Θέλετε να υποβάλετε αναφορά κατά ενός θεσμικού οργάνου ή οργανισμού της ΕΕ;
Τρέχουσα γλώσσα:
- EL Ελληνικά
Η μετάφραση αυτής της σελίδας είναι προϊόν αυτόματης μετάφρασης.
Οι αυτόματες μεταφράσεις μπορεί να περιέχουν σφάλματα που δυνητικά μειώνουν τη σαφήνεια και την ακρίβεια· ο Διαμεσολαβητής δεν φέρει καμία ευθύνη για τυχόν αποκλίσεις. Για πιο αξιόπιστες πληροφορίες και μεγαλύτερη νομική ασφάλεια, ανατρέξτε στην πρωτότυπη έκδοση που αγγλικά περιέχεται στον ανωτέρω σύνδεσμο.
Για περισσότερες πληροφορίες συμβουλευτείτε τη γλωσσική και μεταφραστική πολιτική μας.
Οι αυτόματες μεταφράσεις μπορεί να περιέχουν σφάλματα που δυνητικά μειώνουν τη σαφήνεια και την ακρίβεια· ο Διαμεσολαβητής δεν φέρει καμία ευθύνη για τυχόν αποκλίσεις. Για πιο αξιόπιστες πληροφορίες και μεγαλύτερη νομική ασφάλεια, ανατρέξτε στην πρωτότυπη έκδοση που αγγλικά περιέχεται στον ανωτέρω σύνδεσμο.
Για περισσότερες πληροφορίες συμβουλευτείτε τη γλωσσική και μεταφραστική πολιτική μας.
Απόφαση του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή επί της καταγγελίας 131/99/OV κατά της Ευρωπαϊκής Επιτροπής
Απόφαση
Υπόθεση 131/99/OV - Εκκίνηση έρευνας στις Πέμπτη | 18 Φεβρουαρίου 1999 - Απόφαση στις Πέμπτη | 21 Σεπτεμβρίου 2000
Στρασβούργο, 21 Σεπτεμβρίου 2000
Αξιότιμε κύριε C.,
στις 4 Φεβρουαρίου 1999 υποβάλατε, υπό την ιδιότητά σας ως βουλευτή του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, καταγγελία στον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή εξ ονόματος του κ. D. σχετικά με εικαζόμενη παράλειψη απάντησης της ΓΔ XV της Επιτροπής.
Στις 18 Φεβρουαρίου 1999, διαβίβασα την καταγγελία στον Πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Η Επιτροπή απέστειλε τη γνώμη της στις 27 Μαΐου 1999 και σας τη διαβίβασα με πρόσκληση να διατυπώσετε τις παρατηρήσεις σας, εφόσον το επιθυμείτε. Δεν διατυπώσατε παρατηρήσεις σχετικά με τη γνώμη της Επιτροπής.
Σας γράφω τώρα για να σας ενημερώσω για τα αποτελέσματα των ερευνών που έχουν γίνει.
Η ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ
Σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, τα σχετικά πραγματικά περιστατικά ήταν τα εξής:
Ο καταγγέλλων διαμαρτυρήθηκε εξ ονόματος του κ. D. για τη μη απάντηση της ΓΔ XV (Εσωτερική Αγορά) της Επιτροπής. Η καταγγελία αφορά το γεγονός ότι το βελγικό επίδομα τέκνου που καταβλήθηκε στον D., μεθοριακό εργαζόμενο, ήταν φορολογητέο στις Κάτω Χώρες.
Ο καταγγέλλων ανέφερε για πρώτη φορά το θέμα στην Επιτροπή με επιστολή της 24ης Οκτωβρίου 1996 προς τη ΓΔ V (Απασχόληση και Κοινωνικές Υποθέσεις) της Επιτροπής. Έθεσε διάφορα ερωτήματα προκειμένου να διερωτηθεί αν το Δικαστήριο είχε αποφανθεί επί παρόμοιας υποθέσεως και αν η παραπομπή της υποθέσεως ενώπιον του Δικαστηρίου θα μπορούσε να είναι χρήσιμη. Ο γενικός διευθυντής της ΓΔ V, κ. Larsson, απάντησε στις 13 Νοεμβρίου 1996 δηλώνοντας ότι είχε διαβιβάσει το έγγραφο στον γενικό διευθυντή της ΓΔ XV, κ. Mogg, προκειμένου να λάβει απάντηση. Ο κ. Mogg απάντησε στις 24 Δεκεμβρίου 1996 ότι η φορολόγηση του βελγικού επιδόματος τέκνου από τις ολλανδικές αρχές φαίνεται να αντιβαίνει στην κοινοτική νομοθεσία. Δηλώνει ότι θα αποστείλει επιστολή στην ολλανδική κυβέρνηση ζητώντας πληροφορίες και ότι ο καταγγέλλων θα τηρείται ενήμερος σχετικά με τα περαιτέρω μέτρα που λαμβάνει η Επιτροπή.
Αφού δεν έλαβε καμία πληροφορία από την Επιτροπή, ο καταγγέλλων απέστειλε επιστολή στον κ. Mogg στις 28 Ιανουαρίου 1998, δηλαδή 13 μήνες αργότερα, για να τον ρωτήσει σχετικά με την τρέχουσα κατάσταση του θέματος. Δεδομένου ότι δεν έλαβε απάντηση, ο καταγγέλλων απάντησε στις 22 Σεπτεμβρίου 1998.
Δεδομένου ότι η Επιτροπή δεν απάντησε στις εν λόγω επιστολές, ο καταγγέλλων υπέβαλε την παρούσα καταγγελία στον Διαμεσολαβητή επικαλούμενος αμέλεια, ανικανότητα και έλλειψη πληροφοριών εκ μέρους της Επιτροπής.
Η ΕΡΩΤΗΣΗ
Γνώμη της
Επιτροπής Στη γνώμη της, η Επιτροπή ανέφερε ότι η επιστολή του καταγγέλλοντος της 24ης Οκτωβρίου 1996, στην οποία δόθηκε απάντηση στις 13 Νοεμβρίου 1996, δεν είχε καταχωριστεί ως καταγγελία.
Στη συνέχεια, το ζήτημα είχε παραπεμφθεί από τη ΓΔ V στη ΓΔ XV, η οποία ήταν τότε αρμόδια για φορολογικά θέματα. Ο καταγγέλλων έλαβε μια πρώτη απάντηση στις 24 Δεκεμβρίου 1996. Ενώ η υπόθεση άρχισε να ερευνάται, δεν δόθηκε απάντηση σχετικά με την κατάσταση της υπόθεσης στην επιστολή του καταγγέλλοντος της 28ης Ιανουαρίου 1998. Ωστόσο, στο πλαίσιο συνεδρίασης κοινοβουλευτικής επιτροπής την άνοιξη του 1998, το ζήτημα αναφέρθηκε στον καταγγέλλοντα από τους υπαλλήλους της ΓΔ XV που ήταν υπεύθυνοι για τον φάκελο.
Μετά τη μεταφορά από την αρμόδια υπηρεσία της ΓΔ XV στη ΓΔ XXI τον Ιούνιο του 1998, ο χειρισμός της υπόθεσης αναδιοργανώθηκε σύμφωνα με τη δομή της ΓΔ XXI και εξετάζεται στη μονάδα "Νομικές υποθέσεις και επιβολή των κοινοτικών διατάξεων" (XXI.A.3). Στις 14 Απριλίου 1999 εστάλη προειδοποιητική επιστολή στις ολλανδικές αρχές.
Στις 7 Απριλίου 1999, η Επιτροπή ενημέρωσε τον καταγγέλλοντα για την απόφασή της της 30ής Μαρτίου 1999 να κινήσει διαδικασία επί παραβάσει κατά των Κάτω Χωρών. Η Επιτροπή ανέμενε τις παρατηρήσεις της ολλανδικής κυβέρνησης σχετικά με την προειδοποιητική επιστολή. Σε περίπτωση μη ικανοποιητικής απάντησης, η Επιτροπή θα αποφασίσει να αποστείλει αιτιολογημένη γνώμη.
Παρατηρήσεις του καταγγέλλοντος
Ο καταγγέλλων δεν διατύπωσε παρατηρήσεις σχετικά με τη γνώμη της Επιτροπής.
Η ΑΠΟΦΑΣΗ
1 Η υποτιθέμενη παράλειψη της Επιτροπής να απαντήσει
1.1 Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι η ΓΔ XV της Επιτροπής παρέλειψε να απαντήσει στην αλληλογραφία που απέστειλε εξ ονόματος του κ. D. σχετικά με τη φορολόγηση από τις ολλανδικές αρχές του βελγικού επιδόματος τέκνου. Μετά την επιστολή της Επιτροπής της 24ης Δεκεμβρίου 1996, στην οποία αναφερόταν ότι ο καταγγέλλων θα ενημερωνόταν για τις περαιτέρω ενέργειες, ο καταγγέλλων απέστειλε επιστολή στην Επιτροπή στις 28 Ιανουαρίου και στις 22 Σεπτεμβρίου 1998, αλλά δεν έλαβε καμία απάντηση. Η Επιτροπή παρατήρησε ότι δεν δόθηκε απάντηση στην επιστολή του καταγγέλλοντος της 28ης Ιανουαρίου 1998, αλλά ότι το ζήτημα αυτό αναφέρθηκε στον καταγγέλλοντα από υπαλλήλους της ΓΔ XV στο περιθώριο συνεδρίασης κοινοβουλευτικής επιτροπής την άνοιξη του 1998. Η Επιτροπή δήλωσε επίσης ότι η υπόθεση είχε μεταφερθεί από τη ΓΔ XV στη ΓΔ XXI και ότι στις 7 Απριλίου 1999 ενημέρωσε τον καταγγέλλοντα για την απόφασή της της 30ής Μαρτίου 1999 να κινήσει διαδικασία επί παραβάσει κατά των Κάτω Χωρών.
1.2 Σύμφωνα με τις αρχές της ορθής διοικητικής συμπεριφοράς, οι επιστολές των πολιτών που απευθύνονται στην κοινοτική διοίκηση πρέπει να λαμβάνουν απάντηση εντός εύλογης προθεσμίας (1). Εν προκειμένω, φαίνεται ότι η Επιτροπή απάντησε στις 24 Δεκεμβρίου 1996 στο έγγραφο του καταγγέλλοντος της 24ης Οκτωβρίου 1996. Στην απάντησή της, η Επιτροπή δήλωσε ότι θα τηρεί ενήμερο τον καταγγέλλοντα σχετικά με τη λήψη περαιτέρω μέτρων στην παρούσα υπόθεση. Ωστόσο, δεδομένου ότι δεν έλαβε περαιτέρω πληροφορίες για περίοδο 13 μηνών, ο καταγγέλλων απέστειλε δύο επιστολές στην Επιτροπή στις 28 Ιανουαρίου και στις 22 Σεπτεμβρίου 1998. Η Επιτροπή δεν απάντησε στα έγγραφα αυτά εντός εύλογης προθεσμίας. Ως εκ τούτου, αυτή η παράλειψη απάντησης συνιστά περίπτωση κακοδιοίκησης.
1.3 Οι αρχές της ορθής διοικητικής συμπεριφοράς απαιτούν επίσης να ενημερώνονται οι πολίτες για τη διαβίβαση του φακέλου τους από μια υπηρεσία σε άλλη (2). Εν προκειμένω, φαίνεται ότι τον Ιούνιο του 1998 η υπόθεση μεταφέρθηκε από τη ΓΔ XV στη ΓΔ XXI. Ωστόσο, ο καταγγέλλων δεν έχει ενημερωθεί για τη μεταφορά αυτή. Η αποτυχία αυτή συνιστά περίπτωση κακοδιοίκησης.
2 Συμπέρασμα
Βάσει των ερευνών του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή σχετικά με την παρούσα καταγγελία, κρίνεται αναγκαίο να διατυπωθούν οι ακόλουθες επικριτικές παρατηρήσεις:
- Σύμφωνα με τις αρχές της ορθής διοικητικής συμπεριφοράς, οι επιστολές των πολιτών που απευθύνονται στην κοινοτική διοίκηση πρέπει να λαμβάνουν απάντηση εντός εύλογης προθεσμίας (3). Αφού δεν έλαβε περαιτέρω πληροφορίες για περίοδο 13 μηνών, ο καταγγέλλων απέστειλε δύο επιστολές στην Επιτροπή στις 28 Ιανουαρίου και στις 22 Σεπτεμβρίου 1998. Η Επιτροπή δεν απάντησε στα έγγραφα αυτά εντός εύλογης προθεσμίας. Ως εκ τούτου, αυτή η παράλειψη απάντησης συνιστά περίπτωση κακοδιοίκησης.
- Οι αρχές της ορθής διοικητικής συμπεριφοράς απαιτούν επίσης να ενημερώνονται οι πολίτες για τη διαβίβαση του φακέλου τους από μια υπηρεσία σε άλλη (4). Εν προκειμένω, φαίνεται ότι τον Ιούνιο του 1998 η υπόθεση μεταφέρθηκε από τη ΓΔ XV στη ΓΔ XXI. Ωστόσο, ο καταγγέλλων δεν έχει ενημερωθεί για τη μεταφορά αυτή. Η αποτυχία αυτή συνιστά περίπτωση κακοδιοίκησης.
Δεδομένου ότι οι πτυχές αυτές της υπόθεσης αφορούν διαδικασίες που σχετίζονται με συγκεκριμένα γεγονότα του παρελθόντος, δεν είναι σκόπιμο να επιδιωχθεί φιλικός διακανονισμός της υπόθεσης. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής αποφάσισε να θέσει την υπόθεση στο αρχείο.
Ο Πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής θα ενημερωθεί επίσης για την απόφαση αυτή.
Με εκτίμηση
Jacob SÖDERMAN
(1) Βλ. άρθρο 17.1 του σχεδίου κώδικα ορθής διοικητικής συμπεριφοράς του Διαμεσολαβητή.
(2) Βλ. άρθρο 15.2 του σχεδίου κώδικα ορθής διοικητικής συμπεριφοράς του Διαμεσολαβητή.
(3) Βλ. άρθρο 17.1 του σχεδίου κώδικα ορθής διοικητικής συμπεριφοράς του Διαμεσολαβητή.
(4) Βλ. άρθρο 15.2 του σχεδίου κώδικα ορθής διοικητικής συμπεριφοράς του Διαμεσολαβητή.