Θέλετε να υποβάλετε αναφορά κατά ενός θεσμικού οργάνου ή οργανισμού της ΕΕ;
- EL Ελληνικά
Οι αυτόματες μεταφράσεις μπορεί να περιέχουν σφάλματα που δυνητικά μειώνουν τη σαφήνεια και την ακρίβεια· ο Διαμεσολαβητής δεν φέρει καμία ευθύνη για τυχόν αποκλίσεις. Για πιο αξιόπιστες πληροφορίες και μεγαλύτερη νομική ασφάλεια, ανατρέξτε στην πρωτότυπη έκδοση που αγγλικά περιέχεται στον ανωτέρω σύνδεσμο.
Για περισσότερες πληροφορίες συμβουλευτείτε τη γλωσσική και μεταφραστική πολιτική μας.
Απόφαση του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή με την οποία περατώνεται η έρευνά του σχετικά με την καταγγελία 700/2011/TN κατά της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Επιλογής Προσωπικού (EPSO)
Απόφαση
Υπόθεση 700/2011/TN - Εκκίνηση έρευνας στις Τετάρτη | 18 Μαΐου 2011 - Απόφαση στις Πέμπτη | 16 Φεβρουαρίου 2012 - Εμπλεκόμενο θεσμικό όργανο Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Επιλογής Προσωπικού ( Mη διαπίστωση κακοδιοίκησης )
Το ιστορικό της καταγγελίας
1. Η καταγγελία αφορά την εφαρμογή των κριτηρίων επιλεξιμότητας στον γενικό διαγωνισμό EPSO/AD/182/10, ο οποίος αφορούσε τον τομέα της βιομηχανικής οικονομίας. Ο καταγγέλλων δεν έγινε δεκτός στον εν λόγω διαγωνισμό, διότι η εξεταστική επιτροπή δεν θεώρησε ότι διαθέτει τουλάχιστον οκτώ έτη «εργασιακής πείρας σχετικά με την οικονομική ανάλυση στον τομέα της πολιτικής ανταγωνισμού και/ή της βιομηχανικής οικονομίας», όπως απαιτείται από την προκήρυξη του διαγωνισμού.
2. Ο καταγγέλλων ζήτησε να επανεξεταστεί η απόφαση να μην γίνει δεκτός στον διαγωνισμό. Στην απάντησή της, η εξεταστική επιτροπή επιβεβαίωσε την αρχική της απόφαση, υποστηρίζοντας ότι τα δύο έτη επαγγελματικής πείρας του στην εταιρεία x δεν μπορούσαν να θεωρηθούν συναφή. Ο ενδιαφερόμενος απέστειλε εκ νέου επιστολή στην EPSO, προβάλλοντας σειρά επιχειρημάτων και σχετικών εγγράφων προς επίρρωση του ισχυρισμού του ότι διέθετε επαρκή σχετική επαγγελματική πείρα. Στην απάντησή της με ημερομηνία 3 Νοεμβρίου 2010, η εξεταστική επιτροπή αποσαφήνισε τη θέση της, επαναλαμβάνοντας παράλληλα την απόφασή της να μην δεχθεί τον καταγγέλλοντα στον διαγωνισμό.
Επί του αντικειμένου της έρευνας
3. Στην καταγγελία του προς τον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή, ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι η αξιολόγηση της επαγγελματικής πείρας του από την EPSO ήταν πλημμελής λόγω ορισμένων παρατυπιών.
4. Προς επίρρωση του ισχυρισμού του, ο καταγγέλλων υποστήριξε ότι:
α) η εξεταστική επιτροπή αντιμετώπιζε συγκρούσεις συμφερόντων·
β) η κακή διαχείριση των διαδικασιών επηρέασε αρνητικά τον επαγγελματικό του βίο·
γ) δεν υπήρχαν σαφώς καθορισμένα κριτήρια για την αξιολόγηση της επαγγελματικής πείρας·
δ) δεν έγινε σεβαστό το δικαίωμά του για ανεξάρτητη επανεξέταση της αίτησής του·
ε) η εξεταστική επιτροπή ερμήνευσε τους δικούς της κανόνες με εσφαλμένο και ευκαιριακό τρόπο·
στ) του διαβιβάστηκε σειρά αντιφατικών δηλώσεων σχετικά με τη διαδικασία επιλογής· και
ζ) οι αιτούντες υπέστησαν διακρίσεις χωρίς αντικειμενική βάση.
5. Ο ενδιαφερόμενος ισχυρίστηκε ότι η EPSO θα έπρεπε είτε να τον δεχθεί στον διαγωνισμό είτε να ακυρώσει ολόκληρη τη διαδικασία επιλογής.
Η έρευνα
6. Ο Διαμεσολαβητής ζήτησε από την EPSO να υποβάλει γνώμη σχετικά με την καταγγελία έως τις 31 Αυγούστου 2011. Η γνώμη διαβιβάστηκε στον καταγγέλλοντα, ο οποίος υπέβαλε τις παρατηρήσεις του στις 28 Σεπτεμβρίου 2011.
Ανάλυση και συμπεράσματα του Διαμεσολαβητή
Προκαταρκτική παρατήρηση
7. Στη γνωμοδότησή της, η EPSO ανέφερε ότι η εξεταστική επιτροπή είναι αρμόδια να κρίνει κατά πόσον οι υποψήφιοι πληρούν τους ειδικούς όρους που καθορίζονται στην προκήρυξη του διαγωνισμού και να αξιολογεί τις επιδόσεις των υποψηφίων υπό το πρίσμα των όρων που δημοσιεύονται στην προκήρυξη. Οι αποφάσεις που λαμβάνονται από την εξεταστική επιτροπή στο πλαίσιο αυτό αποτελούν αποκλειστική της ευθύνη. Η EPSO είναι υπεύθυνη μόνο για τη διοργάνωση του διαγωνισμού, δηλαδή για τα στάδια που εκτείνονται από τη σύνταξη της προκήρυξης του διαγωνισμού έως τη λήξη του διαγωνισμού. Δεδομένου ότι οι εξεταστικές επιτροπές δεν διαθέτουν δική τους γραμματεία, η EPSO τους παρέχει διοικητική και υλικοτεχνική υποστήριξη, καθώς και υποστήριξη ΤΠ. Η EPSO υποστήριξε ότι η διάκριση αυτή είναι πολύ σημαντική διότι σημαίνει ότι η EPSO δεν έχει την ίδια εξουσία λήψης αποφάσεων και, ως εκ τούτου, την ίδια ευθύνη με την εξεταστική επιτροπή.
8. Σε σχέση με τις ανωτέρω παρατηρήσεις, ο Διαμεσολαβητής παραπέμπει στην ανάλυσή του που περιέχεται στην απόφαση στην υπόθεση 2497/2010/FOR [1]. Στην εν λόγω απόφαση, επισήμανε ότι ο Ευρωπαίος Διαμεσολαβητής έχει την εξουσία να λαμβάνει καταγγελίες σχετικά με περιπτώσεις κακοδιοίκησης στο πλαίσιο των δραστηριοτήτων όλων των θεσμικών και λοιπών οργάνων και οργανισμών της ΕΕ (με εξαίρεση το Δικαστήριο κατά την άσκηση των δικαιοδοτικών του καθηκόντων). Οι όροι «θεσμικά όργανα», «όργανα»,«υπηρεσίες» και «οργανισμοί» καλύπτουν τα πάντα. Επομένως, κάθε οντότητα που εμπίπτει στο θεσμικό πλαίσιο της Ένωσης, ήτοι οντότητα που έχει συσταθεί με τις Συνθήκες ή με πράξη εκδοθείσα κατ’ εφαρμογήν των Συνθηκών, δεν μπορεί να διαφύγει του ελέγχου του Διαμεσολαβητή σε υποθέσεις που αφορούν εικαζόμενες περιπτώσεις κακοδιοίκησης.
9. Εάν υφιστάμενο θεσμικό ή άλλο όργανο ή οργανισμός συστήσει λειτουργικές μονάδες στο πλαίσιο της δικής του οργανωτικής δομής, τυχόν εικαζόμενες περιπτώσεις κακοδιοίκησης από τις εν λόγω λειτουργικές μονάδες αποδίδονται στο θεσμικό ή άλλο όργανο ή οργανισμό του οποίου αποτελεί μέρος. Οι εν λόγω λειτουργικές μονάδες δεν μπορούν να θεωρηθούν ότι αποτελούν χωριστά «θεσμικά και λοιπά όργανα ή οργανισμούς» κατά την έννοια του άρθρου 228 της ΣΛΕΕ. Εναλλακτικά, εάν, μέσω πράξης που εκδίδεται κατ’ εφαρμογή των Συνθηκών, δημιουργηθεί «χωριστή» οντότητα εντός του θεσμικού πλαισίου της ΕΕ, η εν λόγω οντότητα θα υπόκειται σε έλεγχο από τον Διαμεσολαβητή για τυχόν εικαζόμενες περιπτώσεις κακοδιοίκησης.
10. Βάσει των ανωτέρω, η Διαμεσολαβήτρια διαπιστώνει ότι, εάν η EPSO θεωρήσει ότι δεν είναι αρμόδια να απαντήσει σε ορισμένους ισχυρισμούς που αποτελούν αντικείμενο έρευνας που διεξήγαγε η Διαμεσολαβήτρια επειδή οι ισχυρισμοί αυτοί αφορούν τις δραστηριότητες εξεταστικής επιτροπής, θα πρέπει να ζητήσει από την εν λόγω εξεταστική επιτροπή να απαντήσει απευθείας στον Διαμεσολαβητή. Εάν η εξεταστική επιτροπή αρνηθεί να απαντήσει στον Διαμεσολαβητή μέσω της EPSO, η EPSO θα πρέπει να ενημερώσει σχετικά τον Διαμεσολαβητή. Σύμφωνα με τις εξουσίες που του παρέχει το άρθρο 228 της ΣΛΕΕ, ο Διαμεσολαβητής απευθύνει στη συνέχεια την έρευνά του απευθείας στην εξεταστική επιτροπή.
Α. Εικαζόμενες παρατυπίες κατά την αξιολόγηση της επαγγελματικής πείρας
Επιχειρήματα που υποβλήθηκαν στον Διαμεσολαβητή
Σύγκρουση συμφερόντων
11. Κατά τον χρόνο υποβολής της αίτησης συμμετοχής στον εν λόγω διαγωνισμό, ο καταγγέλλων εργαζόταν ως έκτακτος υπάλληλος στην Επιτροπή. Σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, ο ίδιος και επτά άλλοι υποψήφιοι εργάστηκαν στην ίδια ομάδα με τον πρόεδρο και ένα άλλο μέλος της εξεταστικής επιτροπής. Δύο άλλα μέλη της εξεταστικής επιτροπής ήταν πρώην συνάδελφοι του καταγγέλλοντος. Κατά την άποψη του καταγγέλλοντος, τα εν λόγω μέλη της εξεταστικής επιτροπής είχαν δεσμούς με ορισμένους από τους υποψηφίους, οι οποίοι υπερέβαιναν τα όρια της εργασίας. Ως εκ τούτου, υποστήριξε ότι η εξεταστική επιτροπή αντιμετώπιζε συγκρούσεις συμφερόντων. Ισχυρίστηκε επίσης ότι ήταν πολύ πιθανό να κληθούν να συμμετάσχουν στον διαγωνισμό υποψήφιοι με αντικειμενικά μικρότερη πείρα από τον ίδιο και ότι αυτό θα μπορούσε να είναι ενδεικτικό έλλειψης αμεροληψίας.
12. Η EPSO υποστήριξε ότι η εξεταστική επιτροπή διορίστηκε και συστάθηκε σύμφωνα με τους κανόνες που ορίζονται στον κανονισμό υπηρεσιακής κατάστασης. Για τους γενικούς διαγωνισμούς που είναι κοινοί σε δύο ή περισσότερα θεσμικά όργανα, η εξεταστική επιτροπή αποτελείται από έναν πρόεδρο, ορισμένα μέλη που διορίζονται από την αρμόδια για τους διορισμούς αρχή και ορισμένα μέλη που διορίζονται με συμφωνία μεταξύ των επιτροπών προσωπικού των θεσμικών οργάνων. Με τον τρόπο αυτό διασφαλίζεται η ίση εκπροσώπηση και η αντικειμενική αξιολόγηση. Οι απαιτήσεις σχετικά με τους τομείς αρμοδιότητας των μελών του ποικίλλουν ανάλογα με τις ειδικές περιστάσεις κάθε διαγωνισμού.
13. Κατά την EPSO, σκοπός του γενικού διαγωνισμού EPSO/AD/182/10 ήταν η κατάρτιση εφεδρικού πίνακα προσλήψεων για την πλήρωση κενών θέσεων στα θεσμικά όργανα της Ένωσης, ιδίως στο Συμβούλιο και στην Επιτροπή. Ο τομέας που αφορούσε ο γενικός διαγωνισμός ήταν η βιομηχανική οικονομία, όπως εφαρμόζεται στην εφαρμογή της πολιτικής ανταγωνισμού της ΕΕ. Για διαγωνισμούς, όπως ο παρών, οι οποίοι βασίζονται σε προσόντα και δοκιμασίες, οι εξεταστικές επιτροπές είναι αρμόδιες να αξιολογούν κατά πόσον τα προσόντα και/ή η επαγγελματική πείρα κάθε υποψηφίου αντιστοιχούν στο επίπεδο που απαιτείται από τον κανονισμό υπηρεσιακής κατάστασης και την προκήρυξη του διαγωνισμού. Στο πλαίσιο αυτό, μολονότι η εξεταστική επιτροπή δεσμεύεται από τη διατύπωση της προκήρυξης του διαγωνισμού όπως έχει δημοσιευθεί, διαθέτει ευρεία διακριτική ευχέρεια.
14. Η EPSO υποστήριξε ότι, δεδομένου του ειδικού τομέα του γενικού διαγωνισμού EPSO/AD/182/10, ορισμένα μέλη της εξεταστικής επιτροπής κατείχαν επίσης θέσεις σε τμήματα, οι εργασίες των οποίων σχετίζονταν με τον τομέα που καλυπτόταν από τον διαγωνισμό, και ενδέχεται να είχαν επαγγελματικές σχέσεις με ορισμένους υποψηφίους. Κατά την EPSO, η νομολογία της Ένωσης ορίζει ότι η ύπαρξη επαγγελματικών σχέσεων μεταξύ υπαλλήλου και τρίτου δεν συνεπάγεται, κατ’ αρχήν, ότι η ανεξαρτησία του υπαλλήλου θίγεται ή φαίνεται να θίγεται όταν ο υπάλληλος αυτός καλείται να αποφανθεί επί ζητήματος στο οποίο εμπλέκεται ο εν λόγω τρίτος. Η EPSO παρέπεμψε στην υπόθεση T-100/04 Giannini κατά Επιτροπής [2], στην οποία το (τότε) Πρωτοδικείο έκρινε ότι σύγκρουση συμφερόντων υφίσταται μόνο σε περίπτωση κατά την οποία υπάλληλος, κατά την άσκηση των καθηκόντων του, καλείται να αποφασίσει σχετικά με τον χειρισμό ή την έκβαση υπόθεσης για την οποία έχει προσωπικό συμφέρον ικανό να θίξει την ανεξαρτησία του, κατά την έννοια του άρθρου 11α του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης. Στην υπό κρίση υπόθεση, το Γενικό Δικαστήριο διαπίστωσε ότι η συμμετοχή μέλους της εξεταστικής επιτροπής στην αξιολόγηση υποψηφίου ο οποίος εργάζεται ή έχει εργαστεί στην ίδια μονάδα ή διεύθυνση με το εν λόγω μέλος της εξεταστικής επιτροπής δεν συνεπάγεται, αυτή καθεαυτήν, ότι το μέλος αυτό θα αποφανθεί επί ζητήματος του χειρισμού ή του αποτελέσματος του οποίου έχει προσωπικό συμφέρον ικανό να θίξει την ανεξαρτησία του. Στη συνέχεια, το Γενικό Δικαστήριο επισήμανε ότι η αρχή της αμεροληψίας της εξεταστικής επιτροπής επιβάλλει σε μέλος της εξεταστικής επιτροπής να μην συμμετέχει στην αξιολόγηση υποψηφίου όταν υφίσταται άμεσος σύνδεσμος μεταξύ του μέλους της εξεταστικής επιτροπής και του υποψηφίου αυτού.
15. Η EPSO δήλωσε ότι το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης ερμήνευσε τη φύση αυτής της άμεσης σχέσης και την έννοια της αμεροληψίας στην υπόθεση F-16/07 Dragoman κατά Επιτροπής [3], στην οποία ανέφερε ότι το γεγονός ότι ένα μέλος της εξεταστικής επιτροπής γνωρίζει προσωπικά έναν από τους υποψηφίους δεν σημαίνει κατ’ ανάγκη ότι το εν λόγω μέλος θα είναι μεροληπτικό υπέρ του εν λόγω υποψηφίου. Κατά το Γενικό Δικαστήριο, τέτοιου είδους σχέσεις δεν αρκούν αφ’ εαυτών για να αποδειχθεί ότι ένα μέλος της εξεταστικής επιτροπής έχει προσωπικό συμφέρον ικανό να θέσει υπό αμφισβήτηση την αμεροληψία του. Το Συνέδριο διευκρίνισε περαιτέρω ότι η απαίτηση να μην έχει ένα μέλος εξεταστικής επιτροπής δεσμούς με τους υποψηφίους θα καθιστούσε εξαιρετικά δυσχερή, αν όχι σχεδόν αδύνατη, την εξεύρεση προσώπων ικανών να συμμετάσχουν σε εξεταστική επιτροπή σε ορισμένους εξειδικευμένους τομείς.
16. Η EPSO επισήμανε ότι τα μέλη της εξεταστικής επιτροπής υποχρεούνται να δηλώνουν πιθανή σύγκρουση συμφερόντων. Στη συνέχεια, η EPSO επισήμανε ότι, προκειμένου να διασφαλιστεί η αμερόληπτη εξέταση των υποψηφιοτήτων, οι υποψηφιότητες που διαβίβασε στην εξεταστική επιτροπή περιείχαν μόνον τους αριθμούς αναφοράς των υποψηφίων. Επιπλέον, τα μέλη της εξεταστικής επιτροπής που είχαν δηλώσει πιθανή σύγκρουση συμφερόντων με υποψήφιο δεν ήταν υποχρεωμένα να εξετάσουν τις εν λόγω αιτήσεις. Η EPSO υποστήριξε ότι η νομολογία του Δικαστηρίου της ΕΕ έχει αποφανθεί ότι η έννοια της «σύγκρουσης συμφερόντων» καλύπτει κάθε περίπτωση, όπως οι οικογενειακοί δεσμοί με έναν υποψήφιο, υπό την ευρεία έννοια του όρου, οι οικονομικοί δεσμοί, οι νομικές διαδικασίες ή η σχέση εξάρτησης με έναν υποψήφιο, η οποία θα μπορούσε να υπονομεύσει την ανεξαρτησία των μελών της εξεταστικής επιτροπής κατά την άσκηση των καθηκόντων τους. Πριν από την ανάληψη των καθηκόντων τους, τα μέλη της εξεταστικής επιτροπής πρέπει να υπογράφουν σημείωμα εμπιστευτικότητας το οποίο εφιστά την προσοχή τους, μεταξύ άλλων, στον ανεξάρτητο και αμερόληπτο χαρακτήρα των εργασιών της εξεταστικής επιτροπής. Στον εν λόγω διαγωνισμό, το παρόν σημείωμα εμπιστευτικότητας υπογράφηκε δεόντως από κάθε μέλος της εξεταστικής επιτροπής.
17. Στις παρατηρήσεις του σχετικά με τη γνώμη της EPSO, ο ενδιαφερόμενος υποστήριξε ότι η νομολογία στην οποία αναφέρεται η EPSO είναι άνευ σημασίας. Σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, τουλάχιστον πέντε μέλη της εξεταστικής επιτροπής διατηρούσαν προσωπικές και επαγγελματικές σχέσεις με τουλάχιστον 10 από τους λιγότερους από 40 υποψηφίους που επελέγησαν κατά τη διαδικασία προεπιλογής και με τουλάχιστον 4 από τους 13 υποψηφίους που τελικά επελέγησαν. Κατά την άποψη του καταγγέλλοντος, αυτό συνιστά συστημική έλλειψη ανεξαρτησίας. Επιπλέον, αυτή η έλλειψη ανεξαρτησίας δεν αφορά μόνο ένα από τα μέλη της εξεταστικής επιτροπής σε σχέση με έναν από τους υποψηφίους, όπως συνέβαινε στις περιπτώσεις που ανέφερε η EPSO.
18. Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε επίσης ότι το γεγονός ότι οι συμφωνίες εμπιστευτικότητας υπογράφηκαν από τα μέλη της εξεταστικής επιτροπής είναι άνευ σημασίας, δεδομένου ότι φαίνεται ότι οι εν λόγω συμφωνίες δεν τηρήθηκαν. Όσον αφορά τις δηλώσεις σύγκρουσης συμφερόντων, ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι, δεδομένου του σημαντικού αριθμού προσωπικών δεσμών μεταξύ των υποψηφίων και των μελών της εξεταστικής επιτροπής, είτε δεν ελήφθησαν υπόψη από την EPSO είτε δεν ήταν αληθείς.
19. Σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, τα μέλη της εξεταστικής επιτροπής με τα οποία μίλησε δήλωσαν ότι, στον εν λόγω διαγωνισμό, η EPSO ήταν «παρανοϊκή» όσον αφορά το ζήτημα της σύγκρουσης συμφερόντων. Αυτός ήταν ο λόγος για τον οποίο ανέθεσε σε δύο ανεξάρτητα, εξωτερικά μέλη της εξεταστικής επιτροπής να επιβλέπουν τη διαδικασία επιλογής. Ωστόσο, όπως εξηγείται στην παράγραφο 29 κατωτέρω, αυτό είχε αρνητικό αντίκτυπο στην ελευθερία των μελών της εξεταστικής επιτροπής να εκφράσουν τη γνώμη τους σχετικά με τη σημασία της εμπειρίας του καταγγέλλοντος. Ως εκ τούτου, η συστημική έλλειψη ανεξαρτησίας οδήγησε σε αρνητική μεροληψία και παρατυπία όσον αφορά τον καταγγέλλοντα.
20. Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε επίσης ότι η χρήση αριθμών αναφοράς για την εκπροσώπηση των υποψηφίων παρείχε μόνο ψευδή αίσθηση ελευθερίας από πιθανές προκαταλήψεις. Η πρακτική αυτή μπορεί να συνιστά χρηστή διαχείριση όσον αφορά τη διασφάλιση της αμεροληψίας κατά την εξέταση των γραπτών εργασιών των υποψηφίων. Ωστόσο, στο στάδιο του διαγωνισμού που αφορούσε την «επιλογή βάσει τίτλων», τα μέλη της εξεταστικής επιτροπής έπρεπε να εξετάσουν το επαγγελματικό ιστορικό των υποψηφίων τους οποίους συχνά γνώριζαν πολύ καλά προσωπικά. Οι πληροφορίες σχετικά με τα προσόντα των υποψηφίων στην πραγματικότητα αποκάλυψαν ποιοι ακριβώς ήταν.
Ο εργασιακός βίος επηρεάζεται αρνητικά από την κακή διαχείριση των διαδικασιών
21. Σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, το γεγονός ότι υπέβαλε καταγγελία στην EPSO κατά της απόφασης να μην γίνει δεκτός στον διαγωνισμό προκάλεσε πολύ σοβαρά αισθήματα δυσαρέσκειας εκ μέρους των μελών της εξεταστικής επιτροπής και έκανε την καθημερινή του ζωή στην εργασία πολύ δυσάρεστη. Ο ενδιαφερόμενος ενημέρωσε αργότερα τον Διαμεσολαβητή ότι αναγκάστηκε να παραιτηθεί από τη θέση του στην Επιτροπή, λόγω του αντιεπαγγελματικού και απαράδεκτου τρόπου με τον οποίο αντιμετωπίστηκε από την Επιτροπή στο πλαίσιο της εν λόγω διαδικασίας επιλογής. Ως εκ τούτου, ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι η κακή διαχείριση των διαδικασιών επηρέασε αρνητικά τον επαγγελματικό του βίο.
22. Η EPSO υποστήριξε ότι ο εν λόγω διαγωνισμός διεξήχθη σε πλήρη συμφωνία με τις διατάξεις της προκήρυξης του διαγωνισμού και ότι οι διαδικαστικοί κανόνες τηρήθηκαν και εφαρμόστηκαν αδιακρίτως σε όλους τους υποψηφίους. Ως εκ τούτου, η EPSO έκρινε ότι η διαδικασία είχε διεκπεραιωθεί ορθά.
23. Στις παρατηρήσεις του, ο ενδιαφερόμενος υποστήριξε ότι, κατά τη γνώμη της, η EPSO δεν εξέτασε το γεγονός ότι ο τρόπος με τον οποίο οργανώθηκαν ο διαγωνισμός και η διαδικασία προσφυγής του προκάλεσε μεγάλη προσωπική βλάβη, δεδομένου ότι τον έθετε σε κατάσταση κατά την οποία έπρεπε να υποστηρίξει ότι οι συνάδελφοί του είχαν αξιολογήσει εσφαλμένα την επαγγελματική του πείρα. Ο καταγγέλλων απέστειλε επιστολή στον Επίτροπο Sefkovic, μεταξύ άλλων, σχετικά με τον τρόπο διοργάνωσης του διαγωνισμού. Από την απάντηση του Επιτρόπου, θεωρεί σαφές ότι ο κ. Sefkovic θεωρεί ότι ο καταγγέλλων έχει αρνητική άποψη για τους πρώην συναδέλφους του που υπηρέτησαν στην εξεταστική επιτροπή. Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι αυτό δεν ισχύει. Στην πραγματικότητα, έχει πολύ καλή γνώμη για το έργο των συναδέλφων του στην Επιτροπή. Ωστόσο, κατά την άποψή του, η δήλωση του επιτρόπου καταδεικνύει τη σοβαρότητα του προβλήματος σχετικά με τον τρόπο διαχειρίσεως του ανταγωνισμού.
Κριτήρια αξιολόγησης
24. Σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, θα έπρεπε να υπάρχουν σαφώς καθορισμένα κριτήρια για τον προσδιορισμό της σχετικής επαγγελματικής πείρας. Αντ' αυτού, υποστήριξε, η εξεταστική επιτροπή έπρεπε να εκτελέσει ένα είδος άσκησης «κανόνα λογικής».
25. Η EPSO επισήμανε ότι, σύμφωνα με την προκήρυξη του διαγωνισμού, οι υποψήφιοι έπρεπε να διαθέτουν:
«Εργασιακή πείρα τουλάχιστον 8 ετών στον τομέα της οικονομικής ανάλυσης στον τομέα της πολιτικής ανταγωνισμού και/ή της βιομηχανικής οικονομίας. Οι τομείς εμπειρογνωμοσύνης θα πρέπει να περιλαμβάνουν την εφαρμογή της θεωρίας αιχμής και της ποσοτικής εμπειρικής ανάλυσης.
Η εν λόγω επαγγελματική πείρα είναι συναφής μόνον εφόσον έχει αποκτηθεί μετά την απόκτηση του διπλώματος που παρέχει πρόσβαση στον διαγωνισμό.
Διδακτορικό δίπλωμα σε σχετικό θέμα στον τομέα των οικονομικών που αποκτήθηκε κατά τη διάρκεια σπουδών πλήρους φοίτησης μπορεί να ληφθεί υπόψη για μέγιστη περίοδο 3 ετών. Εάν ο υποψήφιος απέκτησε το διδακτορικό δίπλωμα σε λιγότερο από 3 έτη, θα υπολογίζεται μόνο η πραγματική διάρκεια των σπουδών.
Οι περίοδοι περαιτέρω κατάρτισης που σχετίζονται με την απαιτούμενη εξειδίκευση και έχουν πραγματοποιηθεί από την απόκτηση του απαιτούμενου πτυχίου μπορούν να ληφθούν υπόψη για περίοδο έως ενός έτους.»
26. Η EPSO εξήγησε ότι η εξεταστική επιτροπή εξέτασε πρώτα τους ειδικούς όρους συμμετοχής σε σχέση με κάθε αίτηση που έλαβε. Όσον αφορά την αίτηση του καταγγέλλοντος, η εξεταστική επιτροπή διαπίστωσε ότι δεν διέθετε την απαιτούμενη οκταετή επαγγελματική πείρα στον τομέα της οικονομικής ανάλυσης, μετά την απόκτηση του διπλώματος που παρέχει πρόσβαση στον διαγωνισμό. Η περίοδος εργασίας του καταγγέλλοντος στην εταιρεία x δεν μπορούσε να ληφθεί υπόψη ως επαγγελματική πείρα. Η φύση των καθηκόντων που περιγράφονται από τον καταγγέλλοντα στην ηλεκτρονική αίτηση υποψηφιότητάς του —συντονισμός των δραστηριοτήτων πωλήσεων, διαπραγματεύσεις, προετοιμασία των απαντήσεων στις προσφορές, διαβούλευση με τους πελάτες για θέματα ΤΠ— δεν ανταποκρίνεται στις ειδικές απαιτήσεις της προκήρυξης του διαγωνισμού, δηλαδή στην οικονομική ανάλυση στην πολιτική ανταγωνισμού και/ή στη βιομηχανική οικονομία. Ως εκ τούτου, η εξεταστική επιτροπή δεν μπορούσε να λάβει υπόψη την περίοδο αυτή.
27. Στις παρατηρήσεις του σχετικά με τη γνώμη της EPSO, ο ενδιαφερόμενος υποστήριξε ότι η EPSO δεν εξήγησε τα κριτήρια που χρησιμοποίησε η εξεταστική επιτροπή για να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η εμπειρία του δεν ήταν συναφής. Η απάντηση της EPSO επί της διοικητικής ενστάσεώς του, η οποία στηριζόταν σε επιχειρήματα επί της ουσίας, συνίστατο απλώς σε ένα μονοσήμαντο επιχείρημα, στο οποίο αναφερόταν, στην πραγματικότητα, ότι η πείρα του δεν εθεωρείτο λυσιτελής, διότι δεν ήταν λυσιτελής. Η EPSO ενέμεινε στην επιχειρηματολογία αυτή στη γνωμοδότηση που υπέβαλε στον Διαμεσολαβητή. Ωστόσο, μια τέτοια δήλωση δεν αποτελεί εξήγηση του λόγου για τον οποίο η εμπειρία του δεν ήταν συναφής.
28. Επιπλέον, σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, εφαρμόστηκαν διαφορετικά κριτήρια σε διαφορετικούς υποψηφίους. Δεδομένης της επαγγελματικής πείρας ορισμένων υποψηφίων, πολλοί από τους οποίους γνωρίζει πολύ καλά ο καταγγέλλων, είναι σαφές ότι η εξεταστική επιτροπή δεν ερμήνευε πάντοτε αυστηρά τη φράση «σχετικά με την οικονομική ανάλυση...». Σε ορισμένες περιπτώσεις, η φράση ερμηνεύθηκε ως εφαρμοζόμενη στην εμπειρία που «σχεδόν» συνδεόταν με την οικονομική ανάλυση και/ή τη βιομηχανική οργάνωση. Στην περίπτωσή του, ωστόσο, η απαίτηση επαγγελματικής πείρας ερμηνεύθηκε στενά. Το συμπέρασμα αυτό ενισχύεται από το γεγονός ότι, κατά τη γνώμη της, η EPSO δήλωσε ότι η πείρα του καταγγέλλοντος στην εταιρεία x δεν μπορούσε να θεωρηθεί συναφής, διότι «δεν είχε αποκτηθεί στο πλαίσιο οικονομικής ανάλυσης στην πολιτική ανταγωνισμού ...»(η έμφαση προστέθηκε από τον καταγγέλλοντα). Κατά συνέπεια, το κριτήριο για την αξιολόγηση της επαγγελματικής πείρας του καταγγέλλοντος δεν ήταν ότι έπρεπε να «συνδέεται με την οικονομική ανάλυση στην πολιτική ανταγωνισμού...»(η έμφαση προστέθηκε από τον καταγγέλλοντα), αλλά ότι έπρεπε να έχει αποκτηθεί ακριβώς «στην οικονομική ανάλυση στην πολιτική ανταγωνισμού...». Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε επίσης ότι παρόμοια ή πανομοιότυπα κριτήρια είχαν εφαρμοστεί με διαφορετικό τρόπο στην πείρα του σε προηγούμενη διαδικασία πρόσληψης για την ίδια θέση και τον ίδιο βαθμό.
29. Σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, τέσσερα μέλη της εξεταστικής επιτροπής του παρείχαν ανεπίσημα πληροφορίες σχετικά με το τι πήγε στραβά στην περίπτωσή του. Σύμφωνα με αυτά τα τέσσερα μέλη, δύο άλλα μέλη ισχυρίστηκαν ότι η εμπειρία του καταγγέλλοντος δεν ήταν συναφής. Ορισμένα μέλη της εξεταστικής επιτροπής που γνώριζαν πόσο πολύτιμη ήταν η εμπειρία του στην εταιρεία x για την οικονομική ανάλυση της πολιτικής ανταγωνισμού τάχθηκαν κατά της αξιολόγησης αυτής, αλλά φοβήθηκαν ότι με την επιμονή τους θα κινδύνευαν να κατηγορηθούν για μεροληψία. Είπαν ότι θα έπρεπε να είχε προσθέσει μια αφηρημένη πρόταση στην αίτησή του σχετικά με τα καθήκοντά του στην εταιρεία x, όπως "κάνοντας στατιστική ανάλυση, αναλύοντας τον ανταγωνισμό". Ο καταγγέλλων θεωρεί ότι τα καθήκοντα αυτά απορρέουν εμμέσως από τις εργασίες της διοίκησης υψηλού επιπέδου. Εξήγησε επίσης τη σημασία της εμπειρίας του στην επιστολή στην οποία εξηγούσε τους λόγους της αίτησής του, η οποία αποτελούσε μέρος της ηλεκτρονικής αίτησης.
Ανεξάρτητη επανεξέταση
30. Ο καταγγέλλων δεν θεώρησε σκόπιμο το αίτημά του για επανεξέταση της απόφασης να μην γίνει δεκτός στον διαγωνισμό να εξεταστεί από τα ίδια άτομα που έλαβαν την αρχική απόφαση. Ως εκ τούτου, ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι δεν έγινε σεβαστό το δικαίωμά του για ανεξάρτητη επανεξέταση της αίτησής του.
31. Σύμφωνα με την EPSO, έγινε σεβαστό το δικαίωμα επανεξέτασης του καταγγέλλοντος. Η EPSO επισήμανε ότι, σύμφωνα με τις διατάξεις που δημοσιεύονται στον οδηγό για τους γενικούς διαγωνισμούς [4], ο οποίος αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της προκήρυξης του διαγωνισμού, ο έλεγχος διενεργήθηκε από την εξεταστική επιτροπή, δηλαδή από το όργανο που έχει συσταθεί σε συλλογική βάση, το οποίο είναι επίσης το μοναδικό όργανο που είναι αρμόδιο να κρίνει αν ένας υποψήφιος πληροί ή όχι τους ειδικούς όρους ενός διαγωνισμού.
32. Στη συνέχεια, η EPSO επισήμανε ότι, σύμφωνα με τις διατάξεις του οδηγού, οι υποψήφιοι μπορούν να υποβάλουν αίτηση επανεξέτασης σε ορισμένες περιπτώσεις, ήτοι όταν η EPSO δεν έχει συμμορφωθεί με τις διατάξεις που διέπουν τη διαδικασία του διαγωνισμού ή όταν η εξεταστική επιτροπή δεν έχει τηρήσει τις διατάξεις που διέπουν τις εργασίες της. Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές, η εξεταστική επιτροπή εξέτασε προσεκτικά όλες τις αιτήσεις επανεξέτασης, συμπεριλαμβανομένης της αίτησης που υπέβαλε ο καταγγέλλων. Μόνον αφού έλαβε γνώση και ανέλυσε όλα τα στοιχεία και τα επιχειρήματα που είχε λάβει ζήτησε από την EPSO να διαβιβάσει τα συμπεράσματά της στους ενδιαφερόμενους υποψηφίους. Η EPSO επισήμανε, ωστόσο, ότι, μολονότι είναι δυνατόν να ζητηθεί επανεξέταση μιας απόφασης, αυτό δεν σημαίνει ότι η εξεταστική επιτροπή είναι υποχρεωμένη να τροποποιήσει μια απόφαση που έχει ήδη ληφθεί. Η εξεταστική επιτροπή οφείλει να λάβει υπόψη τα επιχειρήματα που προέβαλε ο υποψήφιος και να επανεξετάσει την αίτηση υπό το πρίσμα του αιτήματος. Ωστόσο, η εξεταστική επιτροπή, ενεργώντας στο πλαίσιο της ευρείας διακριτικής της ευχέρειας που αναγνωρίζεται από τη νομολογία, είναι η μόνη αρμόδια να αποφασίσει, βάσει των πληροφοριών που έχει στη διάθεσή της, αν πληρούνται ή όχι οι συγκεκριμένες προϋποθέσεις συμμετοχής.
Ερμηνεία των κανόνων
33. Σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, η εξεταστική επιτροπή έκρινε ότι δεν μπορούσε να λάβει υπόψη τα αποδεικτικά στοιχεία που υπέβαλε κατά την υποβολή της αίτησής του για επανεξέταση. Ο καταγγέλλων υποστήριξε, ωστόσο, ότι, για να μπορεί κάποιος να ασκήσει έφεση, πρέπει να είναι σε θέση να προβάλει επιχειρήματα και αποδεικτικά στοιχεία. Σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, οι παρατηρήσεις του δεν περιείχαν νέα στοιχεία, αλλά μόνο εξηγήσεις που να εξηγούν γιατί η εμπειρία του ήταν συναφής. Ως εκ τούτου, υποστήριξε ότι η εξεταστική επιτροπή, μη λαμβάνοντας υπόψη τα αποδεικτικά στοιχεία που προσκόμισε κατά την υποβολή της αιτήσεώς του επανεξετάσεως, ερμήνευσε τους δικούς της κανόνες κατά τρόπο εσφαλμένο και ευκαιριακό.
34. Σύμφωνα με την EPSO, στο παρόν στάδιο του διαγωνισμού εξετάστηκαν μόνο οι ηλεκτρονικές αιτήσεις και όχι τα δικαιολογητικά έγγραφα. Με βάση τις πληροφορίες που παρείχε ο καταγγέλλων στην αίτησή του, η εξεταστική επιτροπή έκρινε ότι μόνο η πείρα που συνδέεται επαρκώς με τον συγκεκριμένο τομέα του διαγωνισμού θα μπορούσε να θεωρηθεί σχετική πείρα. Στο πλαίσιο αυτό, η εξεταστική επιτροπή χρησιμοποίησε ως βάση για την απόφασή της τις διατάξεις της προκήρυξης του διαγωνισμού, η οποία αποτελεί το μοναδικό νομικό πλαίσιο για τον διαγωνισμό. Ακόμη και αν οι παραπομπές είχαν ληφθεί υπόψη στο στάδιο αυτό, αυτό δεν θα είχε μεταβάλει την απόφαση του διοικητικού συμβουλίου, δεδομένου ότι η κύρια δραστηριότητα που είχε ασκήσει ο υποψήφιος στην εταιρεία x δεν ανταποκρίνεται στα κριτήρια που καθορίζονται στην προκήρυξη του διαγωνισμού.
35. Στις παρατηρήσεις του, ο καταγγέλλων υποστήριξε ότι οι ανεξάρτητες εξηγήσεις και τα αποδεικτικά στοιχεία που προσκόμισε προς υποστήριξη της συνάφειας της πείρας του που αποκτήθηκε στην εταιρεία x θα πρέπει να θεωρηθούν πιο αξιόπιστα από τις εξηγήσεις που παρείχαν άλλοι υποψήφιοι για τον δικό τους χαρακτηρισμό της πείρας τους. Ωστόσο, η εξεταστική επιτροπή έκρινε ότι οι αυτοαξιολογήσεις που υπέβαλαν άλλοι υποψήφιοι σχετικά με τη συνάφεια της επαγγελματικής τους πείρας ήταν πιο συναφείς από τις ανεξάρτητες αξιολογήσεις που πραγματοποίησαν άτομα με τα οποία ο καταγγέλλων διενήργησε ανάλυση ανταγωνισμού για τουλάχιστον τρία έτη. Ο καταγγέλλων επισήμανε ότι ο υποψήφιος μπορεί να γράψει ό,τι επιθυμεί στο έντυπο της αίτησης.
36. Σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, οι εξηγήσεις και τα αποδεικτικά στοιχεία που προσκόμισε επιδίωκαν να ενημερώσουν την εξεταστική επιτροπή για το σφάλμα εκτίμησης που διέπραξε. Ωστόσο, τα στοιχεία αυτά αγνοήθηκαν εντελώς. Δήλωσε ότι το επιχείρημα της EPSO ότι τα αποδεικτικά στοιχεία δεν μπορούσαν να ληφθούν υπόψη επειδή δεν αποτελούσαν μέρος της αρχικής αίτησης του καταγγέλλοντος ισχύει μόνο για την αρχική αξιολόγηση. Δεν εφαρμόζεται στη διαδικασία προσφυγής ή αναθεώρησης. Ο καταγγέλλων υποστήριξε ότι θα πρέπει να είναι σε θέση να προβάλει τέτοια νέα επιχειρήματα κατά τη διαδικασία προσφυγής ή αναθεώρησης. Ισχυρίστηκε επίσης ότι το γεγονός ότι σε μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου της 1ης Δεκεμβρίου 2010, ο πρόεδρος της εξεταστικής επιτροπής του είπε ότι «θα ήταν επίσης θυμωμένος και απογοητευμένος εάν βρισκόταν στην κατάσταση [του καταγγέλλοντος]», αποτελεί ισχυρή ένδειξη του γεγονότος ότι κάτι πήγε στραβά κατά την αξιολόγηση της αίτησής του.
Αντιφατικές δηλώσεις
37. Ο καταγγέλλων δήλωσε ότι η πείρα του δεν θεωρήθηκε συναφής με τον εν λόγω ανταγωνισμό, γεγονός που απαιτούσε επαγγελματική πείρα σχετικά με την οικονομική ανάλυση στην πολιτική ανταγωνισμού και/ή τη βιομηχανική οικονομία. Ωστόσο, η εξεταστική επιτροπή δεν αμφισβήτησε τη σημασία της πείρας του για την εκτέλεση των καθηκόντων του, τα οποία αφορούσαν την οικονομική ανάλυση στον τομέα της πολιτικής ανταγωνισμού και της βιομηχανικής οικονομίας, ως εκτάκτου υπαλλήλου στην Επιτροπή. Ως εκ τούτου, υποστήριξε ότι οι δηλώσεις σχετικά με τη διαδικασία επιλογής ήταν αντιφατικές.
38. Ο καταγγέλλων θεώρησε ότι, κατά τη γνώμη του προς τον Διαμεσολαβητή, η EPSO διατήρησε την παράλογη εξήγηση ότι η πείρα που αποκτήθηκε στην εταιρεία x ήταν 1) σημαντική για τους σκοπούς της θέσης του ως έκτακτου υπαλλήλου στην Επιτροπή και 2) άσχετη με τον εν λόγω διαγωνισμό.
Διακρίσεις
39. Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι οι αιτούντες υπέστησαν διακρίσεις χωρίς αντικειμενική βάση. Το επιχείρημα αυτό αναπτύχθηκε σε συνοδευτικό έγγραφο που υποβλήθηκε στον Διαμεσολαβητή, στο οποίο ο καταγγέλλων ανέφερε ότι «[ο] υποψήφιος μπορεί να έχει 7 έτη, 11 μήνες και 29 ημέρες σχετικής πείρας, αλλά θα αποκλειστεί από τη συμμετοχή στον διαγωνισμό, ενώ ένας άλλος υποψήφιος με μία ημέρα πείρας θα έχει τη δυνατότητα να συμμετάσχει. Μια τέτοια διάκριση δεν δικαιολογείται από το γεγονός ότι ένας από τους υποψηφίους διαθέτει μεγαλύτερη πείρα - διότι δεν υπάρχει ουσιαστικός τρόπος με τον οποίο θα μπορούσε να υποστηριχθεί αυτό».
40. Η EPSO δήλωσε στη γνωμοδότησή της ότι υφίσταται διάκριση όταν πανομοιότυπες ή ισοδύναμες καταστάσεις ή επιδόσεις αντιμετωπίζονται με διαφορετικό ή αδικαιολόγητο τρόπο. Στο πλαίσιο του εν λόγω διαγωνισμού, τα ίδια κριτήρια για την εξέταση των υποψηφιοτήτων εφαρμόστηκαν σε όλους τους υποψηφίους. Τα κριτήρια αυτά δημοσιεύθηκαν στην προκήρυξη του διαγωνισμού, η βασική λειτουργία της οποίας είναι να παρέχει στους ενδιαφερόμενους όσο το δυνατόν ακριβέστερες πληροφορίες σχετικά με τη φύση των απαιτήσεων, ώστε να μπορούν να κρίνουν αν θα υποβάλουν ή όχι αίτηση συμμετοχής στον διαγωνισμό.
41. Η EPSO δήλωσε ότι, προκειμένου να συμμορφωθεί με τα άρθρα 27 και 29 του ΚΥΚ, τα οποία αποσκοπούν στη διασφάλιση των υπηρεσιών υπαλλήλων με τα υψηλότερα πρότυπα, η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή είχε το δικαίωμα να απαιτήσει από τους υποψηφίους να διαθέτουν ελάχιστο αριθμό ετών επαγγελματικής πείρας έως τη λήξη της προθεσμίας υποβολής των υποψηφιοτήτων για τον εν λόγω διαγωνισμό. Τούτο δεν συνιστά παραβίαση της αρχής της απαγορεύσεως των διακρίσεων.
42. Στις παρατηρήσεις του σχετικά με τη γνώμη της EPSO, ο ενδιαφερόμενος παρουσίασε «ενδεχόμενα σενάρια» επαγγελματικής πείρας των υποψηφίων και κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η εξεταστική επιτροπή θα έπρεπε να είχε σταθμίσει τη σημασία κάθε περιόδου επαγγελματικής πείρας για κάθε υποψήφιο. Σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, είναι σαφές ότι η εμπειρία του στην εταιρεία x «σταθμίστηκε με μηδενική συνάφεια» από την εξεταστική επιτροπή, γεγονός που, κατά την άποψή του, έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τη δήλωση της EPSO ότι η εμπειρία αυτή ήταν σημαντική για τους σκοπούς της εκτέλεσης των καθηκόντων του ως έκτακτου υπαλλήλου στην Επιτροπή.
43. Σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, δεν μπορεί να αποδειχθεί ότι ένας υποψήφιος με 7 έτη, 11 μήνες και 30 ημέρες πείρας διαφέρει ουσιαστικά από έναν υποψήφιο με ακριβώς 8 έτη πείρας. Κατά την άποψη του καταγγέλλοντος, ο αποκλεισμός του ατόμου που έχει μόνο μία ημέρα λιγότερη εμπειρία ισοδυναμεί με διαφορετική αντιμετώπιση ισοδύναμων καταστάσεων.
Η αξιολόγηση του Διαμεσολαβητή
Σύγκρουση συμφερόντων
44. Ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει ότι, σύμφωνα με το άρθρο 11α παράγραφος 1 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης, καθώς και τη νομολογία της ΕΕ, σύγκρουση συμφερόντων υφίσταται μόνο σε περίπτωση κατά την οποία υπάλληλος, κατά την άσκηση των καθηκόντων του, καλείται να αποφασίσει σχετικά με τον χειρισμό ή την έκβαση ζητήματος για το οποίο έχει προσωπικό συμφέρον. Το γεγονός ότι ένα μέλος της εξεταστικής επιτροπής εργάζεται ή έχει εργαστεί στην ίδια διεύθυνση ή μονάδα με έναν υποψήφιο δεν σημαίνει, αυτό καθαυτό, ότι το μέλος καλείται να αποφασίσει σχετικά με τον χειρισμό ή την έκβαση ενός ζητήματος για το οποίο έχει προσωπικό συμφέρον που μπορεί να θέσει σε κίνδυνο την ανεξαρτησία του [5]. Το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης διευκρίνισε ότι το γεγονός ότι ένα μέλος της εξεταστικής επιτροπής γνωρίζει προσωπικά έναν υποψήφιο δεν αρκεί, από μόνο του, για να αποδειχθεί ότι το μέλος έχει τόσο προσωπικό συμφέρον, ιδίως οικογενειακό ή οικονομικό, ώστε να θίγεται η ανεξαρτησία του [6].
45. Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι η νομολογία που αναφέρεται ανωτέρω δεν αφορά τον γενικό διαγωνισμό EPSO/AD/182/10, διότι, κατά την άποψή του, ο εν λόγω διαγωνισμός πάσχει από συστημική έλλειψη ανεξαρτησίας, δεδομένου του «εντυπωσιακού αριθμού προσωπικών δεσμών» μεταξύ των μελών της εξεταστικής επιτροπής και των υποψηφίων. Φαίνεται ότι οι επίμαχοι δεσμοί αφορούν το γεγονός ότι πολλά από τα μέλη της εξεταστικής επιτροπής εργάζονται ή έχουν εργαστεί ή γνωρίζουν προσωπικά πολλούς από τους υποψηφίους. Ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι κάθε τέτοιος «σύνδεσμος» μεταξύ ενός μέλους της εξεταστικής επιτροπής και ενός υποψηφίου πρέπει να εξετάζεται μεμονωμένα και με βάση τα προσόντα του. Το γεγονός και μόνον ότι τα μέλη της εξεταστικής επιτροπής συνεργάζονται με ορισμένους υποψηφίους δεν συνεπάγεται, αυτό καθαυτό, ότι έχουν προσωπικό συμφέρον να παράσχουν πλεονέκτημα σε συγκεκριμένο υποψήφιο.
46. Ο Διαμεσολαβητής υπογραμμίζει ότι, προκειμένου να μην είναι μεροληπτικά, τα μέλη της εξεταστικής επιτροπής που γνωρίζουν έναν ή περισσότερους από τους υποψηφίους, μέσω εργασίας ή σε προσωπική βάση, μπορούν να λαμβάνουν υπόψη μόνο τις πληροφορίες σχετικά με τους εν λόγω υποψηφίους που περιλαμβάνονται στον φάκελο του διαγωνισμού. Τα μέλη της εξεταστικής επιτροπής δεν επιτρέπεται να λαμβάνουν υπόψη πληροφορίες που λαμβάνονται εκτός του πλαισίου του διαγωνισμού. Όσον αφορά την παρούσα υπόθεση, αυτό σημαίνει ότι, ακόμη και αν ορισμένα μέλη της εξεταστικής επιτροπής γνώριζαν, λόγω της εργασιακής τους σχέσης με τον καταγγέλλοντα, ότι η εμπειρία του στην εταιρεία x αφορούσε πράγματι την οικονομική ανάλυση στον τομέα της πολιτικής ανταγωνισμού και/ή της βιομηχανικής οικονομίας, τους απαγορευόταν να λάβουν υπόψη αυτές τις γνώσεις κατά την αξιολόγηση της αίτησης του καταγγέλλοντος με βάση τα κριτήρια επιλεξιμότητας για τον διαγωνισμό. Ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι η παράβλεψη των πληροφοριών αυτών από την εξεταστική επιτροπή, οι οποίες αποκτήθηκαν μέσω προσωπικών σχέσεων με τον καταγγέλλοντα, δεν συνιστά αρνητική μεροληψία απέναντί του, όπως υποστήριξε ο καταγγέλλων. Αντιθέτως, συνιστά ορθή εφαρμογή του ΚΥΚ και της προκηρύξεως του διαγωνισμού.
47. Ο Διαμεσολαβητής αναγνωρίζει ότι η χρήση αριθμών αναφοράς για την εκπροσώπηση των υποψηφίων δεν εγγυάται κατ’ ανάγκη την ανωνυμία των υποψηφίων στο στάδιο αποδοχής του διαγωνισμού, κατά τη διάρκεια του οποίου η εξεταστική επιτροπή ελέγχει τις πληροφορίες που παρέχονται, για παράδειγμα, σχετικά με την επαγγελματική πείρα. Ωστόσο, ο Διαμεσολαβητής δεν θεωρεί ότι αυτό αποτελεί πρόβλημα αυτό καθαυτό, εφόσον δεν υπάρχει σύγκρουση συμφερόντων ή μεροληψία όσον αφορά τους υποψηφίους.
48. Ως εκ τούτου, η Διαμεσολαβήτρια δεν θεωρεί ότι ο καταγγέλλων υπέβαλε συγκεκριμένα στοιχεία που να υποδηλώνουν ότι κάποιο από τα μέλη της εξεταστικής επιτροπής είχε προσωπικό συμφέρον, όπως οικογενειακό ή οικονομικό συμφέρον, να διασφαλίσει ότι συγκεκριμένοι υποψήφιοι θα επιτύχουν στον γενικό διαγωνισμό EPSO/AD/182/10. Επίσης, ο Διαμεσολαβητής δεν θεωρεί ότι ο καταγγέλλων προέβαλε αποδεικτικά στοιχεία προς στήριξη των επιχειρημάτων του i) ότι η εξεταστική επιτροπή ήταν μεροληπτική επειδή επετράπη σε υποψηφίους με σχετική πείρα μικρότερη των οκτώ ετών να συμμετάσχουν στον διαγωνισμό και ii) ότι το εν λόγω κριτήριο επιλεξιμότητας ερμηνεύθηκε με διαφορετικούς τρόπους όσον αφορά τους διάφορους υποψηφίους. Ως εκ τούτου, βάσει των ανωτέρω, η Διαμεσολαβήτρια δεν θεωρεί ότι η εξεταστική επιτροπή ήταν μεροληπτική ή αντιμετώπιζε συγκρούσεις συμφερόντων.
Κριτήρια αξιολόγησης
49. Ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει ότι η σχετική προκήρυξη διαγωνισμού αναφέρει ότι, για να είναι επιλέξιμοι οι υποψήφιοι για συμμετοχή στον διαγωνισμό, έπρεπε να πληρούν ορισμένες προϋποθέσεις, μεταξύ των οποίων ειδικές προϋποθέσεις όσον αφορά την επαγγελματική πείρα. Ειδικότερα, οι υποψήφιοι έπρεπε να διαθέτουν τουλάχιστον 8ετή επαγγελματική πείρα σχετική με την οικονομική ανάλυση στον τομέα της πολιτικής ανταγωνισμού και/ή της βιομηχανικής οικονομίας. Οι τομείς εμπειρογνωμοσύνης θα πρέπει να περιλαμβάνουν την εφαρμογή της θεωρίας αιχμής και της ποσοτικής εμπειρικής ανάλυσης"[7]. Όσον αφορά τη συμμετοχή στον διαγωνισμό, η προκήρυξη ορίζει ότι «[ο]ι πληροφορίες που παρέχονται στην ηλεκτρονική αίτηση υποψηφιότητάς σας θα ελεγχθούν με βάση τους γενικούς και ειδικούς όρους για τον εντοπισμό των υποψηφίων που πληρούν τις προϋποθέσεις επιλεξιμότητας για τον διαγωνισμό»[8].
50. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει ότι, προκειμένου να θεωρηθούν επιλέξιμοι για συμμετοχή στον διαγωνισμό, οι υποψήφιοι έπρεπε να παράσχουν στις ηλεκτρονικές αιτήσεις υποψηφιότητάς τους πληροφορίες που να αποδεικνύουν ότι διέθεταν την απαιτούμενη επαγγελματική πείρα, τόσο από άποψη ετών όσο και από άποψη τομέα εμπειρογνωσίας. Από την ανακοίνωση προκύπτει σαφώς ότι καμία άλλη πληροφορία δεν θα λαμβανόταν υπόψη κατά το στάδιο της συμμετοχής στον διαγωνισμό. Είναι αλήθεια ότι, όπως υποστήριξε ο καταγγέλλων, οι υποψήφιοι μπορούσαν να γράψουν «ό,τι ήθελαν» στο έντυπο της αίτησης. Ωστόσο, οι πληροφορίες που παρείχαν οι υποψήφιοι στις ηλεκτρονικές αιτήσεις τους επαληθεύτηκαν σε μεταγενέστερο στάδιο του διαγωνισμού. Εάν τελικά προέκυπτε ότι οι παρασχεθείσες πληροφορίες δεν επιβεβαιώνονταν από τα κατάλληλα δικαιολογητικά έγγραφα, ο υποψήφιος θα είχε αποκλειστεί από περαιτέρω συμμετοχή στον διαγωνισμό [9].
51. Στην απόφασή της για την απόρριψη της αίτησης του καταγγέλλοντος, η εξεταστική επιτροπή δήλωσε ότι ο καταγγέλλων δεν διέθετε την απαιτούμενη οκταετή επαγγελματική πείρα σχετικά με την οικονομική ανάλυση στον τομέα της πολιτικής ανταγωνισμού και/ή της βιομηχανικής οικονομίας. Απαντώντας στο αίτημα του καταγγέλλοντος για επανεξέταση, η εξεταστική επιτροπή αιτιολόγησε λεπτομερέστερα τα ακόλουθα: «[ιστ] Σημειώστε ότι η εξεταστική επιτροπή δεν αμφισβητεί τη σημασία της εμπειρίας σας στην [εταιρεία x] για την εκτέλεση των τρεχόντων καθηκόντων σας εντός της [Επιτροπής]. Ωστόσο, σύμφωνα με την αξιολόγηση όλων των αιτήσεων που ελήφθησαν στο πλαίσιο του συγκεκριμένου διαγωνισμού, η διετής πείρα στην [εταιρεία x] δεν μπορούσε να υπολογιστεί από την εξεταστική επιτροπή ως συναφής, καθώς δεν αποκτήθηκε σε τομέα που σχετίζεται με την οικονομική ανάλυση στην πολιτική ανταγωνισμού και/ή τη βιομηχανική οικονομία"[10].
52. Σύμφωνα με την EPSO, ο καταγγέλλων περιέγραψε στην ηλεκτρονική αίτησή του τη φύση των καθηκόντων του στην εταιρεία x, τα οποία συνίστανται στον συντονισμό των δραστηριοτήτων πωλήσεων, στις διαπραγματεύσεις, στην προετοιμασία των απαντήσεων στις προσφορές και στη διαβούλευση με πελάτες σχετικά με θέματα ΤΠ. Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι ο καταγγέλλων δεν αμφισβήτησε ότι αυτή ήταν η περιγραφή που έδωσε στην αίτησή του.
53. Όσον αφορά την απόφαση της εξεταστικής επιτροπής να μην δεχθεί τον καταγγέλλοντα στον διαγωνισμό λόγω έλλειψης σχετικής επαγγελματικής πείρας, ο Διαμεσολαβητής υπογραμμίζει καταρχάς ότι, σύμφωνα με την πάγια νομολογία του Δικαστηρίου της ΕΕ, οι εξεταστικές επιτροπές διαθέτουν ευρύ περιθώριο διακριτικής ευχέρειας κατά την αξιολόγηση των γνώσεων και των ικανοτήτων των υποψηφίων σε διαδικασία επιλογής. Η αξιολόγηση αυτή μπορεί να επανεξεταστεί από τον δικαστή της ΕΕ μόνο σε περίπτωση παράβασης των κανόνων που διέπουν τις εργασίες της εξεταστικής επιτροπής ή σε περίπτωση που η αξιολόγηση πάσχει από πρόδηλο σφάλμα [11].
54. Βάσει της διατύπωσης της προκήρυξης του διαγωνισμού και της περιγραφής από τον καταγγέλλοντα των καθηκόντων του στην εταιρεία x, ο Διαμεσολαβητής δεν διαπιστώνει πρόδηλο σφάλμα εκτίμησης στο συμπέρασμα της εξεταστικής επιτροπής ότι οι πληροφορίες που παρείχε ο καταγγέλλων στην ηλεκτρονική αίτησή του δεν αποδείκνυαν ότι η πείρα που αποκτήθηκε στην εταιρεία x συνδεόταν με την οικονομική ανάλυση στον τομέα της πολιτικής ανταγωνισμού και/ή της βιομηχανικής οικονομίας. Στο πλαίσιο αυτό, η Διαμεσολαβήτρια θεωρεί ότι τα κριτήρια για τον προσδιορισμό της σχετικής επαγγελματικής πείρας καθορίστηκαν επαρκώς στην προκήρυξη του διαγωνισμού και ότι η εξεταστική επιτροπή εφάρμοσε τα κριτήρια αυτά στο πλαίσιο της διακριτικής της ευχέρειας.
Αντιφατικές δηλώσεις
55. Ο Διαμεσολαβητής αναγνωρίζει ότι η εν λόγω εμπειρία μπορεί στην πραγματικότητα να σχετίζεται με την οικονομική ανάλυση στον τομέα της πολιτικής ανταγωνισμού και/ή της βιομηχανικής οικονομίας. Αυτό αναγνωρίστηκε από την εξεταστική επιτροπή στην απάντησή της στο αίτημα του καταγγέλλοντος για επανεξέταση της απόφασής της, όταν έγραψε ότι δεν αμφισβήτησε τη σημασία της εμπειρίας του καταγγέλλοντος στην εταιρεία x για τους σκοπούς της εκτέλεσης των καθηκόντων του ως έκτακτου υπαλλήλου στην Επιτροπή. Ωστόσο, η εμπειρία αυτή, όπως περιγράφεται από τον καταγγέλλοντα, δεν έδειξε ότι συνδεόταν με την οικονομική ανάλυση στο πλαίσιο της πολιτικής ανταγωνισμού και/ή της βιομηχανικής οικονομίας. Ως εκ τούτου, σύμφωνα με τις διατάξεις της ανακοίνωσης (βλ. σκέψεις 49 και 50 ανωτέρω), η πείρα αυτή δεν μπορούσε να ληφθεί υπόψη. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής δεν θεωρεί ότι οι δηλώσεις σχετικά με τη διαδικασία επιλογής ήταν αντιφατικές.
Ερμηνεία των κανόνων
56. Ο Διαμεσολαβητής σημειώνει το επιχείρημα του καταγγέλλοντος ότι θα πρέπει να ληφθούν υπόψη τα αποδεικτικά στοιχεία σχετικά με τη συνάφεια της εμπειρίας του στην εταιρεία x, διότι, στο πλαίσιο προσφυγής, πρέπει να είναι δυνατή η υποβολή επιχειρημάτων και αποδεικτικών στοιχείων. Σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, οι παρατηρήσεις του δεν περιείχαν νέα στοιχεία, αλλά μόνο εξηγήσεις που να εξηγούν γιατί η εμπειρία του ήταν συναφής. Στο πλαίσιο αυτό, η Διαμεσολαβήτρια επαναλαμβάνει το ανωτέρω συμπέρασμα ότι η εξήγηση που αποδεικνύει ότι ορισμένη επαγγελματική πείρα ήταν συναφής, δηλαδή ότι αφορούσε την οικονομική ανάλυση στην πολιτική ανταγωνισμού και/ή τη βιομηχανική οικονομία, έπρεπε κατ’ ανάγκη να παρέχεται στην ηλεκτρονική αίτηση. Όταν ένας υποψήφιος ζητεί επανεξέταση της αξιολόγησης της εξεταστικής επιτροπής σχετικά με τη συνάφεια της επαγγελματικής πείρας του, μπορεί να προβάλει επιχειρήματα που να δικαιολογούν τον λόγο για τον οποίο θεωρεί ότι οι πληροφορίες που παρέχονται στην ηλεκτρονική αίτηση είναι επαρκείς για να αποδειχθεί ότι η πείρα ήταν συναφής. Ωστόσο, η εξεταστική επιτροπή δεν μπορεί να λάβει υπόψη πρόσθετες εξηγήσεις που να εξηγούν τους λόγους για τους οποίους η πείρα αυτή ήταν συναφής. Ως εκ τούτου, η Διαμεσολαβήτρια δεν θεωρεί ότι η εξεταστική επιτροπή ερμήνευσε τους ισχύοντες κανόνες με «εσφαλμένο και ευκαιριακό τρόπο» όταν δεν έλαβε υπόψη τα προαναφερθέντα αποδεικτικά στοιχεία κατά την εξέταση του αιτήματος επανεξέτασης του καταγγέλλοντος.
Διακρίσεις
57. Ο Διαμεσολαβητής θεωρεί σκόπιμο και εύλογο το θεσμικό όργανο που εκδίδει την προκήρυξη του διαγωνισμού να ορίσει έναν ελάχιστο αριθμό ετών επαγγελματικής πείρας, ο οποίος μπορεί να ποικίλλει ανάλογα με τον βαθμό πρόσληψης, ως κριτήριο επιλεξιμότητας για τη συμμετοχή σε ορισμένους γενικούς διαγωνισμούς. Προκειμένου να διασφαλιστεί ότι η προκήρυξη του διαγωνισμού εκπληρώνει τον στόχο της όσον αφορά την όσο το δυνατόν ακριβέστερη ενημέρωση των δυνητικών υποψηφίων σχετικά με τις απαιτήσεις συμμετοχής στον διαγωνισμό και να μην υπάρχει περιθώριο για αυθαίρετες αποφάσεις όσον αφορά την αποδοχή, το εν λόγω κριτήριο επιλεξιμότητας πρέπει να ορίζεται με σαφήνεια. Με τον σαφή ορισμό αυτού του κριτηρίου, η προκήρυξη του διαγωνισμού EPSO/AD/182/10 διαπίστωσε διαφορά μεταξύ ενός υποψηφίου με επαγγελματική πείρα 7 ετών, 11 μηνών και 30 ημερών και ενός υποψηφίου με επαγγελματική πείρα οκτώ ετών. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι το γεγονός ότι η απόφαση για διαφορετική μεταχείριση αυτών των δύο πλασματικών υποψηφίων (οι οποίοι βρίσκονταν σε διαφορετικές καταστάσεις) όσον αφορά τη συμμετοχή στον διαγωνισμό δεν συνιστούσε διάκριση. Διακρίσεις υφίστανται μόνον όταν οι υποψήφιοι που βρίσκονται σε πανομοιότυπη κατάσταση αντιμετωπίζονται διαφορετικά ή όταν οι υποψήφιοι που βρίσκονται σε διαφορετικές καταστάσεις αντιμετωπίζονται με τον ίδιο τρόπο, χωρίς καμία αντικειμενική δικαιολογία.
Ανεξάρτητη επανεξέταση
58. Ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει ότι η λέξη «επανεξέταση» σημαίνει «επανεξέταση». Δεν υπάρχει αρχή που να απαιτεί η «επανεξέταση» να είναι «ανεξάρτητη» με τον τρόπο που υποστηρίζει ο καταγγέλλων, δηλαδή να διενεργείται από πρόσωπα άλλα από εκείνα που έλαβαν την αρχική απόφαση. Ωστόσο, οι αρχές της χρηστής διοίκησης περιλαμβάνουν το δικαίωμα προσφυγής κατά αποφάσεων που θίγουν τα δικαιώματα ή τα συμφέροντα ιδιώτη [12]. Ο προαναφερθείς οδηγός γενικών διαγωνισμών, ο οποίος αποτελούσε αναπόσπαστο μέρος της προκήρυξης του διαγωνισμού EPSO/AD/182/10, προέβλεπε τόσο τις επανεξετάσεις όσο και τις προσφυγές. Από τη διάταξη που αφορά τις επανεξετάσεις προκύπτει σαφώς ότι αυτές έπρεπε να διενεργούνται από την ίδια την εξεταστική επιτροπή [13]. Ωστόσο, οι αιτήσεις αναιρέσεως έπρεπε να εξεταστούν από άλλα όργανα, όπως ο διευθυντής της EPSO και το Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης [14]. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής δεν διαπιστώνει παραβίαση των αρχών της χρηστής διοίκησης εν προκειμένω.
Ο εργασιακός βίος επηρεάζεται αρνητικά από την κακή διαχείριση των διαδικασιών
59. Με βάση τα ανωτέρω συμπεράσματα, η Διαμεσολαβήτρια δεν θεωρεί ότι η EPSO διαχειρίστηκε ανεπαρκώς τον εν λόγω διαγωνισμό, όπως υποστηρίζει ο καταγγέλλων. Εάν ο καταγγέλλων θεωρεί ότι έτυχε αντιεπαγγελματικής ή απαράδεκτης μεταχείρισης από την Επιτροπή, θα πρέπει να θέσει το ζήτημα αυτό υπόψη της Επιτροπής. Εάν δεν λάβει ικανοποιητική απάντηση, θα μπορούσε να εξετάσει το ενδεχόμενο υποβολής καταγγελίας στον Διαμεσολαβητή κατά της Επιτροπής.
Συμπέρασμα
60. Βάσει των ανωτέρω, ο Διαμεσολαβητής δεν διαπιστώνει κακοδιοίκηση σε σχέση με την αξιολόγηση της επαγγελματικής πείρας του καταγγέλλοντος στο πλαίσιο του γενικού διαγωνισμού EPSO/AD/182/10.
Β. Επί της αξιώσεως
61. Ο ενδιαφερόμενος ισχυρίστηκε ότι η EPSO θα έπρεπε είτε να τον δεχθεί στον διαγωνισμό είτε να ακυρώσει ολόκληρη τη διαδικασία επιλογής.
62. Δεδομένου ότι ο Διαμεσολαβητής δεν διαπίστωσε κακοδιοίκηση όσον αφορά τον ισχυρισμό, ο ισχυρισμός του καταγγέλλοντος πρέπει να απορριφθεί.
Γ. Συμπεράσματα
Με βάση την έρευνά του σχετικά με την εν λόγω καταγγελία, ο Διαμεσολαβητής την περατώνει με το ακόλουθο συμπέρασμα:
Δεν υπήρξε περίπτωση κακοδιοίκησης από την EPSO.
Ο καταγγέλλων και η EPSO θα ενημερωθούν για την απόφαση αυτή.
Π. Νικηφόρος Διαμαντούρος
Στρασβούργο, 16 Φεβρουαρίου 2012
[1] Διατίθεται στη διεύθυνση: www.ombudsman.europa.eu/cases/decision.faces/en/10526/html.bookmark
[2] Απόφαση της 12ης Μαρτίου 2008, δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί στη Συλλογή.
[3] Απόφαση της 30ής Απριλίου 2008, δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί στη Συλλογή.
[4] ΕΕ 2010, C 184A, σ. 1.
[5] Υπόθεση T-100/04 Giannini κατά Επιτροπής, όπ.π., σκέψη 223.
[6] Προαναφερθείσα υπόθεση F-16/07, Dragoman κατά Επιτροπής, σκέψεις 43-44.
[7] Σημείο 3 του παραρτήματος 3 της προκήρυξης του διαγωνισμού EPSO/AD/180-181-182/10.
[8] Σημείο IV.1 της ανακοίνωσης.
[9] Σημείο IV.3 της ανακοίνωσης.
[10] Όσον αφορά το επιχείρημα του καταγγέλλοντος ότι αυτός ο όρος επιλεξιμότητας ερμηνεύθηκε αυστηρά στην περίπτωσή του επειδή, κατά τη γνώμη της προς τον Διαμεσολαβητή, η EPSO έγραψε ότι η εξεταστική επιτροπή διαπίστωσε ότι η πείρα του στην εταιρεία x δεν είχε αποκτηθεί στο πλαίσιο οικονομικής ανάλυσης, ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει ότι η απόφαση σχετικά με την επιλεξιμότητα ελήφθη από την εξεταστική επιτροπή και όχι από την EPSO και ότι, στην αλληλογραφία της με τον καταγγέλλοντα, η εξεταστική επιτροπή αναφέρθηκε στην πείρα που σχετίζεται με την οικονομική ανάλυση, όπως ορίζεται στην ανακοίνωση.
[11] Βλέπε, για παράδειγμα, τις υποθέσεις T-19/03 Κωνσταντοπούλου κατά Δικαστηρίου, Συλλογή Υπ.Υπ. 2004, σ. I-A-25 και II-107, σκέψη 43, T-277/02 Pascall κατά Συμβουλίου, Συλλογή Υπ.Υπ. 2004, σ. I-A-137 και II-621, σκέψη 57 και T-74/91 Rocco Tancredi κατά Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, Συλλογή 1992, σ. II-1645, σκέψη 19.
[12] Άρθρο 19 του Ευρωπαϊκού Κώδικα Ορθής Διοικητικής Συμπεριφοράς, διαθέσιμο στη διεύθυνση: www.ombudsman.europa.eu/resources/code.faces
[13] Σημείο 6.2 του οδηγού για τους γενικούς διαγωνισμούς.
[14] Σημείο 6.3 του οδηγού για τους γενικούς διαγωνισμούς.