FOR PREVIEWING & TESTING PURPOSES ONLY.
This notification will disappear once the page will be published.
This link is available for less than 30 minutes.
  • Με απλά λόγια
  • Μέγεθος κειμένου

Θέλετε να υποβάλετε αναφορά κατά ενός θεσμικού οργάνου ή οργανισμού της ΕΕ;

Περιεχόμενα

Τρέχουσα γλώσσα: 
  • Ελληνικά
Γλώσσα-πηγή: 
Διαθέσιμες γλώσσες : 
Η μετάφραση αυτής της σελίδας είναι προϊόν αυτόματης μετάφρασης.
Οι αυτόματες μεταφράσεις μπορεί να περιέχουν σφάλματα που δυνητικά μειώνουν τη σαφήνεια και την ακρίβεια· ο Διαμεσολαβητής δεν φέρει καμία ευθύνη για τυχόν αποκλίσεις. Για πιο αξιόπιστες πληροφορίες και μεγαλύτερη νομική ασφάλεια, ανατρέξτε στην πρωτότυπη έκδοση που αγγλικά περιέχεται στον ανωτέρω σύνδεσμο.
Για περισσότερες πληροφορίες συμβουλευτείτε τη γλωσσική και μεταφραστική πολιτική μας.

Απόφαση στην υπόθεση 2006/2017/CEC σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης ενέκρινε τον νέο κώδικα δεοντολογίας του και χειρίστηκε τις αιτήσεις πρόσβασης σε έγγραφα

Ο καταγγέλλων είναι πρώην δικαστής του Γενικού Δικαστηρίου της ΕΕ, το οποίο είναι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ). Κατήγγειλε στον Διαμεσολαβητή ότι το ΔΕΕ επέκτεινε εσφαλμένα το πεδίο εφαρμογής του κώδικα δεοντολογίας του για τους βουλευτές και τους πρώην βουλευτές. Ισχυρίστηκε επίσης ότι το ΔΕΕ είχε χειριστεί εσφαλμένα ορισμένα από τα αιτήματά του για πρόσβαση του κοινού σε έγγραφα. Τα έγγραφα αφορούσαν, μεταξύ άλλων, την έγκριση του νέου κώδικα δεοντολογίας, την πρόσληψη διευθυντή, τη χρήση επίσημων οδηγών στο ΔΕΕ, τη μεταρρύθμιση του Γενικού Δικαστηρίου και 75 από τα υπομνήματα και τα συναφή έγγραφα του πρώην δικαστή.

Ο Διαμεσολαβητής δεν μπορεί να ερευνήσει τις δραστηριότητες του ΔΕΕ όταν ενεργεί στο πλαίσιο του δικαιοδοτικού του ρόλου. Επιπλέον, ο Διαμεσολαβητής δεν μπορεί να εξετάζει καταγγελίες όταν τα ζητήματα που εγείρονται αποτελούν ή έχουν αποτελέσει αντικείμενο νομικών διαδικασιών.

Για τους δύο αυτούς λόγους, η Διαμεσολαβήτρια διαπίστωσε ότι δεν μπορούσε να εξετάσει τον τρόπο με τον οποίο το ΔΕΕ τροποποίησε τον κώδικα δεοντολογίας. Ειδικότερα, το ζήτημα αν η θέσπιση του κώδικα συνιστά δικαιοδοτική δραστηριότητα αποτελεί αντικείμενο εκκρεμούς δικαστικής υπόθεσης.

Ομοίως, δύο από τα αιτήματα του καταγγέλλοντος για πρόσβαση σε έγγραφα αποτελούν αντικείμενο δικαστικής διαδικασίας. Όσον αφορά ένα από τα άλλα δύο αιτήματα, η Διαμεσολαβήτρια επισήμανε ότι το ΔΕΕ είχε χορηγήσει στον καταγγέλλοντα μερική πρόσβαση, δημοσιοποιώντας 190 έγγραφα αξίας 1 686 σελίδων. Όσον αφορά το άλλο αίτημα, το ΔΕΕ γνωστοποίησε 557 έγγραφα που ανέρχονταν σε 2 960 σελίδες. Αφού εξέτασε προσεκτικά τους λόγους που προέβαλε το ΔΕΕ για την άρνηση πρόσβασης στα υπόλοιπα έγγραφα, ή σε μέρη αυτών, καθώς και τα επιχειρήματα που προέβαλε ο καταγγέλλων, η Διαμεσολαβήτρια διαπίστωσε ότι δεν υπήρξε κακοδιοίκηση από το ΔΕΕ.

Ιστορικό της καταγγελίας

1. Ο καταγγέλλων είναι πρώην δικαστής του Γενικού Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το Γενικό Δικαστήριο, μαζί με το Δικαστήριο, αποτελεί τμήμα του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ).

2. Τον Ιούλιο και τον Αύγουστο του 2016, ο καταγγέλλων, ενώ ήταν ακόμη δικαστής του Γενικού Δικαστηρίου, υπέβαλε δεκατρία αιτήματα παροχής πληροφοριών στο ΔΕΕ. Τα αιτήματά του αφορούσαν: τη θέση του ΔΕΕ και τις ανταλλαγές του με άλλα θεσμικά όργανα της ΕΕ σχετικά με ορισμένα νομοθετικά θέματα· την ανάπτυξη και το κόστος ορισμένων εφαρμογών ΤΠ· θέματα προσλήψεων· λεπτομέρειες διαφοράς μεταξύ του ΔΕΕ και μέλους του Δικαστηρίου σχετικά με την εφαρμογή του κώδικα δεοντολογίας του ΔΕΕ για τα μέλη και τα πρώην μέλη του ΔΕΕ [1] σε αυτόν· τον τρόπο με τον οποίο χρησιμοποιούνται οι επίσημοι οδηγοί στο ΔΕΕ· και τα ταξίδια εργασίας και τις εξωτερικές δραστηριότητες των δικαστών.

3. Όταν το ΔΕΕ απάντησε, στις 13 Οκτωβρίου 2016, ο καταγγέλλων δεν ήταν πλέον δικαστής. Ως εκ τούτου, το ΔΕΕ τον ενημέρωσε ότι δεν μπορούσε να του παράσχει τις πληροφορίες που είχε ζητήσει. Του υπενθύμισε τις υποχρεώσεις των πρώην δικαστών να σέβονται το απόρρητο των διασκέψεων του ΔΕΕ, να συμπεριφέρονται με ακεραιότητα και διακριτικότητα και να απέχουν από δημόσιες παρατηρήσεις που θα μπορούσαν να βλάψουν τη φήμη του ΔΕΕ.

4. Μεταξύ Δεκεμβρίου 2016 και Νοεμβρίου 2017, ο καταγγέλλων υπέβαλε τέσσερις αιτήσεις πρόσβασης σε έγγραφα [2] (αιτήσεις I-IV κατωτέρω), σύμφωνα με τους ισχύοντες κανόνες για την πρόσβαση σε έγγραφα του ΔΕΕ [3] (κανόνες πρόσβασης του ΔΕΕ).

5. Στις 14 Δεκεμβρίου 2016, ο καταγγέλλων ζήτησε πρόσβαση σε ορισμένα έγγραφα (αίτημα I), μεταξύ των οποίων: έγγραφα σχετικά με την έγκριση του κώδικα δεοντολογίας· έγγραφα και πληροφορίες σχετικά με τον πιθανό διορισμό προσώπου σε ανώτερη θέση εντός του ΔΕΕ· και ταξίδια εργασίας που περιλαμβάνουν τη χρήση των επίσημων οδηγών του ΔΕΕ. Τελικά, το ΔΕΕ επέτρεψε μερική πρόσβαση στα έγγραφα αυτά.

6. Στις 27 Ιανουαρίου 2017, ο καταγγέλλων ζήτησε πρόσβαση του κοινού σε έγγραφα που ανταλλάχθηκαν μεταξύ του πρώην Προέδρου του ΔΕΕ και των γερμανικών αρχών μεταξύ 2011 και 2015, καθώς και κατάλογο όλων των εγγράφων που απέστειλε ο πρώην Πρόεδρος στις κυβερνήσεις της ΕΕ (αίτημα II). Το ΔΕΕ δήλωσε ότι δεν εντόπισε έγγραφα που ανταλλάχθηκαν μεταξύ του πρώην Προέδρου του ΔΕΕ και των γερμανικών αρχών και ότι ο ζητούμενος κατάλογος δεν υπήρχε. Ο καταγγέλλων προσέβαλε τις αποφάσεις του ΔΕΕ επί των αιτήσεων I και II ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου [4].

7. Στις 22 Μαρτίου 2017, ο καταγγέλλων ζήτησε πρόσβαση σε δεκατρείς δέσμες εγγράφων (αίτημα III). Σε αυτά περιλαμβάνονταν έγγραφα: συνδέεται με πρόταση για διπλασιασμό του αριθμού των δικαστών στο Γενικό Δικαστήριο· σχετικά με την ανάπτυξη εφαρμογής ΤΠ (στο εξής: ιστότοπος των προέδρων)· όσον αφορά την πρόσληψη διευθυντή· όσον αφορά την παραπομπή υπόθεσης στην «επιτροπή κώδικα δεοντολογίας»· σχετικά με τη χρήση επίσημων οδηγών στο ΔΕΕ· και όσον αφορά τη μεταρρύθμιση του Γενικού Δικαστηρίου, καθώς και τα εγκεκριμένα ταξίδια εργασίας και τις εξωτερικές δραστηριότητες των βουλευτών.

8. Τελικά, το ΔΕΕ χορήγησε στον καταγγέλλοντα μερική πρόσβαση, δημοσιοποιώντας 190 έγγραφα που εμπίπτουν στο αίτημά του (τα οποία ανέρχονταν σε 1 686 σελίδες).

9. Στις 17 Αυγούστου 2017 ο καταγγέλλων υπέβαλε αίτημα για πρόσβαση του κοινού σε έγγραφα (αίτημα IV) σχετικά με 12 σύνολα εγγράφων. Σε αυτές περιλαμβάνονταν: τον κατάλογο των επιστολών μεταξύ του πρώην Προέδρου του ΔΕΕ και των θεσμικών οργάνων της ΕΕ κατά τη διάρκεια της θητείας του· το «επίδομα εξόδου» ανώτερου υπαλλήλου, τον μισθό του και τις λεπτομέρειες της εργασίας που άσκησε· τους λόγους για τον διορισμό διευθυντή· ειδικές εγκρίσεις αιτήσεων μετακίνησης για επίσημους οδηγούς· τα αιτήματα που έλαβε το ΔΕΕ για πρόσβαση του κοινού σε έγγραφα που δεν σχετίζονται με νομοθετικές διαδικασίες· και 75 από τα υπομνήματά του και 25 σχετικά έγγραφα.

10. Το ΔΕΕ χορήγησε τελικά μερική πρόσβαση στο αίτημα αυτό, δημοσιοποιώντας 557 έγγραφα (που ανέρχονται σε 2 960 σελίδες).

11. Δυσαρεστημένος, ο καταγγέλλων απευθύνθηκε στον Διαμεσολαβητή στις 14 Νοεμβρίου 2017. Υπέβαλε επικαιροποιημένη έκδοση της καταγγελίας του στις 20 Μαρτίου 2018.

12. Στην καταγγελία του, ο καταγγέλλων εξέφρασε όχι μόνο τις ανησυχίες του σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο το ΔΕΕ χειρίστηκε τα αιτήματά του για πρόσβαση σε έγγραφα, αλλά και σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο το ΔΕΕ τροποποίησε τον κώδικα δεοντολογίας για τους βουλευτές και τους πρώην βουλευτές. Κατά την άποψή του, διευρύνοντας το πεδίο εφαρμογής του κώδικα ώστε να καλύπτει μη δικαστικές υποθέσεις, το ΔΕΕ παραβίασε διάφορους κανόνες.

Η έρευνα

13. Η Διαμεσολαβήτρια κίνησε έρευνα σχετικά με τις ανησυχίες του καταγγέλλοντος ότι το ΔΕΕ: α) επέκτεινε τον κώδικα δεοντολογίας για τους βουλευτές και τους πρώην βουλευτές ώστε να καλύπτει όχι μόνο δικαστικά αλλά και διοικητικά θέματα· και (Β) χειρίστηκε εσφαλμένα τα αιτήματα του καταγγέλλοντος III και IV για πρόσβαση σε έγγραφα [5].

14. Κατά τη διάρκεια της έρευνας, η ερευνητική ομάδα της Διαμεσολαβήτριας συναντήθηκε με το ΔΕΕ και επιθεώρησε τον σχετικό φάκελο [6]. Ο Διαμεσολαβητής εξέτασε περαιτέρω την απάντηση του ΔΕΕ, μετά την έκθεση σχετικά με τη συνεδρίαση επιθεώρησης [7], και τις παρατηρήσεις του καταγγέλλοντος.

Α. Επέκταση του Κώδικα Δεοντολογίας σε διοικητικά θέματα

Επιχειρήματα που υποβλήθηκαν στον Διαμεσολαβητή

15. Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι ο κώδικας δεοντολογίας που εγκρίθηκε το 2016 υπερέβη τον Οργανισμό του Δικαστηρίου [9], δηλώνοντας ότι «τα μέλη οφείλουν να συμμορφώνονται με το καθήκον τους να ασκούν διακριτική ευχέρεια κατά την εκδίκαση δικαστικών και διοικητικών υποθέσεων»[8]. Το καθεστώς ορίζει το καθήκον των μελών να διαφυλάσσουν «το απόρρητο των διασκέψεων του Συνεδρίου»[10]. Κατά την άποψη του καταγγέλλοντος, η διάταξη αυτή αναφέρεται μόνο σε δικαστικές διασκέψεις και όχι σε διοικητικά θέματα. Υποστήριξε ότι η επέκταση του πεδίου εφαρμογής του κώδικα δεοντολογίας παραβιάζει επίσης τους κανόνες διαφάνειας, το δικαίωμα χρηστής διοίκησης, το δικαίωμα προσφυγής στον Διαμεσολαβητή, την ελευθερία έκφρασης και την προστασία των μαρτύρων δημοσίου συμφέροντος.

16. Στην απάντησή του προς τη Διαμεσολαβήτρια, το ΔΕΕ αμφισβήτησε το κατά πόσον η Διαμεσολαβήτρια θα μπορούσε να διερευνήσει τον κώδικα δεοντολογίας. Σημείωσε ότι ο Διαμεσολαβητής δεν έχει την εξουσία να ερωτά το ΔΕΕ όταν ενεργεί στο πλαίσιο του δικαστικού του ρόλου. [11] Για το ΔΕΕ, ο κώδικας ορίζει τις υποχρεώσεις των νυν και πρώην μελών του ΔΕΕ. Αυτές είναι άρρηκτα συνδεδεμένες με τα δικαστικά καθήκοντα των βουλευτών. Ως εκ τούτου, η θέσπιση του κώδικα συμπεριφοράς εμπίπτει στην έννοια της «δικαστικής δραστηριότητας». Επιπλέον, ανέφερε ότι το ζήτημα του κατά πόσον η έγκριση του κώδικα δεοντολογίας αποτελεί «δικαστική δραστηριότητα» εκκρεμεί επί του παρόντος ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου (στο πλαίσιο της προσφυγής ακυρώσεως του καταγγέλλοντος κατά των αποφάσεων του ΔΕΕ με τις οποίες απορρίφθηκαν τα αιτήματά του I και II).

17. Σε κάθε περίπτωση, σύμφωνα με το ΔΕΕ, κανένα από τα επιχειρήματα που προέβαλε ο καταγγέλλων δεν ήταν βάσιμο. Για το ΔΕΕ, ο κώδικας δεοντολογίας δεν διεύρυνε το πεδίο εφαρμογής των διατάξεων σχετικά με την υποχρέωση των βουλευτών να συμπεριφέρονται με διακριτική ευχέρεια ώστε να περιλαμβάνει διοικητικά θέματα. Πράγματι, ο προηγούμενος κώδικας δεοντολογίας, ο οποίος απαιτούσε από τους βουλευτές να μην προβαίνουν σε δημόσιες δηλώσεις που θα μπορούσαν να βλάψουν τη φήμη του Ελεγκτικού Συνεδρίου [12], κάλυπτε επίσης διοικητικά θέματα.

18. Το ΔΕΕ δήλωσε επίσης ότι το καθήκον να συμπεριφέρεται με διακριτικότητα αντικατοπτρίζει τη θεμελιώδη αρχή του σεβασμού του κράτους δικαίου και την ανάγκη διασφάλισης της εξουσίας και της ανεξαρτησίας του ΔΕΕ.[13] Δήλωσε ότι εάν ένα νυν ή πρώην μέλος επικρίνει δημοσίως τον τρόπο λειτουργίας του ΔΕΕ, υπονομεύει την εξουσία του. Λόγω του υψηλού κύρους που απολαμβάνουν τα μέλη του ΔΕΕ, το κοινό και τα μέσα ενημέρωσης θα ήταν λιγότερο διατεθειμένα να αμφισβητήσουν την ακρίβεια της κριτικής που ασκούν. Το ΔΕΕ, το οποίο δεσμεύεται από την υποχρέωση άσκησης διακριτικής ευχέρειας για τη διασφάλιση της ανεξαρτησίας του, δεν μπορεί να απαντήσει άμεσα σε τέτοιες επικρίσεις. Προσέθεσε ότι παρόμοιο καθήκον διακριτικής μεταχείρισης ισχύει και για τους (πρώην) δικαστές του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ)[14].

19. Τούτου λεχθέντος, το ΔΕΕ τόνισε ότι το καθήκον άσκησης διακριτικής ευχέρειας δεν εμποδίζει τα (πρώην) μέλη να αναφέρουν τυχόν παρανομίες όσον αφορά το ΔΕΕ. Ωστόσο, πρέπει να το πράττουν χρησιμοποιώντας τους μηχανισμούς που προβλέπονται από τις Συνθήκες της ΕΕ και τη νομοθεσία της ΕΕ· δηλαδή, ανάλογα με τη φύση των ζητημάτων, προσφεύγοντας στον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή, στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, στο Ευρωπαϊκό Ελεγκτικό Συνέδριο (ΕΕΣ) ή στην Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Καταπολέμησης της Απάτης (OLAF).

20. Στις παρατηρήσεις του, ο καταγγέλλων αμφισβήτησε τη θέση του ΔΕΕ ότι απαγορεύεται στα εν ενεργεία ή πρώην μέλη να επικρίνουν δημοσίως το Ελεγκτικό Συνέδριο. Ισχυρίστηκε ότι η παραπομπή του ΔΕΕ στους κανόνες του ΕΔΔΑ, οι οποίοι απαιτούν από τους δικαστές να ασκούν διακριτική ευχέρεια σε σχέση με δικαστικές διαδικασίες, ήταν επιλεκτική και παραπλανητική. Υποστήριξε ότι, σύμφωνα με το ΕΔΔΑ [15], η ελευθερία της έκφρασης αποτελεί ουσιώδες στοιχείο της προστασίας των μαρτύρων δημοσίου συμφέροντος. Είπε ότι το ΔΕΕ το παρέβλεψε αυτό, δεδομένου ότι δεν προστατεύει τους μάρτυρες δημοσίου συμφέροντος. Τόνισε επίσης ότι τα μέσα ενημέρωσης θα επιδιώκουν πάντα να διαπιστώνουν την αλήθεια και δεν θα βασίζονται απλώς στις δημόσιες δηλώσεις ατόμων, όπως πρώην βουλευτών. Υποστήριξε επίσης ότι ο κώδικας δεοντολογίας θα πρέπει να αναφέρει ρητά ότι το καθήκον άσκησης διακριτικής ευχέρειας δεν εμποδίζει τους (πρώην) βουλευτές να αναφέρουν τυχόν εικαζόμενες παρανομίες μέσω των μηχανισμών που είναι διαθέσιμοι βάσει του δικαίου της ΕΕ.

Η αξιολόγηση του Διαμεσολαβητή

21. Ο Διαμεσολαβητής δεν μπορεί να ερευνά τις δραστηριότητες του ΔΕΕ όταν ασκεί τα δικαιοδοτικά του καθήκοντα [16]. Επιπλέον, ο Διαμεσολαβητής δεν μπορεί να εξετάζει καταγγελίες όταν τα ζητήματα που εγείρονται αποτελούν ή έχουν αποτελέσει αντικείμενο δικαστικών διαδικασιών [17].

22. Ο καταγγέλλων δεν αμφισβήτησε ότι το ζήτημα του κατά πόσον η έγκριση του κώδικα δεοντολογίας συνιστά «δικαστική δραστηριότητα» βρίσκεται στο επίκεντρο της προσφυγής ακύρωσης που άσκησε ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου κατά των αποφάσεων του ΔΕΕ με τις οποίες απορρίφθηκε η πρόσβασή του στα έγγραφα των αιτήσεων I και II [18].

23. Ο Διαμεσολαβητής δεν μπορεί να εξετάσει τα επιχειρήματα του καταγγέλλοντος σχετικά με τον κώδικα δεοντολογίας, δεδομένου ότι κάτι τέτοιο θα σήμαινε ότι ο Διαμεσολαβητής πρέπει να λάβει θέση σχετικά με το αν η έγκριση του κώδικα δεοντολογίας συνιστά «δικαστική δραστηριότητα», ζήτημα που επί του παρόντος αποτελεί αντικείμενο δικαστικής διαδικασίας.

24. Τούτου λεχθέντος, η Διαμεσολαβήτρια εκφράζει την ικανοποίησή της για τις διευκρινίσεις που έδωσε το ΔΕΕ ότι το καθήκον διακριτικής ευχέρειας δεν στερεί από τους βουλευτές το δικαίωμά τους να απευθύνονται στο Κοινοβούλιο, στον Διαμεσολαβητή, στο Ελεγκτικό Συνέδριο ή στην OLAF, για να καταγγέλλουν τυχόν παρανομία ή κακοδιοίκηση όσον αφορά τη λειτουργία και την εσωτερική λειτουργία του ΔΕΕ. Όσον αφορά την επισήμανση του καταγγέλλοντος ότι ο κώδικας θα πρέπει να αναφέρει ρητά ότι το καθήκον άσκησης διακριτικής ευχέρειας δεν εμποδίζει τους (πρώην) βουλευτές να αναφέρουν τυχόν εικαζόμενες παρανομίες μέσω των μηχανισμών που είναι διαθέσιμοι βάσει του δικαίου της ΕΕ, ο Διαμεσολαβητής αναμένει ότι οι νυν και οι πρώην βουλευτές θα είναι εξοικειωμένοι με τη χρήση των εν λόγω μηχανισμών.

25. Με βάση τα ανωτέρω, η Διαμεσολαβήτρια περατώνει την έρευνά της σχετικά με αυτή την πτυχή της καταγγελίας [19].

Β. Πρόσβαση σε έγγραφα

 Εισαγωγική παρατήρηση

26. Στην απάντησή του, το ΔΕΕ δήλωσε ότι, δεδομένου ότι οι αποφάσεις του σχετικά με τις αιτήσεις πρόσβασης σε έγγραφα III και IV δεν προσβλήθηκαν ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου εντός της ισχύουσας προθεσμίας, είναι οριστικές [20].

27. Ο ρόλος του Διαμεσολαβητή είναι να ελέγχει κατά πόσον ένα θεσμικό όργανο της ΕΕ, όταν εξετάζει αιτήσεις, έχει εφαρμόσει τους σχετικούς κανόνες και τη νομολογία σχετικά με την πρόσβαση σε έγγραφα με ορθό και εύλογο τρόπο. Εάν η Διαμεσολαβήτρια θεωρεί ότι μια απόφαση άρνησης πρόσβασης δεν ήταν βάσιμη, μπορεί να ζητήσει από το οικείο θεσμικό όργανο της ΕΕ να εξετάσει το ενδεχόμενο χορήγησης (περαιτέρω) πρόσβασης σε έγγραφα, μέσω προτάσεων για λύσεις, συστάσεις και/ή προτάσεις. Εναπόκειται στο οικείο θεσμικό όργανο να αποφασίσει ποια μέτρα πρέπει να λάβει σε τέτοιες περιπτώσεις. Εάν ένα θεσμικό όργανο που αρνήθηκε την πρόσβαση του κοινού σε ένα έγγραφο αλλάξει στη συνέχεια τη θέση του, δεν υπάρχει κανένας νομικός λόγος για τον οποίο δεν θα μπορούσε να λάβει νέα απόφαση για την παροχή πρόσβασης στο έγγραφο. Ο Διαμεσολαβητής δεν μπορεί να υποχρεώσει τα θεσμικά όργανα ή τους οργανισμούς της ΕΕ να ανακαλέσουν αποφάσεις που έχουν ήδη λάβει. Ωστόσο, μπορεί [21] να αξιολογεί τέτοιες αποφάσεις, ακόμη και μετά την εκπνοή της προθεσμίας για τη νομική προσβολή τους ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου. Αν δεν μπορούσε, δύσκολα θα μπορούσε να γίνει αντιληπτός ο σκοπός του νομοθέτη να απαριθμήσει τη Διαμεσολαβήτρια, παράλληλα με το Δικαστήριο, ως ένα από τα δύο μέσα έννομης προστασίας που έχουν στη διάθεσή τους οι δυσαρεστημένοι αιτούντες στους κανόνες της ΕΕ για την πρόσβαση του κοινού στα έγγραφα [22].

28. Για τον σκοπό αυτό, ο Διαμεσολαβητής θα εξετάσει κατωτέρω τα επιχειρήματα του καταγγέλλοντος σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο διεκπεραιώθηκαν οι δύο αιτήσεις του για πρόσβαση σε έγγραφα (αιτήσεις III και IV) και, ειδικότερα, ότι: α) οι αναθεωρημένοι κανόνες πρόσβασης του ΔΕΕ περιορίζουν τη διαφάνεια σε σύγκριση με τους προηγούμενους κανόνες [23]· β) το σκεπτικό του ΔΕΕ όσον αφορά την άρνηση πρόσβασης διαφέρει από τη μία υπόθεση στην άλλη· γ) οι απαντήσεις του ΔΕΕ στερούνται διαφάνειας και μόνο οι αποφάσεις σχετικά με τα αιτήματά του για επανεξέταση των αρχικών αποφάσεων είναι επαρκώς αιτιολογημένες· δ) το ΔΕΕ αντιμετωπίζει ορισμένες αιτήσεις πρόσβασης σε έγγραφα ως αιτήσεις παροχής πληροφοριών· ε) το ΔΕΕ βασίζεται υπερβολικά στην εξαίρεση για την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα προκειμένου να αρνηθεί την πρόσβαση σε έγγραφα· και στ) το ΔΕΕ εσφαλμένα χαρακτηρίζει τα διοικητικά έγγραφα ως μέρος της δικαιοδοτικής του δραστηριότητας.

α) Οι ισχύοντες κανόνες πρόσβασης του ΔΕΕ προβλέπουν λιγότερη διαφάνεια

 Επιχειρήματα που υποβλήθηκαν στον Διαμεσολαβητή

29. Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι οι ισχύοντες κανόνες πρόσβασης του ΔΕΕ προβλέπουν λιγότερη διαφάνεια από τους προηγούμενους κανόνες [24] και, ως εκ τούτου, παραβιάζουν τις Συνθήκες της ΕΕ [25]. Κατά την άποψή του, οι ισχύοντες κανόνες έχουν ως αποτέλεσμα την απόρριψη πολλών αιτήσεων πρόσβασης σε έγγραφα. Ο καταγγέλλων αναφέρθηκε επίσης σε πρόσφατη έκθεση του Ευρωπαϊκού Ελεγκτικού Συνεδρίου (ΕΕΣ), η οποία επέκρινε το γεγονός ότι το ΔΕΕ απέκρυψε από το ΕΕΣ ορισμένα εσωτερικά έγγραφα, εμποδίζοντάς το έτσι να αναλύσει το έργο των μελών του ΔΕΕ [26].

30. Στην απάντησή του, το ΔΕΕ δήλωσε ότι ο λόγος για την τροποποίηση των κανόνων ήταν η συγκέντρωση και ο εξορθολογισμός των αρχικών απαντήσεών του στις αιτήσεις πρόσβασης σε έγγραφα [27]. Σημείωσε ότι οι εξαιρέσεις από το δικαίωμα πρόσβασης στα έγγραφα τόσο στους ισχύοντες όσο και στους προηγούμενους κανόνες ήταν ουσιαστικά οι ίδιες και ουσιαστικά οι ίδιοι με τους κανόνες για την πρόσβαση του κοινού στα έγγραφα που ισχύουν για τα άλλα θεσμικά όργανα της ΕΕ (κανονισμός 1049/2001)[28].

Η αξιολόγηση του Διαμεσολαβητή

31. Ο Διαμεσολαβητής συμφωνεί με το ΔΕΕ ότι οι εξαιρέσεις από το δικαίωμα πρόσβασης σε έγγραφα στους ισχύοντες και πρώην κανόνες πρόσβασης του ΔΕΕ και στον κανονισμό 1049/2001 είναι ουσιαστικά οι ίδιες. Ως εκ τούτου, οι ισχύοντες κανόνες δεν είναι πιο περιοριστικοί από τους προηγούμενους. Οι ισχύοντες και οι παλαιότεροι κανόνες συνάδουν με τις διατάξεις των Συνθηκών της ΕΕ σχετικά με την πρόσβαση στα έγγραφα και τη διαφάνεια.

32. Επιπλέον, ο καταγγέλλων δεν προέβαλε κανένα πειστικό επιχείρημα για να τεκμηριώσει τον ισχυρισμό του ότι το ΔΕΕ χρησιμοποιεί τους ισχύοντες κανόνες για να απορρίπτει συστηματικά αιτήσεις πρόσβασης του κοινού σε έγγραφα και, ως εκ τούτου, να περιορίζει τη διαφάνεια.

33. Η έκθεση του ΕΕΣ, στην οποία αναφέρεται ο καταγγέλλων, δεν είναι επίσης συναφής εν προκειμένω. Στην έκθεση αναφέρεται ότι το ΕΕΣ δεν μπόρεσε να αξιολογήσει τον αντίκτυπο παραγόντων, όπως η πολυπλοκότητα των δικαστικών υποθέσεων, στη διαδικασία διαχείρισης υποθέσεων του ΔΕΕ, δεδομένου ότι ορισμένα έγγραφα που ανταλλάχθηκαν μεταξύ δικαστών και γενικών εισαγγελέων σχετικά με εκκρεμείς υποθέσεις δεν κοινοποιήθηκαν στο ΕΕΣ. Το ΔΕΕ απέκλεισε την πρόσβαση στα εν λόγω έγγραφα προκειμένου να τηρήσει το απόρρητο των διασκέψεών του, σύμφωνα με τις εξαιρέσεις που προβλέπονται από τους ισχύοντες κανόνες.

β) Ασυνεπής αιτιολογία για την άρνηση πρόσβασης σε έγγραφα

Επιχειρήματα που υποβλήθηκαν στον Διαμεσολαβητή

34. Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι το ΔΕΕ αλλάζει τακτικά τους λόγους που αναφέρει για την άρνηση παροχής πρόσβασης σε έγγραφα. Αναφέρθηκε στους διαφορετικούς λόγους που προέβαλε το ΔΕΕ όταν αρνήθηκε να κοινοποιήσει ένα από τα υπομνήματά του σε άλλο πρόσωπο, σε σύγκριση με τους λόγους που προβλήθηκαν ως απάντηση στο αίτημά του για πρόσβαση στο ίδιο έγγραφο. Αναφέρθηκε επίσης στο γεγονός ότι έλαβε έγγραφα σχετικά με τις ταξιδιωτικές εγκρίσεις για οδηγούς στο πλαίσιο του αιτήματός του I, αλλά αρχικά όχι ως απάντηση στο αίτημά του IV (αν και το ΔΕΕ γνωστοποίησε στη συνέχεια τα εν λόγω έγγραφα). Επιπλέον, το ΔΕΕ αρχικά αμφισβήτησε το παραδεκτό του αιτήματός του IV, αλλά στη συνέχεια το έκανε δεκτό. Τέλος, δηλώνει ότι είχε προηγουμένως λάβει έγγραφα στα οποία οι παρατηρήσεις των βουλευτών σχετικά με νομοθετικά και διοικητικά θέματα δεν είχαν απαλειφθεί, ενώ παρόμοιες παρατηρήσεις είχαν απαλειφθεί σε άλλες περιπτώσεις [29].

35. Σε απάντηση, το ΔΕΕ υποστήριξε ότι η έρευνα της Διαμεσολαβήτριας αφορά μόνο τα αιτήματα πρόσβασης του καταγγέλλοντος και όχι τα αιτήματα που υποβάλλονται από άλλα άτομα. Σε κάθε περίπτωση, αρνήθηκε την πρόσβαση τόσο στο αίτημα του καταγγέλλοντος όσο και στο αίτημα του άλλου ατόμου για τους ίδιους λόγους, παρέχοντας πρόσθετους λόγους που αντικατοπτρίζουν τις ιδιαιτερότητες κάθε αιτήματος. Όσον αφορά τις αιτήσεις πρόσβασης στις ταξιδιωτικές εγκρίσεις, το ΔΕΕ υποστήριξε ότι η απόφασή του επί του αιτήματος I αποτελεί αντικείμενο εκκρεμών δικαστικών διαδικασιών και, ως εκ τούτου, δεν εμπίπτει στο πεδίο της έρευνας του Διαμεσολαβητή. Σε κάθε περίπτωση, είναι εγγενές στη διαδικασία δύο σταδίων για την εξέταση των αιτήσεων πρόσβασης του κοινού στα έγγραφα, ότι η απόφαση και/ή η αιτιολογία σε αμφότερα τα στάδια (αρχική απάντηση, απόφαση επανεξέτασης) ενδέχεται να είναι διαφορετικές. Επιπλέον, το σκεπτικό του για τη μη δημοσιοποίηση των παρατηρήσεων των βουλευτών αφορά το πεδίο εφαρμογής των κανόνων πρόσβασης του ΔΕΕ, το οποίο αποτελεί αντικείμενο της υπόθεσης του καταγγέλλοντος ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου. Σε κάθε περίπτωση, εάν ορισμένα αποσπάσματα ενός εγγράφου εσφαλμένα δεν απαλείφθηκαν, αυτό δεν σημαίνει ότι παρόμοια αποσπάσματα άλλων εγγράφων θα πρέπει να δημοσιοποιούνται χωρίς απαλοιφή.

Η αξιολόγηση του Διαμεσολαβητή

36. Αιτήματα για πρόσβαση σε έγγραφα από άλλα άτομα δεν εμπίπτουν στο πεδίο της παρούσας έρευνας. Ο Διαμεσολαβητής εξετάζει κάθε άρνηση πρόσβασης σε έγγραφο χωριστά. Ως εκ τούτου, δεν είναι σε θέση να εξετάσει κανένα από τα επιχειρήματα του καταγγέλλοντος στο πλαίσιο αυτό [30].  

37. Όπως επισήμανε το ΔΕΕ, η επανεξέταση των αιτήσεων είναι εγγενής στη διαδικασία των δύο σταδίων για την πρόσβαση σε έγγραφα και η απόφαση και/ή το σκεπτικό στο οποίο βασίζονται μπορεί να διαφέρουν από το ένα στάδιο στο άλλο (αρχική απάντηση, απόφαση επανεξέτασης).

38. Τέλος, ο Διαμεσολαβητής πρέπει να αξιολογεί κατά πόσον μια απόφαση σχετικά με αίτηση πρόσβασης σε έγγραφα συνάδει με τους ισχύοντες κανόνες. Ως εκ τούτου, ακόμη και αν το ΔΕΕ γνωστοποίησε προηγουμένως έγγραφα χωρίς απαλοιφή, αυτό δεν σημαίνει κατ’ ανάγκη ότι είναι εσφαλμένο να διαγραφούν στη συνέχεια παρόμοιες πληροφορίες.

γ) Έλλειψη διαφάνειας στις απαντήσεις στις αιτήσεις πρόσβασης

Επιχειρήματα που υποβλήθηκαν στον Διαμεσολαβητή

39. Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι το ΔΕΕ δεν παρέχει ουσιαστικές εξηγήσεις στις αρχικές απαντήσεις του στις αιτήσεις πρόσβασης σε έγγραφα, αλλά μόνο στις μεταγενέστερες αποφάσεις του για την επανεξέταση των αιτήσεων (τις λεγόμενες «επιβεβαιωτικές αποφάσεις»). Ως εκ τούτου, όσοι ζητούν πρόσβαση σε έγγραφα μπορούν να αμφισβητήσουν τη συλλογιστική του ΔΕΕ μόνο με την υποβολή δαπανηρής και χρονοβόρας υπόθεσης ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου κατά απόφασης επανεξέτασης.

40. Προσθέτει ότι οι απαντήσεις του ΔΕΕ δεν είναι διαφανείς, δεδομένου ότι δεν περιλαμβάνουν κατάλογο όλων των εγγράφων που έχει στην κατοχή του, αναφέροντας ποια από αυτά μπορούν να δημοσιοποιηθούν και ποια όχι. Ειδικότερα, παρέπεμψε στην αρχική απάντηση του ΔΕΕ στο αίτημά του για πρόσβαση στα μνημόνια του . Αναφέρθηκε επίσης στο γεγονός ότι το ΔΕΕ αρχικά αρνήθηκε να του χορηγήσει πρόσβαση σε υπόμνημα του πρώην Προέδρου σχετικά με τον διορισμό διευθυντή, και το έπραξε μόνο μετά την επανεξέτασή του, μετά την κάλυψη του ζητήματος από τα μέσα ενημέρωσης.

41. Τέλος, ο καταγγέλλων επισήμανε ότι το ΔΕΕ δεν του έχει κοινοποιήσει ακόμη τη συνοδευτική επιστολή και τις προπαρασκευαστικές πράξεις μη υπογεγραμμένου, μη χρονολογημένου και μη καταχωρισμένου εγγράφου που απέστειλε το ΔΕΕ στο Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο (μέρος του αιτήματος III).

42. Στην απάντησή του, το ΔΕΕ αρνήθηκε ότι αιτιολογεί τις αποφάσεις του μόνον όταν εξετάζει αιτήματα. Επανέλαβε την άποψή της ότι οι αλλαγές στο σκεπτικό και/ή στις αποφάσεις της είναι εγγενείς στη διαδικασία δύο σταδίων που εφαρμόζεται στις αιτήσεις πρόσβασης σε έγγραφα.

43. Όσον αφορά το αίτημα III του καταγγέλλοντος, το ΔΕΕ επισήμανε ότι είχε αρχικά κοινοποιήσει 189 έγγραφα και, στη συνέχεια, ένα πρόσθετο έγγραφο, μετά την επανεξέταση της αρχικής απόφασής του. Μολονότι παρείχε λεπτομερέστερες εξηγήσεις στην απόφαση επανεξέτασης, αυτό δεν σημαίνει ότι το σκεπτικό ήταν «καθυστερημένο». Όσον αφορά το αίτημα IV, το ΔΕΕ ανέφερε ότι, τόσο στην αρχική απάντησή του όσο και στην απόφαση επανεξέτασης, παρείχε λεπτομερείς λόγους για να δικαιολογήσει την άρνησή του να κοινοποιήσει ορισμένα έγγραφα.

44. Το ΔΕΕ δήλωσε επίσης ότι ο ίδιος ο καταγγέλλων είχε παράσχει λεπτομερή κατάλογο των εγγράφων στα οποία επιθυμούσε πρόσβαση στην αίτησή του IV. Το ΔΕΕ αρνήθηκε την πρόσβαση στα εν λόγω έγγραφα, εξηγώντας σαφώς τους λόγους για τους οποίους το έπραξε. Ως εκ τούτου, δεν είναι σαφές τι είδους κατάλογο ή πρόσθετες εξηγήσεις θα μπορούσε να δώσει το ΔΕΕ στον καταγγέλλοντα.

45. Το ΔΕΕ δήλωσε ότι είχε αρχικά δημοσιοποιήσει διάφορα έγγραφα σχετικά με τον διορισμό διευθυντή, προτού δημοσιοποιήσει στη συνέχεια το υπόμνημα του πρώην προέδρου.

Η αξιολόγηση του Διαμεσολαβητή

46. Όπως προαναφέρθηκε, το γεγονός ότι το σκεπτικό του ΔΕΕ μπορεί να διαφέρει κατά το στάδιο της επανεξέτασης είναι εγγενές στη διαδικασία δύο σταδίων που εφαρμόζεται στις υποθέσεις πρόσβασης σε έγγραφα. Από κανένα στοιχείο δεν προκύπτει ότι το ΔΕΕ παρέλειψε σκοπίμως να παράσχει επαρκείς εξηγήσεις στις αρχικές απαντήσεις του, και τούτο μόνον εφόσον ο αιτών ζητήσει από το ΔΕΕ να επανεξετάσει την αρχική του απόφαση.

47. Το επιχείρημα του καταγγέλλοντος σχετικά με τον κατάλογο των εγγράφων (αίτημα IV) είναι αβάσιμο. Όπως ανέφερε το ΔΕΕ, ο ίδιος ο καταγγέλλων προσκόμισε κατάλογο όλων των εγγράφων στα οποία επιθυμούσε πρόσβαση. Επιπλέον, το ΔΕΕ παρέσχε σαφείς εξηγήσεις σχετικά με τους λόγους για τους οποίους δεν επετράπη η πρόσβαση στα εν λόγω έγγραφα· συγκεκριμένα, ότι αφορούσαν τη δικαστική της δραστηριότητα και, ως εκ τούτου, δεν ενέπιπταν στο πεδίο εφαρμογής των κανόνων πρόσβασης του ΔΕΕ.

48. Ωστόσο, δεν είναι σαφές γιατί το ΔΕΕ γνωστοποίησε το υπόμνημα του πρώην προέδρου σχετικά με τον διορισμό διευθυντή μόνο αφού ο καταγγέλλων ζήτησε να επανεξετάσει την αρχική του απόφαση.

49. Προκειμένου να διευκολυνθεί η πρόσβαση σε διαδικασίες εγγράφων, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι, στο μέλλον, το ΔΕΕ θα μπορούσε να επιδιώξει να παράσχει, στις αρχικές απαντήσεις του, κατάλογο όλων των σχετικών εγγράφων που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής αίτησης πρόσβασης σε έγγραφα. Μολονότι είναι πιθανό να προσδιοριστούν πρόσθετα έγγραφα στο στάδιο της επανεξέτασης, η κατάρτιση καταλόγου στο αρχικό στάδιο αποτελεί ορθή διοικητική πρακτική.

50. Τέλος, όσον αφορά το επιχείρημα του καταγγέλλοντος ότι το ΔΕΕ δεν έχει ακόμη δημοσιοποιήσει έγγραφα σχετικά με τη συνοδευτική επιστολή και τις προπαρασκευαστικές πράξεις νομοθετικού εγγράφου, ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει ότι το ΔΕΕ έχει ήδη ενημερώσει τον καταγγέλλοντα ότι δεν υπάρχουν τέτοια έγγραφα. Ο καταγγέλλων δεν προέβαλε πειστικά επιχειρήματα για να αποδείξει ότι αυτό δεν ισχύει [31].

δ) Το ΔΕΕ αντιμετωπίζει ορισμένες αιτήσεις πρόσβασης σε έγγραφα ως αιτήσεις παροχής πληροφοριών

Επιχειρήματα που υποβλήθηκαν στον Διαμεσολαβητή

51. Ο καταγγέλλων θεώρησε ότι το ΔΕΕ ενήργησε κακόπιστα και παρέβη την υποχρέωσή του να συνδράμει όσους ζητούν πρόσβαση σε έγγραφα [32], θεωρώντας μέρος του αιτήματός του IV για πρόσβαση σε έγγραφα, ως αίτημα παροχής πληροφοριών.

52. Στην απάντησή του, το ΔΕΕ δήλωσε ότι ο καταγγέλλων είχε διατυπώσει σαφώς μέρος του αιτήματός του ως αίτημα παροχής πληροφοριών και ότι τα εν λόγω αιτήματα δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής των κανόνων για την πρόσβαση στα έγγραφα. [33] Τούτου λεχθέντος, το ΔΕΕ αναγνώρισε ότι είχε επίσης βασιστεί στους ισχύοντες κανόνες για την πρόσβαση σε έγγραφα για την απόρριψη των εν λόγω αιτήσεων παροχής πληροφοριών (για λόγους προστασίας των δεδομένων). Το ΔΕΕ δήλωσε επίσης ότι το ζήτημα αυτό καλύπτεται από την υπόθεση του καταγγέλλοντος ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου.

Η αξιολόγηση του Διαμεσολαβητή

53. Η αίτηση παροχής πληροφοριών που περιέχεται σε έγγραφα θα πρέπει να αντιμετωπίζεται ως αίτηση πρόσβασης του κοινού στα έγγραφα που περιέχουν τις εν λόγω πληροφορίες [34].

54. Η άποψη της Διαμεσολαβήτριας είναι ότι το ΔΕΕ θα έπρεπε να έχει εξετάσει τα αιτήματα του καταγγέλλοντος σύμφωνα με τους κανόνες για την πρόσβαση σε έγγραφα και όχι ως αιτήματα παροχής πληροφοριών. Ωστόσο, το ΔΕΕ εξέθεσε τους λόγους για τους οποίους, ακόμη και αν είχε εξετάσει τα αιτήματα ως τέτοια, δεν μπορούσε να δημοσιοποιήσει τα έγγραφα που περιείχαν τις πληροφορίες. Αυτό οφείλεται σε ανησυχίες σχετικά με την προστασία των δεδομένων. Επιπλέον, ορισμένα από τα έγγραφα είχαν ήδη δημοσιοποιηθεί ή είχαν άλλως δημοσιοποιηθεί.

55. Ως εκ τούτου, δεν υπήρξε κακοδιοίκηση όσον αφορά τον τρόπο με τον οποίο το ΔΕΕ χειρίστηκε τα εν λόγω αιτήματα. Τούτου λεχθέντος, η Διαμεσολαβήτρια ενθαρρύνει το ΔΕΕ, στο μέλλον, να υιοθετεί μια πιο φιλική προς τον πολίτη προσέγγιση κατά την αξιολόγηση αιτήματος πρόσβασης σε έγγραφα που αναφέρεται σε πληροφορίες που περιέχονται σε έγγραφα.

ε) Το ΔΕΕ εφαρμόζει υπερβολικά την εξαίρεση για την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα

Επιχειρήματα που υποβλήθηκαν στον Διαμεσολαβητή

56. Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι, προκειμένου να δικαιολογήσει την άρνηση πρόσβασης σε έγγραφα, το ΔΕΕ κάνει υπερβολική και αδικαιολόγητη χρήση της εξαίρεσης για την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, η οποία προβλέπεται στους κανόνες πρόσβασης του ΔΕΕ. Ειδικότερα, διαφώνησε με την πρακτική του ΔΕΕ να διαγράφει τα ονόματα των νομικών υπαλλήλων («référendaires») από τα πρακτικά που δημοσιοποιεί. Ισχυρίστηκε ότι όλα τα άλλα θεσμικά όργανα της ΕΕ αναφέρουν στους ιστοτόπους τους τα ονόματα των προσώπων που κατέχουν παρόμοιες θέσεις [35], και ότι όλοι οι νομικοί υπάλληλοι του ΔΕΕ περιλαμβάνονται στον διαδικτυακό δημόσιο κατάλογο των δημοσίων υπαλλήλων της ΕΕ [36]. Όσον αφορά την άρνηση κοινοποίησης πληροφοριών σχετικά με τα έξοδα ταξιδίου για λόγους προστασίας των δεδομένων, σημειώνει ότι η Επιτροπή παρείχε πρόσφατα πλήρη πρόσβαση στα ατομικά έξοδα ταξιδίου όλων των Επιτρόπων. Κατά συνέπεια, υποστήριξε ότι το ΔΕΕ θα πρέπει να πράξει το ίδιο για τα έξοδα ταξιδίου των μελών του, προκειμένου να καταστεί δυνατός ο κατάλληλος έλεγχος των δημόσιων πόρων. Αναφέρθηκε επίσης στην άρνηση παροχής πρόσβασης σε έγγραφα που αφορούν την εργασία ανώτερου μέλους του προσωπικού του ΔΕΕ.

57. Σε απάντηση, το ΔΕΕ δήλωσε ότι ως δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα νοείται κάθε πληροφορία που αφορά φυσικό πρόσωπο του οποίου η ταυτότητα είναι γνωστή ή μπορεί να εξακριβωθεί [37]. Σε ορισμένες περιπτώσεις, η επιβεβαίωση της ύπαρξης εγγράφου θα μπορούσε, αφ’ εαυτής, να συνιστά δεδομένο προσωπικού χαρακτήρα [38]. Δεδομένου ότι ο καταγγέλλων ζήτησε πρόσβαση σε διάφορα έγγραφα που αφορούν πρόσωπο του οποίου η ταυτότητα είναι γνωστή ονομαστικά, όλα τα εν λόγω έγγραφα χαρακτηρίστηκαν ως δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα του εν λόγω προσώπου. Για να του διαβιβαστούν αυτά τα δεδομένα, ο καταγγέλλων θα πρέπει να αποδείξει τους λόγους για τους οποίους τα χρειάζεται. Επιπλέον, η γνωστοποίηση των δεδομένων δεν πρέπει να θίγει τα έννομα συμφέροντα του ενδιαφερόμενου προσώπου [39]. Ο καταγγέλλων δεν απέδειξε σε κανένα από τα αιτήματά του τους λόγους για τους οποίους χρειαζόταν τα εν λόγω δεδομένα. Το ΔΕΕ δήλωσε επίσης ότι η έννοια των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα δεν πρέπει να συγχέεται με εκείνη που θεωρείται ότι σχετίζεται με την ιδιωτική ζωή [40]. Επιπλέον, το ΔΕΕ επισήμανε ότι το πεδίο εφαρμογής της εξαίρεσης σχετικά με την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα αποτελεί ζήτημα που καλύπτεται από την υπόθεση του καταγγέλλοντος ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου.

58. Στις παρατηρήσεις του, ο καταγγέλλων υποστήριξε ότι η νομολογία των δικαστηρίων της ΕΕ σχετικά με την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα είναι πολύ περιοριστική. Ισχυρίστηκε επίσης ότι, στην απάντησή του στην έρευνα του Διαμεσολαβητή, ο Πρόεδρος του ΔΕΕ υπερέβη τον διοικητικό του ρόλο αναφερόμενος σε απόφαση σχετικά με την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα για την οποία δεν είχε λήξει η προθεσμία άσκησης προσφυγής.

59. Ο καταγγέλλων αναφέρθηκε στα αιτήματά του για πρόσβαση σε έγγραφα και δήλωσε ότι τα ζητούμενα δεδομένα πρέπει να είναι δημόσια, προκειμένου να καταστεί δυνατός ο κατάλληλος έλεγχος των διοικητικών και νομοθετικών αποφάσεων του ΔΕΕ. Ωστόσο, είναι δύσκολο για ένα άτομο που ζητεί πρόσβαση σε ένα έγγραφο να παράσχει ακριβείς αιτιολογήσεις όταν το περιεχόμενο των εγγράφων δεν είναι γνωστό. Ο καταγγέλλων τόνισε επίσης ότι η προστασία των δεδομένων δεν αποτελεί απόλυτο δικαίωμα, αλλά πρέπει να σταθμίζεται με τα δικαιώματα στη διαφάνεια, την ελευθερία πληροφόρησης και τη χρηστή διοίκηση.

60. Επιπλέον, ο καταγγέλλων θεώρησε ότι η Επιτροπή έκανε πολύ διαφανή τη χρήση υπηρεσιακών αυτοκινήτων και οδηγών από τους Επιτρόπους, ενώ το ΔΕΕ διατηρεί τις πληροφορίες αυτές «εντελώς μυστικές». Θεώρησε επίσης ότι το ΔΕΕ κακώς δεν γνωστοποίησε κανένα έγγραφο σχετικά με την εργασία ανώτερου υπαλλήλου του.

Η αξιολόγηση του Διαμεσολαβητή

61. Ο Διαμεσολαβητής δεν μπορεί να διερευνήσει ζητήματα που αφορούν τη δικαιοδοτική δραστηριότητα και τη νομολογία του ΔΕΕ [41] ούτε να αμφισβητήσει την ορθότητα απόφασης δικαστηρίου [42]. Επιπλέον, ο Διαμεσολαβητής δεν συμφωνεί ότι το γεγονός ότι ο Πρόεδρος του ΔΕΕ, στην απάντησή του προς τον Διαμεσολαβητή, αναφέρθηκε σε απόφαση για την οποία δεν είχε παρέλθει η προθεσμία άσκησης προσφυγής, σήμαινε ότι ενήργησε υπό δικαστική και όχι διοικητική ιδιότητα. Απλώς αναφερόταν στην πλέον πρόσφατη απόφαση σχετικά με την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα στο πλαίσιο των κανόνων για την πρόσβαση στα έγγραφα. Σύμφωνα με το σκεπτικό αυτό, καμία απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου δεν θα μπορούσε να γίνει δεκτή ως οριστική έως ότου λήξει η προθεσμία για την άσκηση αναίρεσης ή, σε περίπτωση αναίρεσης, εκδοθεί απόφαση του ΔΕΕ. Αυτό όμως δεν ισχύει [43].

62. Η Διαμεσολαβήτρια θεωρεί ότι η ευρεία προσέγγιση του ΔΕΕ όσον αφορά την εφαρμογή της εξαίρεσης για την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα συνάδει με τη νομολογία της ΕΕ.  Η νομολογία της ΕΕ έχει καταστήσει σαφές ότι όσοι ζητούν πρόσβαση σε έγγραφα που περιέχουν δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα πρέπει να αποδεικνύουν την «αναγκαιότητα» της διαβίβασης των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα σε αυτούς [44]. Επιπλέον, δεν δίδεται αυτομάτως προτεραιότητα στον στόχο της διαφάνειας έναντι του δικαιώματος προστασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα [45].

63. Περιορίζοντας την αιτιολόγησή του για την ανάγκη των δεδομένων στην ανάγκη να μπορεί το κοινό να ελέγχει, γενικά, τις διοικητικές και νομοθετικές αποφάσεις του ΔΕΕ, ο καταγγέλλων δεν παρείχε συγκεκριμένους λόγους για να αποδείξει την «αναγκαιότητα» της διαβίβασης των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα σε αυτόν.

64. Μολονότι οι πληροφορίες ότι ένα πρόσωπο εργάζεται στο ΔΕΕ ως νομικός υπάλληλος μπορεί, και μάλιστα θα πρέπει, να είναι δημοσιοποιημένες, αυτό δεν σημαίνει ότι το ΔΕΕ θα πρέπει να αποκαλύπτει τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα του εν λόγω προσώπου στο πλαίσιο αιτήματος πρόσβασης σε έγγραφα. Το πρόσωπο που ζητεί πρόσβαση στα εν λόγω έγγραφα πρέπει να εξακολουθεί να αποδεικνύει την ανάγκη διαβίβασης συγκεκριμένων δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα σε αυτό, κάτι που στην προκειμένη περίπτωση δεν έπραξε ο καταγγέλλων.

65. Δεδομένου ότι η καταγγέλλουσα προσέφυγε στο Γενικό Δικαστήριο αμφισβητώντας την απόφαση του ΔΕΕ να διαγράψει τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα από την ταξιδιωτική έγκριση που του κοινοποιήθηκε βάσει του αιτήματος I, η Διαμεσολαβήτρια θεωρεί ότι δεν μπορεί να λάβει θέση σχετικά με τις διαγραφές του ΔΕΕ βάσει του αιτήματος IV, διότι το ζήτημα αυτό εκκρεμεί πλέον και ενώπιον των δικαστηρίων της ΕΕ [46]. Αρκεί να επισημανθεί ότι η Διαμεσολαβήτρια εξέφρασε πρόσφατα την ικανοποίησή της για την προορατική δέσμευση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής να δημοσιεύει πληροφορίες σχετικά με τα έξοδα ταξιδίου κάθε Επιτρόπου κάθε δύο μήνες.

66. Τέλος, όσον αφορά τα έγγραφα σχετικά με την εργασία που επιτέλεσε ανώτερο μέλος του προσωπικού του ΔΕΕ [47], το γεγονός ότι έχει παρέλθει συγκεκριμένο χρονικό διάστημα από την ανάληψη των καθηκόντων του ενδιαφερόμενου προσώπου δεν αποδεικνύει, αυτό καθαυτό, την «αναγκαιότητα» της διαβίβασης των σχετικών δεδομένων στο πλαίσιο αίτησης πρόσβασης σε έγγραφα. Το γεγονός ότι ένα πρόσωπο ενδέχεται να βρίσκεται σε θέση εργασίας για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα δεν σημαίνει ότι το δικαίωμά του για προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που το αφορούν μειώνεται ή παύει να ισχύει. 

στ) Το ΔΕΕ θεωρεί ότι τα διοικητικά έγγραφα έχουν δικαστικό χαρακτήρα

Επιχειρήματα που υποβλήθηκαν στον Διαμεσολαβητή

67.  Ο καταγγέλλων διαφώνησε με την άποψη του ΔΕΕ ότι οι παρατηρήσεις των βουλευτών σχετικά με διοικητικά και νομοθετικά θέματα αφορούν τη δικαστική του δραστηριότητα. Δηλώνει ότι, σύμφωνα με τις Συνθήκες της ΕΕ, η διαφάνεια αποτελεί προτεραιότητα και είναι απαραίτητη για τη διασφάλιση της ορθής λειτουργίας των θεσμικών οργάνων της ΕΕ.

68. Σε απάντηση, το ΔΕΕ δήλωσε ότι τα επιχειρήματα του καταγγέλλοντος συνδέονταν άμεσα με το ζήτημα του πεδίου εφαρμογής των κανόνων πρόσβασης του ΔΕΕ και, ως εκ τούτου, σχετίζονται με τη διάκριση μεταξύ των δικαστικών και διοικητικών δραστηριοτήτων του ΔΕΕ. Σημείωσε ότι το θέμα αυτό καλύπτεται από την υπόθεση του καταγγέλλοντος ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου και ότι, ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής δεν μπορούσε να το διερευνήσει.

69. Στις παρατηρήσεις του σχετικά με την απάντηση του ΔΕΕ, ο ενδιαφερόμενος υποστήριξε ότι η υπόθεσή του ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου δεν καλύπτει τις απαντήσεις του ΔΕΕ στα αιτήματά του III και IV, τα οποία εστάλησαν αργότερα. Τονίζει επίσης ότι η άρνηση του ΔΕΕ να αποκαλύψει τις απόψεις που εξέφρασαν οι βουλευτές σχετικά με διοικητικά ή νομοθετικά θέματα δεν θέτει σε κίνδυνο την ανεξαρτησία της δικαιοσύνης τους.

Η αξιολόγηση του Διαμεσολαβητή

70. Στην υπόθεσή του ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου, ο καταγγέλλων αμφισβήτησε την άρνηση του ΔΕΕ να χορηγήσει πρόσβαση σε έγγραφα που οδήγησαν στην έγκριση του κώδικα δεοντολογίας με το σκεπτικό ότι τα εν λόγω έγγραφα εκφράζουν τις απόψεις των βουλευτών και, ως εκ τούτου, συνδέονται με τη δικαστική του δραστηριότητα.

71. Τα επιχειρήματα που προέβαλε ο καταγγέλλων στην παρούσα υπόθεση αφορούν επίσης το γενικό ζήτημα του κατά πόσον οι παρατηρήσεις των βουλευτών συνδέονται άρρηκτα με τη δικαστική τους λειτουργία και, ως εκ τούτου, δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής των κανόνων πρόσβασης του ΔΕΕ [48]. Δεδομένου ότι το Γενικό Δικαστήριο θα αποφανθεί επί της υπόθεσης αυτής, ο Διαμεσολαβητής δεν θα εξετάσει αυτή την πτυχή της καταγγελίας [49].

Συμπεράσματα

Βάσει της έρευνας, η Διαμεσολαβήτρια περατώνει την υπόθεση με τα ακόλουθα συμπεράσματα:

Δεν υπήρξε κακοδιοίκηση από το ΔΕΕ όσον αφορά τις πτυχές της καταγγελίας που δεν καλύπτονται από την υπόθεση του καταγγέλλοντος ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου.

Ο Διαμεσολαβητής περατώνει χωρίς περαιτέρω ενέργειες τις πτυχές της καταγγελίας που καλύπτονται από την υπόθεση του καταγγέλλοντος ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου.

Ο καταγγέλλων και το ΔΕΕ θα ενημερωθούν για την απόφαση αυτή.

 

η Έμιλι Ο' Ράιλι

Ευρωπαίος Διαμεσολαβητής

Στρασβούργο, 05/06/2019

 

 

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑΤΑ

Αίτηση πρόσβασης σε έγγραφα I

1. Στις 14 Δεκεμβρίου 2016 ο καταγγέλλων ζήτησε την πρόσβαση του κοινού σε ορισμένα έγγραφα (στο εξής: αίτημα I), μεταξύ των οποίων: 1) τα έγγραφα που οδήγησαν στην έγκριση του κώδικα δεοντολογίας του 2016 [51]· 2) έγγραφα και πληροφορίες σχετικά με τον πιθανό διορισμό του κ. X σε ανώτερη θέση εντός του ΔΕΕ· και 3) τις άδειες για ταξίδια εργασίας [52] που αφορούσαν τη χρήση των επίσημων οδηγών του ΔΕΕ.

2. Εκτιμώντας ότι η αρχική απόφαση του ΔΕΕ της 17ης Φεβρουαρίου 2017 επί του αιτήματός του ήταν εν μέρει αρνητική, ο καταγγέλλων ζήτησε από το ΔΕΕ να επανεξετάσει την εν λόγω απόφαση.

3. Στις 22 Μαΐου 2017 το ΔΕΕ εξέδωσε την απόφασή του (τη λεγόμενη «επιβεβαιωτική απόφαση») σχετικά με την αίτηση επανεξέτασης του καταγγέλλοντος (τη λεγόμενη «επιβεβαιωτική αίτηση»).

4. Ανέφερε ότι τα έγγραφα σχετικά με την έγκριση του κώδικα δεοντολογίας του 2016 (αίτημα I. 1) δεν αφορούσαν τα «διοικητικά καθήκοντά» του [όπως αναφέρονται στο άρθρο 15 παράγραφος 3 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ)[53] και, ως εκ τούτου, δεν ενέπιπταν στο πεδίο εφαρμογής των κανόνων του ΔΕΕ για την πρόσβαση του κοινού στα έγγραφα [54]. Το ΔΕΕ δήλωσε ότι οι υποχρεώσεις που επιβάλλει ο κώδικας δεοντολογίας στα εν ενεργεία και πρώην μέλη του Δικαστηρίου συνδέονται άρρηκτα με την άσκηση των δικαιοδοτικών καθηκόντων τους και, ως εκ τούτου, δεν είναι «διοικητικές». Επιπλέον, η δημοσιοποίηση εγγράφων που εκφράζουν απόψεις για εσωτερική χρήση, στο πλαίσιο διαβουλεύσεων και προκαταρκτικών διαβουλεύσεων, θα υπονόμευε σοβαρά τη διαδικασία λήψης αποφάσεων του ΔΕΕ [55]. Εάν τα εν λόγω έγγραφα δημοσιοποιούνταν, τα μέλη του ΔΕΕ δεν θα ήταν σε θέση να εκφράσουν τις απόψεις τους ανεξάρτητα, εις βάρος της διαδικασίας λήψης αποφάσεων του ΔΕΕ.

5. Το ΔΕΕ κοινοποίησε πλήρως επιστολή (αίτημα I. 2) στην οποία εκθέτει τους λόγους για τον διορισμό του Χ ως ανώτερου υπαλλήλου του. Δήλωσε ότι το ΔΕΕ είχε λάβει τη συγκατάθεση του κ. X για την εν λόγω γνωστοποίηση.

6. Το ΔΕΕ χορήγησε επίσης μερική πρόσβαση σε δύο άδειες για ταξίδια εργασίας (αίτηση I. 3). Δήλωσε ότι οι διαγραφές έγιναν για την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα. Σημείωσε ότι ο καταγγέλλων δεν είχε αποδείξει την ανάγκη διαβίβασης των εν λόγω δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα σε αυτόν.

Αίτηση πρόσβασης σε έγγραφα II

7. Στις 27 Ιανουαρίου 2017, ο καταγγέλλων ζήτησε πρόσβαση του κοινού σε έγγραφα που ανταλλάχθηκαν μεταξύ του πρώην Προέδρου του ΔΕΕ και των γερμανικών αρχών μεταξύ 2011 και 2015 (αίτημα II. 1), και κατάλογο όλων των εγγράφων που απηύθυνε ο πρώην Πρόεδρος του Δικαστηρίου στα κράτη μέλη κατά τη διάρκεια της προεδρίας του (αίτημα II. 2).

8. Στις 18 Μαΐου 2017, κατόπιν αιτήματος του καταγγέλλοντος για επανεξέταση της αρχικής απάντησής του, το ΔΕΕ επιβεβαίωσε ότι δεν είχε εντοπίσει έγγραφα που ανταλλάχθηκαν μεταξύ του πρώην Προέδρου του ΔΕΕ και των γερμανικών αρχών και ότι ο ζητούμενος κατάλογος δεν υπήρχε.

9. Στις 12 Ιουλίου 2017, ο καταγγέλλων αμφισβήτησε ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου τη νομιμότητα των αποφάσεων επανεξέτασης του ΔΕΕ σχετικά με τις αιτήσεις του για πρόσβαση σε έγγραφα I και II [56]. Υποστήριξε, μεταξύ άλλων, ότι τα έγγραφα που αφορούν την έγκριση του κώδικα δεοντολογίας του 2016 αφορούν τα διοικητικά και όχι τα δικαστικά καθήκοντα του ΔΕΕ.

Αίτηση πρόσβασης σε έγγραφα III

10.  Στις 22 Μαρτίου 2017 ο καταγγέλλων ζήτησε πρόσβαση σε δεκατρείς δέσμες εγγράφων (στο εξής: αίτημα III). Σε αυτές περιλαμβάνονται:[57]

  •  όλα τα έγγραφα που οδήγησαν στη σύνταξη μη υπογεγραμμένου και αχρονολόγητου υπομνήματος του Μαΐου 2015, το οποίο υποβλήθηκε από το ΔΕΕ στα θεσμικά όργανα της ΕΕ, σχετικά με τον διπλασιασμό του αριθμού των δικαστών στο Γενικό Δικαστήριο (αίτηση III.5)·
  •  τις οδηγίες που εξέδωσε ο πρώην Πρόεδρος του ΔΕΕ και το ιδιαίτερο γραφείο του σχετικά με την ανάπτυξη εφαρμογής ΤΠ (στο εξής: ιστότοπος των προέδρων), τυχόν αντιρρήσεις που διατύπωσε η Διεύθυνση ΤΠ (αίτημα III.6), καθώς και τα έγγραφα που αφορούν το συνολικό κόστος για τον ιστότοπο των «προέδρων»(αίτημα III.9)·
  •  έγγραφα που ανταλλάσσονται μεταξύ του Προέδρου, του Αντιπροέδρου και του Γραμματέα του ΔΕΕ, καθώς και του προσωπικού της Γενικής Διεύθυνσης Προσωπικού, σχετικά με την πρόσληψη διευθυντή (αίτημα III.7)·
  •  όλα τα έγγραφα που αφορούν την παραπομπή μιας υπόθεσης στην «επιτροπή κώδικα δεοντολογίας» (αίτημα III.8)·
  •  έγγραφα σχετικά με τη χρήση επίσημων οδηγών στο ΔΕΕ (αίτηση III.10)· και
  •  έγγραφα σχετικά με τη μεταρρύθμιση του Γενικού Δικαστηρίου και τα εγκεκριμένα ταξίδια εργασίας και τις εξωτερικές δραστηριότητες των βουλευτών (αίτημα III.12).

11. Στις 24 Μαΐου 2017, το ΔΕΕ χορήγησε στον καταγγέλλοντα πρόσβαση σε 189 έγγραφα. Όσον αφορά το αίτημα III.5, δήλωσε ότι δεν μπορούσε να εντοπίσει κανένα έγγραφο. Όσον αφορά το αίτημα III.8, αρνήθηκε την πρόσβαση επειδή η γνωστοποίηση του εγγράφου θα υπονόμευε την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα. Όσον αφορά το αίτημα III.10, το ΔΕΕ γνωστοποίησε στον καταγγέλλοντα τους ισχύοντες κανόνες σχετικά με τη χρήση οδηγών.

12. Στις 23 Ιουνίου 2017 ο καταγγέλλων υπέβαλε αίτηση επανεξέτασης. Όσον αφορά το αίτημα III.5, διευκρίνισε ότι το έγγραφο στο οποίο αναφερόταν στην αίτησή του ήταν ένα ανυπόγραφο σημείωμα του Μαΐου του 2015, το οποίο, κατά την άποψή του, διαδραμάτισε καθοριστικό ρόλο στην απόφαση του νομοθέτη της Ένωσης να διπλασιάσει τον αριθμό των δικαστών του Γενικού Δικαστηρίου. Όσον αφορά το αίτημα III.6, αμφισβήτησε το γεγονός ότι τα κοινοποιηθέντα έγγραφα δεν περιελάμβαναν οδηγίες του πρώην Προέδρου, ούτε ενστάσεις που προέβαλε η Διεύθυνση Πληροφορικής, σχετικά με «τον ιστότοπο των Προέδρων». Όσον αφορά το αίτημα III.7, σημείωσε ότι ένα μνημόνιο του πρώην Προέδρου του Μαρτίου 2015 δεν ήταν μεταξύ των εγγράφων που δημοσιοποιήθηκαν, αν και ο Τύπος το είχε αναφέρει. Όσον αφορά το αίτημα III.8, δήλωσε ότι η εφαρμογή του κώδικα δεοντολογίας δεν έχει δικαστικό χαρακτήρα. Εάν εφαρμόζεται η εξαίρεση για την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, το ΔΕΕ θα πρέπει να ζητήσει από το πρόσωπο του οποίου τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα αφορούσαν τη συγκατάθεσή του για τη γνωστοποίηση των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα που το αφορούν. Όσον αφορά το αίτημα III.9, ανέφερε ότι τα έγγραφα που δημοσιοποιήθηκαν δεν παρείχαν καμία αξιολόγηση του συνολικού κόστους του «τόπου του Προέδρου». Όσον αφορά το αίτημα III.10, δηλώνει ότι η δημοσιοποίηση των εγγράφων σχετικά με τη χρήση επίσημων οδηγών είναι προς το δημόσιο συμφέρον, προκειμένου να παρακολουθούνται οι δημοσιονομικές επιπτώσεις και οι συνθήκες εργασίας των οδηγών. Όσον αφορά το αίτημα III.12, θεωρεί ότι δεν έχει λάβει όλα τα ζητηθέντα έγγραφα.

13. Στις 25 Αυγούστου 2017, το ΔΕΕ απάντησε, επιβεβαιώνοντας ότι δεν ήταν σε θέση να εντοπίσει κανένα έγγραφο που να αντιστοιχεί στο αίτημα III.5, ούτε κανένα έγγραφο, εκτός από εκείνα που είχαν ήδη δημοσιοποιηθεί, που να αντιστοιχεί στο αίτημα III.6. Όσον αφορά το αίτημα III.7, δημοσιοποίησε το υπόμνημα του πρώην Προέδρου του ΔΕΕ της 10ης Μαρτίου 2015. Όσον αφορά το αίτημα III.8, ανέφερε ότι η εφαρμογή του κώδικα δεοντολογίας σε βουλευτή συνδέεται άρρηκτα με την άσκηση των δικαστικών καθηκόντων των βουλευτών και, κατά συνέπεια, τυχόν σχετικά έγγραφα δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής των κανόνων πρόσβασης του ΔΕΕ [58]. Επιπλέον, δεδομένου ότι το αίτημα αφορούσε ταυτοποιημένο πρόσωπο, το ΔΕΕ το απέρριψε για λόγους προστασίας των δεδομένων, επισημαίνοντας ότι ο καταγγέλλων δεν είχε αποδείξει την ανάγκη διαβίβασης των εν λόγω δεδομένων σε αυτόν. Επιπλέον, το ΔΕΕ δήλωσε ότι είχε ήδη δημοσιοποιήσει τα έγγραφα που αντιστοιχούσαν στο αίτημα III.9 και ότι τα αιτήματα παροχής πληροφοριών σχετικά με το συνολικό κόστος του ιστότοπου των «προέδρων» δεν ενέπιπταν στο πεδίο εφαρμογής των κανόνων πρόσβασης του ΔΕΕ. Όσον αφορά το αίτημα III.10, το ΔΕΕ δήλωσε ότι δεν είχε στην κατοχή του κανένα έγγραφο με ανάλυση κόστους σχετικά με τη χρήση επίσημων οδηγών. Το ΔΕΕ παρέσχε επίσης στον καταγγέλλοντα πληροφορίες σχετικά με το πού, στο πλαίσιο της δέσμης εγγράφων που του είχαν ήδη γνωστοποιηθεί, μπορούσε να βρει τα έγγραφα που αφορούσαν το αίτημα III.12.[59]

Αίτηση πρόσβασης σε έγγραφα IV

14. Στις 17 Αυγούστου 2017 ο καταγγέλλων υπέβαλε τέταρτο αίτημα πρόσβασης του κοινού σε έγγραφα (στο εξής: αίτημα IV). Η αίτηση αυτή περιλάμβανε 12 σύνολα εγγράφων, μεταξύ των οποίων: τον κατάλογο των επιστολών μεταξύ του πρώην Προέδρου του ΔΕΕ και των θεσμικών οργάνων της ΕΕ κατά τη διάρκεια της θητείας του (αίτημα IV.4)[60]· το «επίδομα εξόδου» ανώτερου υπαλλήλου και οι αποδοχές του από το ΔΕΕ (αίτηση IV.5)· τις εργασίες που ολοκλήρωσε ο εν λόγω ανώτερος υπάλληλος για το ΔΕΕ (αίτηση IV.6)· τους λόγους για τον διορισμό διευθυντή (αίτηση IV.7)· ειδικές άδειες ταξιδίου για επίσημους οδηγούς (αίτηση IV.8)· τα αιτήματα που έλαβε το ΔΕΕ για πρόσβαση του κοινού σε έγγραφα που δεν σχετίζονται με νομοθετικές διαδικασίες, συμπεριλαμβανομένων των αιτημάτων της κ. Z για πρόσβαση σε υπομνήματα που συνέταξε ο καταγγέλλων ενόσω ήταν δικαστής στο Γενικό Δικαστήριο, μαζί με τις απαντήσεις του ΔΕΕ σε αυτά (αίτημα IV.10)· και 75 των δικών του μνημονίων και 25 άμεσα συνδεόμενων εγγράφων (αίτηση IV.12).

15. Στις αρχικές απαντήσεις του της 17ης και 18ης Οκτωβρίου 2017, το ΔΕΕ αρνήθηκε την πρόσβαση σε όλα τα προαναφερθέντα έγγραφα. Όσον αφορά το αίτημα IV.12, ανέφερε ότι τα υπομνήματα του καταγγέλλοντος και τα άμεσα συνδεόμενα έγγραφα δεν ενέπιπταν στο πεδίο εφαρμογής των κανόνων πρόσβασης του ΔΕΕ, καθώς δεν σχετίζονταν με «διοικητικά καθήκοντα», αλλά περιείχαν γνώμες μελών του Δικαστηρίου που διατυπώθηκαν κατά την άσκηση των δικαστικών καθηκόντων τους [61].

16. Στις 16 Νοεμβρίου 2017 ο καταγγέλλων υπέβαλε αίτηση επανεξέτασης στο ΔΕΕ, αμφισβητώντας τις απαντήσεις του σχετικά με τα αιτήματα IV.4, IV.5, IV.6, IV.7, IV.8, IV.10 και IV.12.

17. Στις 17 Ιανουαρίου 2018, το ΔΕΕ απάντησε στον καταγγέλλοντα. Όσον αφορά το αίτημα IV.4, το ΔΕΕ δήλωσε ότι είχε προηγουμένως ενημερώσει τον καταγγέλλοντα ότι δεν υπήρχε «κατάλογος» επιστολών από και προς τον πρώην πρόεδρό του. Έκρινε επίσης ότι τα αιτήματα IV.5, IV.6 και IV.7 ήταν αιτήματα παροχής πληροφοριών και, ως εκ τούτου, δεν ενέπιπταν στο πεδίο εφαρμογής των κανόνων πρόσβασης του ΔΕΕ [62]. Εάν έπρεπε να αντιμετωπιστούν ως αίτηση πρόσβασης σε έγγραφα, ο καταγγέλλων θα έπρεπε να υποβάλει νέα αίτηση πρόσβασης του κοινού. Σε κάθε περίπτωση, τα σχετικά έγγραφα στο πλαίσιο της αίτησης IV.5 ήταν ήδη κοινό κτήμα. Προσέθεσε ότι τα έγγραφα που αφορούσαν οι αιτήσεις IV.5, IV.6 και IV.7 περιείχαν δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα [63] και ότι ο καταγγέλλων δεν είχε αποδείξει την ανάγκη διαβίβασής τους σε αυτόν.

18. Όσον αφορά το αίτημα IV.8, το ΔΕΕ γνωστοποίησε τις αιτούμενες άδειες ταξιδίου, αφού απέκρυψε από αυτές όλα τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα.

19. Όσον αφορά το αίτημα IV.10, το ΔΕΕ γνωστοποίησε τα αιτήματα πρόσβασης σε έγγραφα για τα οποία είχε λάβει τη συγκατάθεση του προσφεύγοντος, αποκρύπτοντας παράλληλα όλα τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, καθώς και τις απαντήσεις του ΔΕΕ . Ωστόσο, αρνήθηκε να γνωστοποιήσει τα αιτήματα της Z και τις απαντήσεις του ΔΕΕ σε αυτά, για λόγους προστασίας των δεδομένων. Κατά το ΔΕΕ, η συγκατάθεση της Z δεν θα αρκούσε για την παράβλεψη των κανόνων περί προστασίας των δεδομένων [64].

20. Όσον αφορά το αίτημα IV.12, το ΔΕΕ δήλωσε ότι, δεδομένου ότι ο καταγγέλλων είχε ήδη αντίγραφα των δικών του μνημονίων, το αίτημά του ήταν στην πραγματικότητα αίτημα προς το ΔΕΕ να του επιτραπεί να δημοσιεύσει τα εν λόγω μνημόνια. Το αίτημα αυτό ενέπιπτε στο πεδίο εφαρμογής του Καθεστώτος του ΔΕΕ [65], το οποίο απαιτεί από τους βουλευτές, κατά τη διάρκεια της θητείας τους και μετά το πέρας αυτής, να συμπεριφέρονται με ακεραιότητα και διακριτικότητα [66]. Αναφέρθηκε επίσης στο γεγονός ότι, σύμφωνα με τον κώδικα δεοντολογίας του 2016, οι πρώην βουλευτές εξακολουθούν να δεσμεύονται από το καθήκον τους ακεραιότητας, αξιοπρέπειας, πίστης και διακριτικότητας και θα πρέπει να απέχουν από κάθε δήλωση που μπορεί να βλάψει τη φήμη του Δικαστηρίου [67]. Σημείωσε ότι το καθεστώς περιέχει ειδικούς κανόνες σχετικά με τη συμπεριφορά των μελών του ΔΕΕ και, ως εκ τούτου, υπερισχύει των κανόνων πρόσβασης του ΔΕΕ. Επιπλέον, τα εν λόγω υπομνήματα και συναφή έγγραφα αφορούσαν τη δικαιοδοτική δραστηριότητα του Δικαστηρίου και, ως εκ τούτου, δεν ενέπιπταν στο πεδίο εφαρμογής των κανόνων πρόσβασης του ΔΕΕ [68]. Για το ΔΕΕ, ο αποκλεισμός από τους κανόνες διαφάνειας των εγγράφων που εκφράζουν τις ατομικές απόψεις των βουλευτών σε θέματα που αφορούν την άσκηση των καθηκόντων τους ή τη λειτουργία του Δικαστηρίου συμβάλλει στην ανεξαρτησία τους και, ως εκ τούτου, στην προστασία των δικαστικών διαδικασιών. Επιπλέον, η δημοσιοποίηση των εν λόγω εγγράφων, τα οποία χρησιμοποιούνται στο πλαίσιο διασκέψεων και προκαταρκτικών διαβουλεύσεων εντός του ΔΕΕ, θα υπονόμευε επίσης τη διαδικασία λήψης αποφάσεων [69] του ΔΕΕ [70].

 

[1] Κώδικας δεοντολογίας για τα μέλη και τα πρώην μέλη του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης 2016/C 483/01: https://eur-lex.europa.eu/legal-content/EN/TXT/PDF/?uri=OJ:C:2016:483:FULL&from=FR.

[2] Λεπτομερέστερες λεπτομέρειες σχετικά με τα αιτήματα αυτά, καθώς και σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο το ΔΕΕ χειρίστηκε τα αιτήματα, παρατίθενται στο παράρτημα κατωτέρω.

[3] Απόφαση του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, της 11ης Οκτωβρίου 2016, σχετικά με την πρόσβαση του κοινού στα έγγραφα που βρίσκονται στην κατοχή του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης κατά την άσκηση των διοικητικών καθηκόντων του (2016/C 445/03): http://eur-lex.europa.eu/legal-content/EN/TXT/HTML/?uri=CELEX:32016D1130%2801%29&from=EN.

[4] Υπόθεση T-433/17, Dehousse κατά Δικαστηρίου της ΕΕ: http://curia.europa.eu/juris/document/document.jsf?text=&docid=194304&pageIndex=0&doclang=EN&mode=lst&dir=&occ=first&part=1&cid=9041309.

[5] Βλ. επιστολή της Διαμεσολαβήτριας με την οποία ενημερώνεται η καταγγέλλουσα σχετικά με το πεδίο της έρευνάς της: https://www.ombudsman.europa.eu/pdf/en/104332.

[6] Βλ. την έκθεση της συνεδρίασης επιθεώρησης του Διαμεσολαβητή: https://www.ombudsman.europa.eu/pdf/en/107584.

[7] Η απάντηση του ΔΕΕ είναι διαθέσιμη στη διεύθυνση: https://www.ombudsman.europa.eu/pdf/en/106452.

[8] Άρθρο 7 παράγραφος 2 του ισχύοντος κώδικα δεοντολογίας.

[9] Οργανισμός του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Οργανισμός του ΔΕΕ): https://curia.europa.eu/jcms/upload/docs/application/pdf/2016-08/tra-doc-en-div-c-0000-2016-201606984-05_00.pdf.

[10] Άρθρο 2 του Καταστατικού του ΔΕΕ.

[11] Σύμφωνα με το άρθρο 228 παράγραφος 1 της ΣΛΕΕ.

[12] Βλ. άρθρο 1 παράγραφος 3 του προηγούμενου κώδικα δεοντολογίας.

[13] Η απαίτηση ανεξαρτησίας των δικαστηρίων αφορά επιπλέον το θεμελιώδες δικαίωμα σε δίκαιη δίκη. Βλ. υπόθεση C-216/18, LM, σκέψη 63 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία: http://curia.europa.eu/juris/document/document.jsf?text=&docid=204384&pageIndex=0&doclang=EN&mode=lst&dir=&occ=first&part=1&cid=2587481.

[14] Βλ. σημείο VI «Ελευθερία έκφρασης» του ψηφίσματος του ΕΔΔΑ σχετικά με τη δικαστική δεοντολογία: https://www.echr.coe.int/Documents/Resolution_Judicial_Ethics_ENG.pdf.

[15] Αναφέρθηκε στις αποφάσεις του ΕΔΔΑ Guja κατά Μολδαβίας (https://hudoc.echr.coe.int/eng#{"languageisocode":["ENG"],"appno":["14277/04"],"documentcollectionid2":["GRANDCHAMBER"],"itemid":["001-85016"]}), προσφυγή αριθ. 14277/04, και Heinisch κατά Γερμανίας, προσφυγή αριθ. 28274/08 (https://hudoc.echr.coe.int/eng#{"fulltext":["heinisch v germany"],"itemid":["001-105777"]}).

[16] Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ), άρθρο 228 παράγραφος 1 πρώτο εδάφιο.

[17] Σύμφωνα με το άρθρο 228 παράγραφος 1 δεύτερο εδάφιο της ΣΛΕΕ.

[18] Υπόθεση T-433/17, Dehousse κατά Δικαστηρίου της ΕΕ: http://curia.europa.eu/juris/document/document.jsf?text=&docid=194304&pageIndex=0&doclang=EN&mode=lst&dir=&occ=first&part=1&cid=9041309. Από την έκθεση της προφορικής διαδικασίας στην υπόθεση αυτή προκύπτει σαφώς ότι το ζήτημα αυτό τέθηκε ενώπιον του Γενικού Δικαστηρίου.

[19] Σύμφωνα με το άρθρο 2 παράγραφος 7 του καταστατικού του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή (https://www.ombudsman.europa.eu/en/legal-basis/statute/en) και το άρθρο 6 παράγραφος 4 των διατάξεων εφαρμογής του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή (https://www.ombudsman.europa.eu/en/legal-basis/implementing-provisions/en).

[20] Το ΔΕΕ παρέπεμψε στη νομολογία σχετικά με το νομικό καθεστώς των αποφάσεων για την πρόσβαση στα έγγραφα: C-188/92, TWD Textilwerke Deggendorf, σκέψη 25 και C-135/16 (http://curia.europa.eu/juris/showPdf.jsf?text=&docid=98496&pageIndex=0&doclang=EN&mode=lst&dir=&occ=first&part=1&cid=2600219), Georgsmarienhütte κ.λπ., σκέψεις 14 και 15 (http://curia.europa.eu/juris/document/document.jsf?text=&docid=204381&pageIndex=0&doclang=EN&mode=lst&dir=&occ=first&part=1&cid=2600273).

[21] Άρθρο 7 παράγραφος 2 των κανόνων πρόσβασης του ΔΕΕ και άρθρο 8 παράγραφος 1 του κανονισμού 1049/2001.

[22] Άρθρο 8 παράγραφος 3 του κανονισμού 1049/2001.

[23] Απόφαση του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, της 11ης Δεκεμβρίου 2012, σχετικά με την πρόσβαση του κοινού στα έγγραφα που βρίσκονται στην κατοχή του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης κατά την άσκηση των διοικητικών καθηκόντων του: https://eur-lex.europa.eu/legal-content/EN/TXT/?uri=CELEX%3A32013D0209(02).

[24] Απόφαση του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, της 11ης Δεκεμβρίου 2012, σχετικά με την πρόσβαση του κοινού στα έγγραφα που βρίσκονται στην κατοχή του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης κατά την άσκηση των διοικητικών καθηκόντων του: https://eur-lex.europa.eu/legal-content/EN/TXT/?uri=CELEX%3A32013D0209(02).

[25] Ιδίως το άρθρο 15 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το οποίο προβλέπει ότι οι αποφάσεις πρέπει να λαμβάνονται όσο το δυνατόν εγγύτερα στους πολίτες και με διαφάνεια.

[26] Ευρωπαϊκό Ελεγκτικό Συνέδριο, Ειδική έκθεση αριθ. 14/2017: Επισκόπηση των επιδόσεων της διαχείρισης υποθέσεων στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, https://www.eca.europa.eu/en/Pages/DocItem.aspx?did=42128  

[27] Βλ. άρθρο 8 και των δύο αποφάσεων.

[28] Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1049/2001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 30ής Μαΐου 2001, για την πρόσβαση του κοινού στα έγγραφα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου και της Επιτροπής: https://eur-lex.europa.eu/legal-content/EN/ALL/?uri=CELEX%3A32001R1049.

[29] Ο καταγγέλλων παρέπεμψε σε σημείωμα γενικού εισαγγελέα σχετικά με τη θέση του ΔΕΕ επί νομοθετικής διαδικασίας, το οποίο ισχυρίστηκε ότι το ΔΕΕ δεν θα δημοσιοποιούσε. Σημείωσε επίσης ότι το ΔΕΕ είχε κοινοποιήσει έκθεση επιτροπής σχετικά με τη νομοθετική μεταρρύθμιση των δικαστηρίων της ΕΕ, ενώ στη συνέχεια αρνήθηκε να γνωστοποιήσει τη θέση του Γενικού Δικαστηρίου σχετικά με την ίδια μεταρρύθμιση. Διαφωνεί επίσης με την άρνηση του ΔΕΕ να δημοσιοποιήσει έκθεση σχετικά με τη διακυβέρνησή του, η οποία είχε εγκριθεί από την ολομέλεια του Γενικού Δικαστηρίου.

[30] Το συμπέρασμα αυτό ισχύει για όλα τα επιχειρήματα που προέβαλε ο καταγγέλλων στην καταγγελία του, τα οποία αναφέρονται στον τρόπο με τον οποίο το ΔΕΕ χειρίστηκε τις αιτήσεις πρόσβασης σε έγγραφα που υπέβαλαν άλλα φυσικά πρόσωπα. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής δεν θα εξετάσει καθένα από τα επιχειρήματα αυτά χωριστά.

[31] Όπως απαιτείται από τη νομολογία της ΕΕ. Για παράδειγμα, T-468/16, Verein Deutsche Sprache κατά Επιτροπής, σκέψη 35 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία: http://curia.europa.eu/juris/document/document.jsf;jsessionid=C6E583D2629630367B66E55C8342C568;text=&docid=201394&pageIndex=0&doclang=FR&mode=lst&dir=&occ=first&part=1&cid=3072591.

[32] Σύμφωνα με το άρθρο 4 παράγραφος 3 των κανόνων πρόσβασης του ΔΕΕ.

[33] T-264/04, WWF European Policy Programme κατά Συμβουλίου, T-264/04, σκέψη 76: http://curia.europa.eu/juris/document/document.jsf?text=&docid=61308&pageIndex=0&doclang=EN&mode=lst&dir=&occ=first&part=1&cid=3072746.

[34] T-264/04, WWF European Policy Programme κατά Συμβουλίου, σκέψη 76: «(...) Βεβαίως, από την απόφαση Συμβούλιο κατά Hautala, σκέψη 50 ανωτέρω, προκύπτει ότι η απόφαση 93/731/ΕΚ του Συμβουλίου, της 20ής Δεκεμβρίου 1993, για την πρόσβαση του κοινού στα έγγραφα του Συμβουλίου (ΕΕ L 340, σ. 43), η οποία προηγήθηκε του κανονισμού 1049/2001, κάλυπτε όχι μόνον τα έγγραφα που βρίσκονταν στην κατοχή των θεσμικών οργάνων, αλλά και τις πληροφορίες που περιλαμβάνονταν στα έγγραφα αυτά (σκέψη 23 της αποφάσεως). Ωστόσο, πρόσβαση σε πληροφορίες –κατά την έννοια της εν λόγω απόφασης– μπορεί να επιτραπεί μόνον εάν οι πληροφορίες αυτές περιέχονται σε έγγραφα, πράγμα που προϋποθέτει την ύπαρξη τέτοιων εγγράφων.»

[35] Ειδικότερα, αναφέρθηκε στην Επιτροπή, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Ευρωπαϊκό Ελεγκτικό Συνέδριο.

[36] http://europa.eu/whoiswho/public/.

[37] T-639/15 έως T-666/15 και T-94/16, Ψαρά κ.λπ. κατά Κοινοβουλίου, σκέψη 45: http://curia.europa.eu/juris/document/document.jsf?text=&docid=206663&pageIndex=0&doclang=EN&mode=lst&dir=&occ=first&part=1&cid=3072973.

[38] Το ΔΕΕ υποστήριξε ότι ο Διαμεσολαβητής είχε επιβεβαιώσει την προσέγγιση αυτή στην υπόθεση 1976/2017/THH: https://www.ombudsman.europa.eu/en/decision/en/90579.

[39] Βλ. T-639/15 έως T-666/15 και T-94/16, Ψαρά κ.λπ. κατά Κοινοβουλίου, σκέψεις 70-71 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία.

[40] Βλ. υποθέσεις T-639/15 έως T-666/15 και T-94/16, Ψαρά κ.λπ. κατά Κοινοβουλίου, σκέψη 50 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία.

[41] Σύμφωνα με το άρθρο 228 παράγραφος 1 της ΣΛΕΕ.

[42] Σύμφωνα με το άρθρο 1 παράγραφος 3 του Καθεστώτος του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή: https://www.ombudsman.europa.eu/en/legal-basis/statute/en.

[43] Σύμφωνα με το άρθρο 278 της ΣΛΕΕ, η προσφυγή στο ΔΕΕ δεν έχει ανασταλτικό αποτέλεσμα.

[44] Βλ., συναφώς, C‑28/08 P, Επιτροπή κατά Bavarian Lager, σκέψη 78 και T‑82/09 (http://curia.europa.eu/juris/document/document.jsf?text=&docid=84752&pageIndex=0&doclang=EN&mode=lst&dir=&occ=first&part=1&cid=3028759)· Απόφαση Dennekamp κατά Κοινοβουλίου (σκέψεις 30 και 34): http://curia.europa.eu/juris/document/document.jsf?text=&docid=115062&pageIndex=0&doclang=EN&mode=lst&dir=&occ=first&part=1&cid=3028877.

[45] C-615/13 P, ClientEarth και PAN Europe κατά EFSA, σκέψεις 51 και 52: http://curia.europa.eu/juris/document/document.jsf;jsessionid=0D099A9A96F3286A0D53CBF4CC422586;text=&docid=165906&pageIndex=0&doclang=EN&mode=lst&dir=&occ=first&part=1&cid=2690540. 

[46] Μολονότι η παρούσα υπόθεση αφορά απαλοιφή δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, η Διαμεσολαβήτρια σημειώνει ότι στην απόφασή της στις υποθέσεις 562/2017/THH και 1069/2017/THH σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο η Επιτροπή χειρίστηκε μεγάλο αριθμό αιτήσεων πρόσβασης σε έγγραφα σχετικά με τα έξοδα ταξιδίου των Επιτρόπων, εξέφρασε την ικανοποίησή της για την προορατική δέσμευση της Επιτροπής να δημοσιεύει πληροφορίες σχετικά με τα έξοδα ταξιδίου κάθε Επιτρόπου κάθε δύο μήνες: https://www.ombudsman.europa.eu/en/decision/en/106536.

[47] Το ΔΕΕ απέρριψε το αίτημα, μεταξύ άλλων λόγων, επικαλούμενο την ανάγκη προστασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα. Κατά τη διάρκεια της συνεδρίασης επιθεώρησης, το ΔΕΕ επιβεβαίωσε επίσης ότι ο καταγγέλλων υπέβαλε νέο αίτημα, μεταξύ άλλων, για έγγραφα που προσκόμισε ο υπάλληλος, χωρίς να κατονομάσει τον ενδιαφερόμενο.

[48] Βλ. ανωτέρω παράγραφο 5 της παρούσας απόφασης.

[49] Σύμφωνα με το άρθρο 2 παράγραφος 7 του Καθεστώτος του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή και το άρθρο 6 παράγραφος 4 των διατάξεων εφαρμογής του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή.

 

[51] Κώδικας δεοντολογίας για τα μέλη και τα πρώην μέλη του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης 2016/C 483/01: https://eur-lex.europa.eu/legal-content/EN/TXT/PDF/?uri=OJ:C:2016:483:FULL&from=FR.

[52] Αναφέρεται επίσης από τα θεσμικά όργανα και το προσωπικό της ΕΕ ως «εντολές αποστολής».

[53] Σύμφωνα με το άρθρο 15 παράγραφος 3 τέταρτο εδάφιο της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ), το ΔΕΕ υπόκειται στους κανόνες σχετικά με το δικαίωμα πρόσβασης στα έγγραφα μόνο «κατά την άσκηση των διοικητικών καθηκόντων [του]». Βλ. επίσης άρθρο 1 παράγραφος 1 της απόφασης του 2016 για την πρόσβαση στα έγγραφα.

[54] Απόφαση του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, της 11ης Οκτωβρίου 2016, σχετικά με την πρόσβαση του κοινού στα έγγραφα που βρίσκονται στην κατοχή του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης κατά την άσκηση των διοικητικών καθηκόντων του (2016/C 445/03): http://eur-lex.europa.eu/legal-content/EN/TXT/HTML/?uri=CELEX:32016D1130%2801%29&from=EN.

[55] Σύμφωνα με το άρθρο 3 παράγραφος 3 δεύτερο εδάφιο της απόφασης του 2016 για την πρόσβαση στα έγγραφα.

[56] Υπόθεση T-433/17, Dehousse κατά Δικαστηρίου της ΕΕ: http://curia.europa.eu/juris/document/document.jsf?text=&docid=194304&pageIndex=0&doclang=EN&mode=lst&dir=&occ=first&part=1&cid=9041309.

[57] Η αρίθμηση που χρησιμοποιείται εδώ αντιστοιχεί στην αρίθμηση του αρχικού αιτήματος του καταγγέλλοντος προς το ΔΕΕ.

[58] Σύμφωνα με το άρθρο 15 παράγραφος 3 τέταρτο εδάφιο της ΣΛΕΕ και το άρθρο 1 παράγραφος 1 των κανόνων της για την πρόσβαση στα έγγραφα.

[59] Συνολικά, σύμφωνα με το αίτημα III, το ΔΕΕ χορήγησε πρόσβαση σε 190 έγγραφα, ύψους 1 686 σελίδων.

[60] Η αρίθμηση που χρησιμοποιείται εδώ αντιστοιχεί στην αρίθμηση που χρησιμοποίησε ο καταγγέλλων στην αρχική του αίτηση IV.

[61] Άρθρο 15 παράγραφος 3 τέταρτο εδάφιο της ΣΛΕΕ.

[62] Υπόθεση T-264/04, WWF European Policy Programme κατά Συμβουλίου, σκέψη 76: http://curia.europa.eu/juris/document/document.jsf;jsessionid=02E8DE7D9EF33AC957FC048C845B95E8;text=&docid=61308&pageIndex=0&doclang=EN&mode=lst&dir=&occ=first&part=1&cid=3587075.  

[63] Άρθρο 2 στοιχείο α) του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 45/2001 σχετικά με την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από τα όργανα και τους οργανισμούς της Κοινότητας και σχετικά με την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών: https://eur-lex.europa.eu/legal-content/EN/TXT/?uri=celex%3A32001R0045.

[64] Υπόθεση T-221/08, Strack κατά Επιτροπής, σκέψη 192 και εκεί παρατιθέμενη νομολογία: http://curia.europa.eu/juris/document/document.jsf?text=&docid=177121&pageIndex=0&doclang=FR&mode=lst&dir=&occ=first&part=1&cid=2690744.

[65] Σύμφωνα με το άρθρο 4 παράγραφος 3 του Οργανισμού του ΔΕΕ.

[66] Υπόθεση C-432/04, Επιτροπή κατά Cresson, σκέψεις 69 και 70.

[67] Άρθρα 6, παράγραφος 4, και 9, παράγραφος 1, του κώδικα δεοντολογίας του 2016: http://curia.europa.eu/juris/document/document.jsf;jsessionid=3AEA6BE050FC09F02EFDDC9D07CAD5E8;text=&docid=56462&pageIndex=0&doclang=EN&mode=lst&dir=&occ=first&part=1&cid=2514930.

[68] Σύμφωνα με το άρθρο 15 παράγραφος 3 τέταρτο εδάφιο της ΣΛΕΕ, το άρθρο 1 παράγραφος 1 των κανόνων πρόσβασης του ΔΕΕ και την υπόθεση C-213/15 P, Επιτροπή κατά Breyer, σκέψη 48: http://curia.europa.eu/juris/document/document.jsf?text=&docid=192887&pageIndex=0&doclang=EN&mode=lst&dir=&occ=first&part=1&cid=2519816.

[69] Άρθρο 3 παράγραφος 3 δεύτερο εδάφιο των κανόνων πρόσβασης του ΔΕΕ.

[70] Συνολικά, βάσει του αιτήματος IV, το ΔΕΕ χορήγησε πρόσβαση σε 557 έγγραφα (2 960 σελίδες συνολικά).

Ποια είναι η άποψή σας για αυτή την αυτόματη μετάφραση; Πείτε μας τη γνώμη σας!