των ονομάτων συνιστά περίπτωση κακοδιοίκησης και ο Διαμεσολαβητής θα διατυπώσει επικριτική παρατήρηση σχετικά με την εν λόγω πτυχή της καταγγελίας.

53. Πριν λάβει την απόφασή του στην παρούσα υπόθεση, ο Διαμεσολαβητής διάβασε προσεκτικά την πρόσφατη απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου στην υπόθεση T-190/10 [21]. Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι η απόφαση αυτή εκδόθηκε αφού ο Διαμεσολαβητής διατύπωσε την πρότασή του για φιλική λύση στην παρούσα υπόθεση και αφού η Επιτροπή έδωσε την απάντησή της στην εν λόγω πρόταση. Στην υπόθεση T-190/10, το Γενικό Δικαστήριο έκρινε ότι ένα θεσμικό όργανο μπορούσε να αρνηθεί την πρόσβαση του κοινού σε έγγραφο που περιέχει δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα μόνον εάν, ως πρώτο βήμα, εξηγούσε τον τρόπο με τον οποίο η πρόσβαση στο εν λόγω έγγραφο θα μπορούσε να υπονομεύσει συγκεκριμένα και αποτελεσματικά την ιδιωτική ζωή των ενδιαφερόμενων προσώπων κατά την έννοια του άρθρου 4 παράγραφος 1 στοιχείο β) του κανονισμού 1049/2001 [22]. Κατά την άποψη του Διαμεσολαβητή, τα συμπεράσματα που παρατίθενται στις παραγράφους 51 και 52 συνάδουν όχι μόνο με την προηγούμενη νομολογία που αναφέρεται στην πρόταση φιλικής λύσης, αλλά και με τη μεταγενέστερη νομολογία.

Β. Συμπεράσματα

Με βάση την έρευνά του σχετικά με την εν λόγω καταγγελία, ο Διαμεσολαβητής την περατώνει με το ακόλουθο συμπέρασμα και επικριτική παρατήρηση:

Όσον αφορά το αίτημα πρόσβασης στο επιχειρηματικό σχέδιο του EQAR και τον σύνδεσμο στη σελίδα 13 της τελικής έκθεσης, η Επιτροπή έλαβε μέτρα για τη διευθέτηση του ζητήματος.

Κριτική παρατήρηση:

Όσον αφορά το μέρος 6 της τελικής έκθεσης, η Επιτροπή δεν εξήγησε με ποιον τρόπο οι πληροφορίες σχετικά με τις κατηγορίες προσωπικού και τις περιόδους τοποθέτησης θα καθιστούσαν δυνατή την ταυτοποίηση των ατόμων κατά την έννοια του άρθρου 2 του κανονισμού 45/2001. Κατά συνέπεια, η άρνηση της Επιτροπής να δημοσιοποιήσει το έγγραφο αυτό, αφού αφαίρεσε τα ονόματα, συνιστά περίπτωση κακοδιοικήσεως.

Ο καταγγέλλων και η Επιτροπή θα ενημερωθούν για την απόφαση αυτή.

Περαιτέρω παρατήρηση

Εάν ένα θεσμικό όργανο διαπιστώσει ότι ο κανονισμός 45/2001 εφαρμόζεται σε αίτηση πρόσβασης του κοινού σε έγγραφο και η πρόσβαση στο εν λόγω έγγραφο απορρίπτεται επειδή ο αιτών δεν απέδειξε την ανάγκη διαβίβασης δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, ο Διαμεσολαβητής υπογραμμίζει τη σημασία της εφαρμογής των αρχών της χρηστής διοίκησης και της προσήλωσης σε μια νοοτροπία παροχής υπηρεσιών προς τους πολίτες. Θεωρεί ότι θα ήταν σύμφωνο με τις εν λόγω αρχές και με μια τέτοια νοοτροπία παροχής υπηρεσιών το θεσμικό όργανο, όταν ενημερώνει τον αιτούντα για το δικαίωμά του να υποβάλει επιβεβαιωτική αίτηση σύμφωνα με το άρθρο 7 του κανονισμού 1049/2001, να ενημερώνει επίσης τον αιτούντα για την υποχρέωση να αποδείξει την αναγκαιότητα αυτή.

 

Π. Νικηφόρος Διαμαντούρος

Στρασβούργο, 9 Ιουλίου 2012


[1] Κανονισμός (ΕΚ) 1049/2001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 30ής Μαΐου 2001, για την πρόσβαση του κοινού στα έγγραφα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου και της Επιτροπής (ΕΕ 2001, L 145, σ. 43).

[2] Το EQAR είναι ένας διεθνής μη κερδοσκοπικός οργανισμός που ιδρύθηκε από την «Ομάδα E4» που περιλαμβάνει την Ευρωπαϊκή Ένωση για τη Διασφάλιση της Ποιότητας στην Τριτοβάθμια Εκπαίδευση (ENQA), την Ευρωπαϊκή Ένωση Φοιτητών (ESU), την Ευρωπαϊκή Ένωση Πανεπιστημίων (EUA) και την Ευρωπαϊκή Ένωση Ιδρυμάτων Τριτοβάθμιας Εκπαίδευσης (EURASHE). Στόχος του EQAR είναι η βελτίωση της ποιότητας της ευρωπαϊκής τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και η προώθηση της μεγαλύτερης κινητικότητας των σπουδαστών μέσω της παροχής σαφών και αντικειμενικών πληροφοριών σχετικά με αξιόπιστους οργανισμούς διασφάλισης της ποιότητας που εργάζονται στην Ευρώπη. Το νέο μητρώο αποσκοπεί επίσης στη διευκόλυνση της αμοιβαίας αναγνώρισης των αποφάσεων διασφάλισης της ποιότητας.

[3] "Τα θεσμικά όργανα αρνούνται την πρόσβαση σε έγγραφο του οποίου η δημοσιοποίηση θα έθιγε την προστασία: …privacy και την ακεραιότητα του ατόμου, ιδίως σύμφωνα με την κοινοτική νομοθεσία σχετικά με την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα.»

[4] "Τα θεσμικά όργανα αρνούνται την πρόσβαση σε έγγραφο του οποίου η γνωστοποίηση θα έθιγε την προστασία

- εμπορικά συμφέροντα φυσικού ή νομικού προσώπου, συμπεριλαμβανομένης της διανοητικής ιδιοκτησίας

… εκτός εάν υπάρχει υπερισχύον δημόσιο συμφέρον για τη γνωστοποίηση.»

[5] Η Επιτροπή παρέσχε επίσης τις ακόλουθες λεπτομερείς διευκρινίσεις:

«Το τμήμα των καταστάσεων λογαριασμών (μέρος i) περιέχει έκθεση σχετικά με τις δηλώσεις δαπανών για την κατάρτιση του EQAR· παρουσιάζει τον συνολικό προϋπολογισμό, τα ποσά που είναι επιλέξιμα για χρηματοδότηση από την Επιτροπή και άλλες πηγές χρηματοδότησης (ίδια κεφάλαια εταιρικής σχέσης). Το τμήμα σχετικά με τις δαπάνες ανά είδος κόστους και ανά εταίρο (μέρος ii) παρουσιάζει την κατανομή των δαπανών ανά εταίρο (η ομάδα Ε4 που περιγράφεται ανωτέρω) και, ως εκ τούτου, αναφέρει τον τρόπο με τον οποίο κατανεμήθηκε η επιχορήγηση της Επιτροπής μεταξύ των εταίρων όσον αφορά τις δαπάνες προσωπικού, τα έξοδα ταξιδίου και διαμονής, τον εξοπλισμό, την υπεργολαβία και άλλες δαπάνες. Η ενότητα σχετικά με τις πραγματοποιηθείσες δαπάνες προσωπικού ανά εταίρο (μέρος iii) παρέχει λεπτομερή περιγραφή, ανά εταίρο, των δαπανών προσωπικού ανά κατηγορία ατόμων που απασχολούνται στο έργο (διευθυντής, ερευνητής, εκπαιδευτικός και/ή εκπαιδευτής, τεχνικό προσωπικό και διοικητικό προσωπικό). Σε κάθε κατηγορία προσωπικού το μέρος αυτό αναφέρει τον αριθμό των ημερών εργασίας στο έργο, το ημερήσιο κόστος και το συνολικό κόστος προσωπικού ανά κατηγορία. Η ενότητα σχετικά με τα πραγματοποιηθέντα έξοδα ταξιδίου και διαμονής (μέρος iv) παρουσιάζει αυτά τα έξοδα (με ανάλυση ανά άτομο) και τις εκθέσεις πραγματοποιηθέντων εξόδων εξοπλισμού (επίσης μέρος iv) σχετικά με τον εξοπλισμό, όπως υπολογιστές, που αγοράστηκε για το έργο. Οι δαπάνες υπεργολαβίας και άλλες δαπάνες (μέρος v) αφορούν τις διαβουλεύσεις με δικηγόρους για την κατάρτιση του καταστατικού του EQAR και τη σύσταση του οργανισμού. Τέλος, άλλες δαπάνες αφορούν τον εταιρικό σχεδιασμό (όπως λογότυπο), το τηλεφωνικό κόστος, τον σχεδιασμό ιστοσελίδας, τον σχεδιασμό ενημερωτικού φυλλαδίου EQAR και την εκτύπωσή του κ.λπ. Όπως αναφέρθηκε στην προηγούμενη επιστολή μου, η Επιτροπή ζήτησε τη γνώμη του ENQA, του συντάκτη των εν λόγω εγγράφων, προκειμένου να αξιολογήσει κατά πόσον μια εξαίρεση του άρθρου 4 παράγραφοι 1 ή 2 του κανονισμού 1049/2001 εφαρμόζεται στα έγγραφα τα οποία αφορά το αίτημά σας. Κατά τη διαβούλευση αυτή, η ENQA διατύπωσε αντιρρήσεις όσον αφορά τη δημοσιοποίηση του εμπιστευτικού μέρους της τελικής έκθεσης του έργου EQAR, επικαλούμενη εν εξελίξει δικαστική διαδικασία ενώπιον εθνικού δικαστηρίου ως λόγο της εναντίωσής της.»

[6] Το άρθρο 4 παράγραφος 2 του κανονισμού 1049/2001 ορίζει ότι «[τ]α θεσμικά όργανα αρνούνται την πρόσβαση σε έγγραφο του οποίου η γνωστοποίηση θα έθιγε την προστασία: … — δικαστικές διαδικασίες και νομικές συμβουλές, …»

[7] Κατά την εξέταση μιας τέτοιας αίτησης βάσει του κανονισμού 1049/2001, το θεσμικό όργανο πρέπει να λαμβάνει υπόψη, στο σκεπτικό του, τις συνέπειες της πρόσβασης του κοινού στο σχετικό έγγραφο. Ακόμη και αν ένα άτομο ή ορισμένα άτομα ενδέχεται να έχουν ήδη αποκτήσει πρόσβαση στο σχετικό έγγραφο, μία από τις εξαιρέσεις από την πρόσβαση του κοινού δυνάμει του άρθρου 4 μπορεί να εξακολουθεί να ισχύει για αίτηση πρόσβασης του κοινού.

[8] Υπόθεση C-28/08 P, Επιτροπή κατά Bavarian Lager, απόφαση της 29ης Ιουνίου 2010, δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί στη Συλλογή.

[9] Διατίθεται στον δικτυακό τόπο του ΕΕΠΔ: www.edps.europa.eu

[10] ΕΕ 2007, C 27, σ. 21.

[11] Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 45/2001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 18ης Δεκεμβρίου 2000, σχετικά με την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από τα όργανα και τους οργανισμούς της Κοινότητας και σχετικά με την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών.

[12] Υπόθεση C-28/08 P, Επιτροπή κατά Bavarian Lager, σκέψεις 68-69.

[13] Υπόθεση C-28/08 P, Επιτροπή κατά Bavarian Lager, σκέψη 63.

[14] Το άρθρο 8 στοιχείο β) του κανονισμού 45/2001 ορίζει ότι «[μ]ε την επιφύλαξη των άρθρων 4, 5, 6 και 10, τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα διαβιβάζονται [...] β) μόνον εάν ο αποδέκτης αποδείξει την αναγκαιότητα της διαβίβασης των δεδομένων και εάν δεν υπάρχει λόγος να υποτεθεί ότι ενδέχεται να θιγούν τα έννομα συμφέροντα του προσώπου στο οποίο αναφέρονται τα δεδομένα».

[15] Υπόθεση C-28/08 P, Επιτροπή κατά Bavarian Lager, σκέψη 78.

[16] Η απόφαση στην υπόθεση Bavarian Lager εκδόθηκε στις 29 Ιουνίου 2010, γεγονός που υποδηλώνει ότι η Επιτροπή ενδέχεται να μην την έλαβε υπόψη κατά τη σύνταξη της γνωμοδότησής της στην παρούσα υπόθεση, η οποία φέρει ημερομηνία 27 Ιουλίου 2010.

[17] Υπόθεση T-82/09 G.J. Dennekamp κατά Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, απόφαση της 23ης Νοεμβρίου 2011, δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί.

[18] Όταν μια αίτηση πρόσβασης του κοινού δυνάμει του κανονισμού 1049/2001 αποσκοπεί στην απόκτηση πρόσβασης σε έγγραφα που περιέχουν δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, οι διατάξεις του κανονισμού 45/2001 εφαρμόζονται στο σύνολό τους. Βλ. υπόθεση C-28/08 P, Επιτροπή κατά Bavarian Lager, απόφαση της 29ης Ιουνίου 2010, δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί, σκέψη 63.

[19] Υπόθεση C-28/08 P Επιτροπή κατά Bavarian Lager, απόφαση της 29ης Ιουνίου 2010, μη δημοσιευθείσα ακόμη, σκέψεις 59, 63 και 77, υπόθεση T-82/09 G.J. Dennekamp κατά Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, απόφαση της 23ης Νοεμβρίου 2011, μη δημοσιευθείσα ακόμη, σκέψεις 26 και 30.

[20] Άρθρο 4 παράγραφος 6 του κανονισμού 1049/2001.

[21] Υπόθεση T-190/10 Egan και Hackett κατά Κοινοβουλίου, απόφαση της 28ης Μαρτίου 2012, δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί.

[22] Όπ.π., σκέψεις 90-91.

Ποια είναι η άποψή σας για αυτή την αυτόματη μετάφραση; Πείτε μας τη γνώμη σας!