FOR PREVIEWING & TESTING PURPOSES ONLY.
This notification will disappear once the page will be published.
This link is available for less than 30 minutes.
  • Με απλά λόγια
  • Μέγεθος κειμένου

Θέλετε να υποβάλετε αναφορά κατά ενός θεσμικού οργάνου ή οργανισμού της ΕΕ;

Τρέχουσα γλώσσα: 
  • Ελληνικά
Γλώσσα-πηγή: 
Διαθέσιμες γλώσσες : 
Η μετάφραση αυτής της σελίδας είναι προϊόν αυτόματης μετάφρασης.
Οι αυτόματες μεταφράσεις μπορεί να περιέχουν σφάλματα που δυνητικά μειώνουν τη σαφήνεια και την ακρίβεια· ο Διαμεσολαβητής δεν φέρει καμία ευθύνη για τυχόν αποκλίσεις. Για πιο αξιόπιστες πληροφορίες και μεγαλύτερη νομική ασφάλεια, ανατρέξτε στην πρωτότυπη έκδοση που αγγλικά περιέχεται στον ανωτέρω σύνδεσμο.
Για περισσότερες πληροφορίες συμβουλευτείτε τη γλωσσική και μεταφραστική πολιτική μας.

Απόφαση του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή επί της καταγγελίας 75/99/ME κατά της Ευρωπαϊκής Επιτροπής


Στρασβούργο, 18 Οκτωβρίου 1999

Αξιότιμε κ. P.,
Στις 21 Ιανουαρίου 1999 υποβάλατε καταγγελία στον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή εξ ονόματος του Φόρουμ Ιδιωτικών Επιχειρήσεων σχετικά με τη ΓΔ IV της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και τον φερόμενο ως αμελή χειρισμό μιας υπόθεσης ανταγωνισμού βάσει των άρθρων 81 και 82 της Συνθήκης ΕΚ.
Στις 5 Φεβρουαρίου 1999, διαβίβασα την καταγγελία στον Πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Η Επιτροπή απέστειλε τη γνώμη της στις 26 Μαρτίου 1999 και σας τη διαβίβασα με πρόσκληση να διατυπώσετε τις παρατηρήσεις σας, εφόσον το επιθυμείτε. Διαβιβάσατε τις παρατηρήσεις σας στις 19 Μαΐου 1999.
Σας γράφω τώρα για να σας ενημερώσω για τα αποτελέσματα των ερευνών που έχουν γίνει.

Η ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ


Ο καταγγέλλων είναι εθνικός εκπρόσωπος για τις μικρότερες επιχειρήσεις. Μία από τις επιχειρήσεις που εκπροσωπεί, η Microwave Ovenware Ltd. (MOL), ισχυρίστηκε ότι αναγκάστηκε να παύσει τις δραστηριότητές της το 1989 λόγω της συμπεριφοράς μιας άλλης επιχείρησης, της Dynopack, με έδρα τη Νορβηγία. Η MOL κατήγγειλε στην Επιτροπή, τον Μάιο του 1988, παραβάσεις των άρθρων 81 και 82 της Συνθήκης ΕΚ (πρώην άρθρων 85 και 86) εκ μέρους της Dynopack. Η Επιτροπή εξέτασε την καταγγελία, αλλά δεν διαπίστωσε παραβίαση της κοινοτικής νομοθεσίας περί ανταγωνισμού. Το 1994 πληροφόρησε τελικώς τη MOL ότι ο φάκελος της υποθέσεώς της είχε περατωθεί.
Ο καταγγέλλων ισχυρίζεται ότι η MOL προσπάθησε επί σειρά ετών να λάβει πληροφορίες και απαντήσεις σε ερωτήσεις που προέκυψαν από την καταγγελία που υποβλήθηκε στην Επιτροπή. Ο καταγγέλλων δήλωσε ότι η Επιτροπή αρνήθηκε να παράσχει στη MOL τις ζητούμενες πληροφορίες και δεν χειρίστηκε τον φάκελο ούτε εξέτασε δεόντως τα υποβληθέντα έγγραφα. Επιπλέον, η Επιτροπή κακώς δήλωσε ότι το εμπόριο μεταξύ της Νορβηγίας και του Ηνωμένου Βασιλείου δεν θεωρήθηκε εμπόριο μεταξύ κρατών μελών κατά την έννοια των κοινοτικών κανόνων ανταγωνισμού.
Σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, μόνο σε μια συνάντηση τον Σεπτέμβριο του 1997 η Επιτροπή παρέσχε στη MOL τις πληροφορίες που είχε ζητήσει εδώ και πολλά χρόνια. Οι πληροφορίες κατέδειξαν ότι η Επιτροπή δεν είχε διεκπεραιώσει τον ισχυρισμό σύμφωνα με την ορθή και ορθή διαδικασία. Τον Μάιο του 1998, η Επιτροπή συμφώνησε ότι το εμπόριο μεταξύ της Νορβηγίας και του Ηνωμένου Βασιλείου ήταν παρόμοιο με το εμπόριο μεταξύ των κρατών μελών. Παρά το γεγονός αυτό, αρνήθηκε να ανοίξει εκ νέου το αρχείο.
Η Επιτροπή επισήμανε ότι δεν ήταν οργανισμός διερευνήσεως, αλλά στηριζόταν σε γραπτές παρατηρήσεις και ότι οι διοικητικές εξουσίες ήταν ανεπαρκείς. Σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, αυτό δεν ισχύει, δεδομένου ότι οι εξουσίες έρευνας της Επιτροπής είναι εδραιωμένες, ιδίως στον τομέα του δικαίου του ανταγωνισμού.
Εξάλλου, η Επιτροπή ουδέποτε απάντησε στο έγγραφο του καταγγέλλοντος της 21ης Ιουλίου 1998.
Τον
Μάρτιο του 1999, ο κ. Elliott, βουλευτής του ΕΚ, απέστειλε επιστολή στην Επιτροπή σχετικά με την υπόθεση της MOL στην Επιτροπή και απέστειλε αντίγραφο της επιστολής του στον Διαμεσολαβητή. Στην επιστολή του ζήτησε συνοπτικά από την Επιτροπή τα ακόλουθα τέσσερα ερωτήματα σχετικά με την υπόθεση της MOL:
- Ποια εξέταση πραγματοποίησε η Επιτροπή όσον αφορά την ακρίβεια των δηλώσεων που υποβλήθηκαν στην Επιτροπή, λαμβάνοντας υπόψη τους ισχυρισμούς της MOL ότι τα υποβληθέντα αποδεικτικά στοιχεία ήταν ψευδή;
Elliott υπέβαλε κοινοβουλευτική ερώτηση τον Μάρτιο του 1991 σχετικά με την πρώτη ερώτηση. Με το υπόμνημά της απαντήσεως, η Επιτροπή επισήμανε ότι το απόρρητο εμπόδιζε την υποβολή παρατηρήσεων. Για ποιους λόγους ελήφθη η απόφαση για την εφαρμογή του επαγγελματικού απορρήτου και ποια μέτρα θα ληφθούν σε σχέση με τους ισχυρισμούς περί ψευδών αποδεικτικών στοιχείων;
- Η Επιτροπή διευκρίνισε ότι η συμπεριφορά της Dynopack δεν φαίνεται να επηρεάζει το εμπόριο μεταξύ των κρατών μελών. Δεν δόθηκε κανένας λόγος για αυτή την ερμηνεία. Για ποιους λόγους ελήφθη αυτή η απόφαση, και γιατί η MOL δεν ενημερώθηκε δεόντως για αυτό;
- Η Επιτροπή επισήμανε ότι η MOL δεν ήταν σε θέση να αποδείξει την προβαλλόμενη παράβαση. Ωστόσο, η MOL δήλωσε ότι δεν έλαβε καμία ουσιαστική απάντηση στο αίτημα της MOL για παροχή ημερομηνιών και περιπτώσεων των εν λόγω αιτημάτων, με αποτέλεσμα η δήλωση της Επιτροπής να είναι εσφαλμένη.
Elliott ζήτησε από την Επιτροπή να συμπεριλάβει τις απαντήσεις στις ερωτήσεις αυτές στην απάντηση της Επιτροπής προς τον Διαμεσολαβητή.

Η ΕΡΩΤΗΣΗ


Η γνώμη της Επιτροπής
Στη γνώμη της, η Επιτροπή υποστήριξε ότι η Microwave Ovenware Ltd. (MOL) κατήγγειλε στην Επιτροπή το 1988 ότι είχε υποστεί ζημίες λόγω της συμπεριφοράς της Dynopack, μιας επιχείρησης που είχε προηγουμένως προμηθεύσει τη MOL με εξαρτήματα για χρήση σε φούρνους μικροκυμάτων. Κατά τα έτη 1988 και 1993, η ΓΔ IV της Επιτροπής εξέτασε την καταγγελία και είχε πολυάριθμες επαφές με τον καταγγέλλοντα μέσω επιστολών και ανεπίσημων συζητήσεων. Αυτό καταδεικνύεται από πίνακα ο οποίος επισυνάπτεται στη γνωμοδότηση και περιγράφει τις ανακοινώσεις και τις επαφές μεταξύ της Επιτροπής και της MOL. Ωστόσο, το 1993, η Επιτροπή απέστειλε στη MOL επιστολή βάσει του άρθρου 6 του κανονισμού 99/63/ΕΟΚ για να την ενημερώσει ότι η Επιτροπή σκόπευε να απορρίψει την καταγγελία. Στην επιστολή αυτή, η Επιτροπή ενημέρωσε τον καταγγέλλοντα ότι δεν πληρούνταν η απαίτηση του άρθρου 85 της συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρο 81): το εμπόριο μεταξύ των κρατών μελών δεν επηρεάστηκε. Μετά την επιστολή αυτή, ο καταγγέλλων δεν προσέθεσε περαιτέρω αποδεικτικά στοιχεία προς στήριξη της καταγγελίας του και το 1994 η Επιτροπή ενημέρωσε τη MOL ότι η υπόθεση θεωρήθηκε περατωθείσα.
Το 1997, περισσότερο από τρεισήμισι χρόνια αργότερα, η MOL ζήτησε να ανοίξει εκ νέου η υπόθεση. Με τον τρόπο αυτό, η MOL ισχυρίστηκε κακοδιαχείριση όσον αφορά τον χειρισμό του φακέλου της και αμφισβήτησε τους συγκεκριμένους λόγους έλλειψης επιπτώσεων στο εμπόριο μεταξύ των κρατών μελών. Κατά τη διάρκεια αυτής της επαφής κατέστη επίσης σαφές ότι η MOL διέκοψε τη δραστηριότητά της το 1989. Η Επιτροπή ενημέρωσε λεπτομερώς τη MOL με επιστολή της 16ης Ιουλίου 1998 για τους λόγους για τους οποίους η αρχική υπόθεση δεν μπορούσε να ανοίξει εκ νέου. Στην επιστολή αυτή, η Επιτροπή παρέπεμψε στη λεγόμενη επιστολή του άρθρου 6 και στην επιστολή της του 1994 με την οποία ενημέρωνε τη MOL ότι η υπόθεση είχε τεθεί στο αρχείο. Η Επιτροπή επισήμανε ότι, κατόπιν της αλληλογραφίας αυτής, η MOL δεν ενήργησε και δεν ζήτησε επίσημη απόφαση περί απορρίψεως της καταγγελίας, οπότε η MOL μπορούσε να προσφύγει στο Πρωτοδικείο. Όσον αφορά την αίτηση επανεξέτασης της υπόθεσης, η Επιτροπή επισήμανε ότι αυτό θα σήμαινε επανεξέταση των γεγονότων που συνέβησαν μεταξύ 1988 και 1993 σχετικά με μια επιχείρηση η οποία επί του παρόντος δεν ασκεί καμία οικονομική δραστηριότητα. Η Επιτροπή επισήμανε ότι, σύμφωνα με τη νομολογία του Πρωτοδικείου (T-77/95, SFEI κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 1997, σ. II-1, σκέψη 57), η Επιτροπή δεν υποχρεούται να δίνει συνέχεια στις καταγγελίες που καταγγέλλουν πρακτικές που έχουν παύσει. Η Επιτροπή κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η επανέναρξη της διαδικασίας θα συνεπαγόταν τη χρήση των πόρων της Επιτροπής, οι οποίοι θα ήταν δυσανάλογοι προς τη σημασία της εικαζόμενης παράβασης για τη λειτουργία της κοινής αγοράς. Ως εκ τούτου, δεν έκρινε ότι υπήρχε επαρκές κοινοτικό συμφέρον που να δικαιολογεί την επανέναρξη της έρευνας για την καταγγελία της MOL.
Η επιστολή του καταγγέλλοντος της 21ης Ιουλίου 1998 θεωρήθηκε από την Επιτροπή ως απόδειξη παραλαβής της δικής της επιστολής της 16ης Ιουλίου 1998, δεδομένου ότι επαναλαμβάνονταν τα ίδια επιχειρήματα. Η Επιτροπή θεώρησε ότι δεν ζητήθηκε απάντηση.
Η Επιτροπή επισήμανε ότι δεν διαθέτει τα ίδια μέσα με τα εθνικά δικαστήρια για την εξέταση μαρτύρων και, ως εκ τούτου, δεν μπορεί να αποδείξει την ακρίβεια των πληροφοριών που παρέχονται από άλλους διαδίκους.
Επιπλέον, αυτό αποτέλεσε αντικείμενο δύο γραπτών ερωτήσεων από τον κ. Elliott, βουλευτή του ΕΚ, προς την Επιτροπή. Ο Elliott έγραψε επίσης απευθείας και έλαβε απάντηση από τον Sir Leon Brittan το 1991.
Οι παρατηρήσεις του καταγγέλλοντος
Στις παρατηρήσεις του, ο καταγγέλλων παρουσίασε συνοπτικά τα ακόλουθα σημεία:
Δεν κατέστη δυνατό να διατυπωθούν πλήρεις παρατηρήσεις σχετικά με τον κατάλογο επιστολών και απαντήσεων της Επιτροπής που επισυνάπτονται στη γνώμη της, διότι έλειπε η τρίτη σελίδα του καταλόγου. Δεν υπήρξαν πολυάριθμες άτυπες συζητήσεις μεταξύ της MOL και της Επιτροπής. Δεν υπήρχαν στοιχεία που να αποδεικνύουν ότι ο φάκελος πράγματι εξετάστηκε.
Όσον αφορά το κατά πόσον επηρεάστηκαν οι συναλλαγές μεταξύ των κρατών μελών, η Επιτροπή ανέφερε ότι η απαίτηση αυτή δεν φαίνεται να πληρούται. Ωστόσο, η Επιτροπή ουδέποτε εξήγησε τους λόγους για τους οποίους είχε μεταβάλει την άποψή της και, μέχρι τη συνάντηση του Σεπτεμβρίου 1997, η Επιτροπή ουδέποτε απάντησε στο αίτημα της MOL για παροχή διευκρινίσεων επί του σημείου αυτού. Τέλος, το 1998 η Επιτροπή συμφώνησε ότι το εμπόριο μεταξύ της Νορβηγίας και του Ηνωμένου Βασιλείου ήταν παρόμοιο με το εμπόριο μεταξύ των κρατών μελών. Επιπλέον, η Επιτροπή πρέπει να εξηγήσει τους λόγους για τους οποίους κινήθηκε η διαδικασία βάσει του άρθρου 86 της συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρο 82) και για τους οποίους επετράπη η εκ νέου υποβολή βάσει του άρθρου 85 της συνθήκης ΕΚ (νυν άρθρο 81) εάν δεν υπήρχαν συναλλαγές που να πληρούν τις προϋποθέσεις.
Η MOL δεν ενήργησε μεταξύ 1994 και 1997, διότι ήταν σαφές σε αυτές ότι η Επιτροπή δεν είχε καμία πρόθεση να απαντήσει σε αυτές. Ήταν η πρώτη φορά που φίλοι και δικηγόροι ενημέρωσαν τη MOL ότι η Επιτροπή θα έπρεπε να είχε απαντήσει στη MOL, ότι επανήλθε σε επαφή με την Επιτροπή μέσω του εκπροσώπου της για τις επιχειρήσεις.
Όσον αφορά το γεγονός ότι η Επιτροπή δεν υποχρεούται να δώσει συνέχεια σε καταγγελίες που καταγγέλλουν πρακτικές που έχουν παύσει, ο καταγγέλλων υπέβαλε άρθρο σε εφημερίδα στο οποίο αναφέρεται ότι η Επιτροπή ενεργεί σε σχέση με ορισμένες περιπτώσεις όπως αυτή.
Η Επιτροπή δεν απάντησε στο έγγραφο της 21ης Ιουλίου 1998, το οποίο, σε αντίθεση με όσα ανέφερε η Επιτροπή, έθετε νέα ζητήματα.
Σε αντίθεση με όσα αναφέρει, η Επιτροπή διαθέτει εξουσίες έρευνας δυνάμει του άρθρου 14 του κανονισμού αριθ. 17 του Συμβουλίου. Ως εκ τούτου, ο καταγγέλλων δεν συμφώνησε με τη δήλωση της Επιτροπής ότι δεν μπορεί να αποδείξει την ακρίβεια των πληροφοριών που του υποβλήθηκαν, δεδομένου ότι πρόκειται απλώς για διοικητικό όργανο.
Όσον αφορά τη δήλωση της Επιτροπής ότι μάταια προσπάθησε να βρει αδιάσειστα αποδεικτικά στοιχεία για να στηρίξει τους ισχυρισμούς της MOL, ο καταγγέλλων υποστήριξε ότι παρείχε στην Επιτροπή, μεταξύ άλλων, αντίγραφα τιμολογίων και υπογεγραμμένων εντολών, ένορκες βεβαιώσεις, έγγραφα εισαγωγής/εξαγωγής και αντίγραφα κίνησης τραπεζικών λογαριασμών. Εάν αυτό δεν ήταν επαρκές αποδεικτικό στοιχείο, ο καταγγέλλων ζήτησε από την Επιτροπή να διευκρινίσει τι χαρακτήρισε ως αποδεικτικό στοιχείο.
Τέλος, ο καταγγέλλων ήλπιζε ότι η Επιτροπή θα έδινε πλήρεις απαντήσεις όσον αφορά τόσο την καταγγελία όσο και τις τέσσερις ερωτήσεις που υπέβαλε στην Επιτροπή ο κ. Elliott, βουλευτής του ΕΚ.

Η ΑΠΟΦΑΣΗ


1 Προκαταρκτικές παρατηρήσεις Στις
παρατηρήσεις του, ο καταγγέλλων έθεσε νέα σημεία σε σχέση με την αρχική καταγγελία. Τα σημεία αυτά αφορούσαν αιτήματα παροχής πληροφοριών και διευκρινίσεων από την Επιτροπή, συμπεριλαμβανομένης της λήψης απαντήσεων στις τέσσερις ερωτήσεις που υπέβαλε ο κ. Elliott. Ο Διαμεσολαβητής δεν θεώρησε δικαιολογημένο να ξεκινήσει έρευνες σχετικά με τα νέα σημεία που θίγονται στις παρατηρήσεις του καταγγέλλοντος, δεδομένου ότι υπερέβαιναν το πεδίο της αρχικής καταγγελίας και συνιστούσαν απλώς αίτημα παροχής πληροφοριών.
2 Ο χειρισμός του φακέλου από την Επιτροπή
2.1 Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι ο φάκελος δεν εξετάστηκε από την Επιτροπή. Επιπλέον, δεν απάντησε στην επιστολή του καταγγέλλοντος της 21ης Ιουλίου 1998.
2.2 Η Επιτροπή δήλωσε ότι εξέτασε την καταγγελία κατά τη διάρκεια των ετών 1988 έως 1993 και ότι είχε πολλές επαφές με τον καταγγέλλοντα, όπως φαίνεται στον πίνακα που επισυνάπτεται στη γνώμη της. Επιπλέον, έκρινε ότι δεν χρειαζόταν απάντηση σχετικά με το έγγραφο της 21ης Ιουλίου 1998, δεδομένου ότι το έγγραφο αυτό δεν περιείχε νέα σημεία.
2.3 Όσον αφορά τον χειρισμό της υπόθεσης, η Επιτροπή επισύναψε πίνακα σχετικά με τις επικοινωνίες και τις επαφές με τη MOL, αλλά, όπως ορθώς επισήμανε ο καταγγέλλων, έλειπε η σελίδα 3 του εν λόγω πίνακα. Ωστόσο, στον πίνακα εμφαίνονται μόνο τα κύρια έγγραφα του φακέλου. Επιπλέον, τα έγγραφα που υποβλήθηκαν τόσο από την Επιτροπή όσο και από τον καταγγέλλοντα (όπως αντίγραφα της αλληλογραφίας) εξακολουθούν να επιτρέπουν την ορθή αξιολόγηση του χειρισμού της υπόθεσης. Από τα έγγραφα προκύπτει ότι υπήρξε τεράστιος όγκος αλληλογραφίας μεταξύ της Επιτροπής και της MOL επί σειρά ετών. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, η Επιτροπή απάντησε τακτικά στον καταγγέλλοντα. Μολονότι η Επιτροπή δεν απάντησε ούτε αναγνώρισε κάθε μεμονωμένη επιστολή, ενίοτε επειδή οι επιστολές των καταγγελλόντων απεστάλησαν τόσο στενά, απαντούσε πάντοτε όταν το έκρινε σκόπιμο και αποδεικνύεται ότι η αλληλογραφία διεξαγόταν σε τακτική βάση. Επιπλέον, σε υποθέσεις ανταγωνισμού όπως αυτή, δεν μπορεί να απαιτείται από τον καταγγέλλοντα να λαμβάνει απάντηση σχετικά με όλα τα στοιχεία που παραδίδονται στην Επιτροπή όταν η αλληλογραφία λαμβάνει χώρα τόσο συχνά και για τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα. Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει επίσης ότι, αν και υπήρξαν παρανοήσεις μεταξύ της Επιτροπής και του καταγγέλλοντος, παράλληλα με την εμφάνιση ορισμένων πρακτικών προβλημάτων, ο φάκελος δείχνει ότι η Επιτροπή έδωσε στον καταγγέλλοντα την ευκαιρία να συμμετάσχει δεόντως στις διαδικασίες. Επιπλέον, η Επιτροπή τήρησε τη διαδικασία που προβλέπεται σε υποθέσεις ανταγωνισμού όσον αφορά, για παράδειγμα, την αποστολή της λεγόμενης επιστολής του άρθρου 6. Επομένως, από κανένα στοιχείο δεν προκύπτει ότι η Επιτροπή δεν χειρίστηκε ορθώς τον φάκελο.
2.4 Όσον αφορά τον ισχυρισμό του καταγγέλλοντος ότι ο φάκελος δεν εξετάστηκε, πρέπει να υπενθυμιστεί ότι η Επιτροπή, στην επιστολή της βάσει του άρθρου 6 της 5ης Φεβρουαρίου 1993, δήλωσε ότι είχε προβεί σε διεξοδική μελέτη της υπόθεσης και ότι είχε πλήρη γνώση της υπόθεσης. Από κανένα στοιχείο του φακέλου δεν προκύπτει ότι η Επιτροπή δεν συμμορφώθηκε προς τη δήλωση αυτή ή ότι δεν εξέτασε προσηκόντως την υπόθεση.
2.5 Όσον αφορά την επιστολή του καταγγέλλοντος της 21ης Ιουλίου 1998, ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι πρέπει να δοθεί απάντηση σε γενικές επιστολές. Από την αξιολόγηση των επιστολών του Διαμεσολαβητή προέκυψε ότι η επιστολή του καταγγέλλοντος της 21ης Ιουλίου 1998 περιείχε ερωτήσεις σχετικά με τη βάση για το κλείσιμο του φακέλου από την Επιτροπή και σχετικά με το καθήκον της Επιτροπής να παρέχει σαφείς συμβουλές σχετικά με την πρόοδο των διαδικασιών. Όσον αφορά την απόφαση της Επιτροπής να θέσει την υπόθεση στο αρχείο, η Επιτροπή, με το από 16 Ιουλίου 1998 έγγραφό της, παρέπεμψε στο από 5 Φεβρουαρίου 1993 έγγραφό της βάσει του άρθρου 6, με το οποίο ασχολήθηκε δεόντως με το ζήτημα αυτό. Όσον αφορά το καθήκον της Επιτροπής να παρέχει σαφείς συμβουλές, η Διαμεσολαβήτρια επισημαίνει ότι η Επιτροπή ακολούθησε πράγματι τις διαδικασίες που προβλέπονται σε υποθέσεις ανταγωνισμού και, ως εκ τούτου, η Διαμεσολαβήτρια δεν θεωρεί δικαιολογημένη την περαιτέρω εξέταση αυτού του σημείου της καταγγελίας.
2.6 Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής διαπιστώνει ότι δεν υπάρχει περίπτωση κακοδιοίκησης σε σχέση με αυτή την πτυχή της υπόθεσης.
3 Η γνώμη της Επιτροπής όσον αφορά το κατά πόσον το εμπόριο μεταξύ Νορβηγίας και Ηνωμένου Βασιλείου είναι ομοειδές με το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών
3.1 Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι η Επιτροπή θεώρησε αρχικά ότι το εμπόριο μεταξύ Νορβηγίας και Ηνωμένου Βασιλείου ήταν ομοειδές με το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών κατά την έννοια των κοινοτικών κανόνων ανταγωνισμού (άρθρα 81 και 82 της συνθήκης ΕΚ), αλλά αργότερα άλλαξε εσφαλμένα τη γνώμη της. Μόλις το 1998, συμφώνησε και πάλι με την άποψη των καταγγελλόντων ότι έπρεπε να θεωρηθεί ως εμπόριο μεταξύ κρατών μελών.
3.2 Η Επιτροπή παρέπεμψε στο έγγραφο του άρθρου 6 της 5ης Φεβρουαρίου 1993 και δήλωσε ότι, εφόσον δεν επηρεάστηκε το εμπόριο μεταξύ των κρατών μελών, δεν τηρήθηκε η απαίτηση του άρθρου 81 της Συνθήκης ΕΚ.
3.3 Όσον αφορά το ερώτημα αυτό, πρέπει να γίνει παραπομπή στο έγγραφο του άρθρου 6 της 5ης Φεβρουαρίου 1993. Η επιστολή αυτή αναφέρει:
"Όσον αφορά το άρθρο 85 παράγραφος 1 της συνθήκης ΕΟΚ, τα στοιχεία δείχνουν ότι το εμπόριο που επηρεάζεται από τη συμπεριφορά που καταγγέλλετε είναι το άμεσο εμπόριο μεταξύ της Νορβηγίας και του Ηνωμένου Βασιλείου. Μολονότι αυτό δεν σημαίνει ότι η καταγγελλόμενη συμπεριφορά δεν μπορεί να επηρεάσει το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών, στην προκειμένη περίπτωση δεν υπάρχουν στοιχεία που να αποδεικνύουν αισθητές επιπτώσεις στο εν λόγω εμπόριο. Έτσι, ακόμη και αν η Επιτροπή δεχόταν αδιαμφισβήτητα ότι η κατάσταση είναι αυτή που ισχυρίζεστε και ότι η Dynopack και οι βρετανοί διανομείς ή θυγατρικές της σας "έβγαλαν έξω" από τις βρετανικές αγορές σας, δεν υπάρχουν στοιχεία που να αποδεικνύουν ότι πληρούται μία από τις βασικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του άρθρου 85 παράγραφος 1 της συνθήκης ΕΟΚ. Προσπαθήσαμε να σας δώσουμε κάθε ευκαιρία να δείξετε το αντίθετο, γι 'αυτό δεν κινηθήκαμε για να κλείσουμε το αρχείο νωρίτερα. Ωστόσο, πρέπει να καταλήξουμε στο συμπέρασμα ότι δεν μπορέσατε να παράσχετε στοιχεία που να αποδεικνύουν αισθητή επίπτωση στο εμπόριο μεταξύ των κρατών μελών, αν και έχουμε συχνά τονίσει ότι αυτό είναι το κύριο εμπόδιο για την εξέταση της καταγγελίας σας."
3.4 Κατά την ανάγνωση της επιστολής του άρθρου 6 της 5ης Φεβρουαρίου 1993, φαίνεται ότι ο καταγγέλλων παρερμήνευσε τη θέση της Επιτροπής. Από το έγγραφο αυτό προκύπτει ότι η Επιτροπή δεν αναφέρει ότι το εμπόριο μεταξύ Νορβηγίας και Ηνωμένου Βασιλείου δεν μπορεί ποτέ να θεωρηθεί ως εμπόριο μεταξύ κρατών μελών. Με τη διατύπωση «Ενώ αυτό δεν σημαίνει ότι η καταγγελλόμενη συμπεριφορά δεν μπορεί να επηρεάσει το εμπόριο μεταξύ των κρατών μελών», η Επιτροπή υιοθετεί μάλλον την αντίθετη άποψη. Ωστόσο, φαίνεται ότι η Επιτροπή δεν διαπίστωσε «σημαντικές επιπτώσεις στο εμπόριο αυτό» στη συγκεκριμένη περίπτωση. Επιπλέον, από κανένα στοιχείο του φακέλου δεν προκύπτει ότι η Επιτροπή πράγματι ανέφερε ότι το εμπόριο μεταξύ Νορβηγίας και Ηνωμένου Βασιλείου δεν μπορεί να θεωρηθεί εμπόριο μεταξύ κρατών μελών. Αντιθέτως, η Επιτροπή επισήμανε ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν υπήρξε αισθητός επηρεασμός του εμπορίου μεταξύ των κρατών μελών.
3.5 Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής διαπιστώνει ότι δεν υπάρχει περίπτωση κακοδιοίκησης σε σχέση με αυτή την πτυχή της υπόθεσης.
4 Οι εξουσίες έρευνας της Επιτροπής
4.1 Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι η Επιτροπή κακώς δήλωσε ότι δεν ήταν οργανισμός έρευνας, αλλά ότι βασιζόταν σε γραπτές παρατηρήσεις και ότι οι διοικητικές εξουσίες της ήταν ανεπαρκείς. Σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, αυτό δεν ισχύει, δεδομένου ότι οι εξουσίες έρευνας της Επιτροπής είναι εδραιωμένες, ιδίως στον τομέα του δικαίου του ανταγωνισμού.
4.2 Η Επιτροπή δήλωσε ότι δεν διαθέτει τα ίδια μέσα με τα εθνικά δικαστήρια για την εξέταση μαρτύρων και, ως εκ τούτου, δεν μπορεί να αποδείξει την ακρίβεια των πληροφοριών που παρέχονται από άλλους διαδίκους.
4.3 Οι εξουσίες έρευνας της Επιτροπής σε υποθέσεις ανταγωνισμού καθορίζονται στον κανονισμό αριθ. 17 του Συμβουλίου (1) και στη νομολογία του Δικαστηρίου. Μολονότι αναγνωρίζεται ότι η Επιτροπή διαθέτει ευρείες εξουσίες έρευνας στον τομέα του δικαίου του ανταγωνισμού, αυτό δεν σημαίνει ότι έχει τη δυνατότητα να εξετάζει μάρτυρες ή να ελέγχει την ακρίβεια των εγγράφων που της υποβάλλονται. Σύμφωνα με το άρθρο 14 του κανονισμού αριθ. 17, η Επιτροπή έχει το δικαίωμα «να ζητήσει προφορικές εξηγήσεις επιτόπου». Ωστόσο, το άρθρο 14 εφαρμόζεται στις έρευνες της Επιτροπής που διεξάγονται στις εγκαταστάσεις της επιχείρησης και, επιπλέον, η νομολογία του Δικαστηρίου έχει αναγνωρίσει ένα περιορισμένο προνόμιο κατά της αυτοενοχοποίησης, σύμφωνα με το οποίο μια επιχείρηση δεν υποχρεούται να απαντά σε ερωτήσεις που θα αποτελούσαν ομολογία του ίδιου του αδικήματος που ερευνά η Επιτροπή (2). Επιπλέον, δεν υφίσταται αποδεδειγμένο δικαίωμα της Επιτροπής να καλεί μάρτυρες ή να ζητεί προφορικές εξηγήσεις εκτός του πεδίου εφαρμογής του άρθρου 14 του κανονισμού αριθ. 17.
Μολονότι κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο που έχει έννομο συμφέρον μπορεί να υποβάλει καταγγελία στην Επιτροπή σύμφωνα με το άρθρο 3 παράγραφος 2 στοιχείο β) του κανονισμού αριθ. 17, είναι σαφές από τη νομολογία του Δικαστηρίου ότι το δικαίωμα αυτό δεν περιλαμβάνει το δικαίωμα λήψης απόφασης, κατά την έννοια του άρθρου 249 της συνθήκης ΕΚ, σχετικά με την ύπαρξη ή μη της εικαζόμενης παράβασης (3). Αυτό δείχνει περαιτέρω ότι η Επιτροπή δεν έχει καμία υποχρέωση να ερευνήσει την ακρίβεια των εγγράφων που της υποβλήθηκαν.
4.4 Φαίνεται ότι η Επιτροπή δεν παραβίασε κανέναν κανόνα ή αρχή που να την δεσμεύει όταν δήλωσε ότι δεν διέθετε τα ίδια μέσα με τα εθνικά δικαστήρια για την εξέταση μαρτύρων και ότι δεν μπορεί να αποδείξει την ακρίβεια των υποβληθεισών πληροφοριών. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής διαπιστώνει ότι δεν υπάρχει περίπτωση κακοδιοίκησης σε σχέση με αυτή την πτυχή της υπόθεσης.
5 Η άρνηση της Επιτροπής να ανοίξει εκ νέου τον φάκελο
5.1 Μετά την επανέναρξη των επαφών του καταγγέλλοντος με την Επιτροπή, ο καταγγέλλων ζήτησε να ανοίξει εκ νέου ο φάκελος. Η Επιτροπή ενημέρωσε τη MOL με επιστολή της 16ης Ιουλίου 1998 για τους λόγους για τους οποίους η αρχική υπόθεση δεν μπορούσε να ανοίξει εκ νέου. Στην επιστολή αυτή, η Επιτροπή ανέφερε τα εξής:
«Όσον αφορά το αίτημά σας, το οποίο υποβλήθηκε το 1997 και επιβεβαιώθηκε το 1998, για επανέναρξη της εξέτασης της υπόθεσης, με λύπη μου διαπιστώνω ότι αποσκοπεί απλώς στην επανεξέταση από την Επιτροπή των πραγματικών περιστατικών που φέρεται ότι συνέβησαν μεταξύ 1988 και 1993. Η αιτιολόγηση που προβάλατε είναι ότι εκείνη τη στιγμή προσκομίστηκαν ψευδή αποδεικτικά στοιχεία. Ωστόσο, εσείς ο ίδιος παραδέχεστε ότι η εικαζόμενη παράβαση έχει παύσει και ότι επί του παρόντος δεν ασκείτε καμία σχετική οικονομική δραστηριότητα.
Η Επιτροπή θεωρεί ότι δεν υποχρεούται να δώσει συνέχεια στις καταγγελίες που καταγγέλλουν πρακτικές που έχουν παύσει (Πρωτοδικείο, υπόθεση T-77/95, SFEI κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 1997, σ. II-1, σκέψη 57). Η επανέναρξη της εξέτασης της υπόθεσής σας θα συνεπαγόταν τη χρήση των πόρων της Επιτροπής, οι οποίοι θα ήταν δυσανάλογοι προς τη σημασία της εικαζόμενης παράβασης για τη λειτουργία της κοινής αγοράς. Συνεπώς, δεν υπάρχει επαρκές κοινοτικό συμφέρον που να δικαιολογεί την επανέναρξη της έρευνας της καταγγελίας."
5.2 Η Επιτροπή διαθέτει διακριτική ευχέρεια να αποφασίζει σε υποθέσεις ανταγωνισμού ποια μέτρα πρέπει να λάβει, εφόσον αιτιολογεί την απόφασή της. Με το από 16 Ιουλίου 1998 έγγραφό της, η Επιτροπή εξήγησε τους λόγους για τους οποίους δεν έκρινε αναγκαία την επανάληψη της διαδικασίας. Οι λόγοι που προβλήθηκαν ήταν, πρώτον, ότι η MOL είχε παύσει τις δραστηριότητές της, πράγμα που σήμαινε ότι η Επιτροπή δεν ήταν υποχρεωμένη να εξετάσει περαιτέρω την υπόθεση. Ακόμη και αν αποδειχθεί ότι η Επιτροπή συνεχίζει ορισμένες υποθέσεις που αφορούν επιχειρήσεις που έπαυσαν (όπως προέβαλε ο καταγγέλλων), εναπόκειται στην Επιτροπή να αποφασίσει ποιες υποθέσεις επιθυμεί να εξετάσει. Δεύτερον, η Επιτροπή θεώρησε ότι δεν υπήρχε επαρκές κοινοτικό συμφέρον που να δικαιολογεί την επανέναρξη της διαδικασίας. Οι λόγοι που επικαλέστηκε η Επιτροπή για να αρνηθεί την επανέναρξη της διαδικασίας φαίνεται να είναι σύμφωνοι με τη νομολογία των κοινοτικών δικαστηρίων. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής διαπιστώνει ότι η Επιτροπή ενήργησε εντός των ορίων της νομικής εξουσίας της όταν αρνήθηκε την επανέναρξη της υπόθεσης.
5.3 Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής διαπιστώνει ότι δεν υπάρχει περίπτωση κακοδιοίκησης σε σχέση με αυτή την πτυχή της υπόθεσης.
6 Συμπέρασμα
Βάσει των ερευνών του Διαμεσολαβητή σχετικά με την παρούσα καταγγελία, δεν φαίνεται να υπήρξε κακοδιοίκηση από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής αποφάσισε να θέσει την υπόθεση στο αρχείο.
Ο Πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής θα ενημερωθεί επίσης για την απόφαση αυτή.
Με εκτίμηση
Jacob SÖDERMAN

(1) ΕΕ 1962, 13/204.

(2) Υπόθεση 374/87, Orken SA κατά Επιτροπής, Συλλογή 1989, σ. 3283.

(3) Υπόθεση 125/78, GEMA κατά Επιτροπής, Συλλογή 1979, σ. 3173.

Ποια είναι η άποψή σας για αυτή την αυτόματη μετάφραση; Πείτε μας τη γνώμη σας!