Θέλετε να υποβάλετε αναφορά κατά ενός θεσμικού οργάνου ή οργανισμού της ΕΕ;
- EL Ελληνικά
Οι αυτόματες μεταφράσεις μπορεί να περιέχουν σφάλματα που δυνητικά μειώνουν τη σαφήνεια και την ακρίβεια· ο Διαμεσολαβητής δεν φέρει καμία ευθύνη για τυχόν αποκλίσεις. Για πιο αξιόπιστες πληροφορίες και μεγαλύτερη νομική ασφάλεια, ανατρέξτε στην πρωτότυπη έκδοση που αγγλικά περιέχεται στον ανωτέρω σύνδεσμο.
Για περισσότερες πληροφορίες συμβουλευτείτε τη γλωσσική και μεταφραστική πολιτική μας.
Απόφαση του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή με την οποία περατώνεται η έρευνά του σχετικά με την καταγγελία 1480/2011/MHZ κατά της Ευρωπαϊκής Επιτροπής
Απόφαση
Υπόθεση 1480/2011/MHZ - Εκκίνηση έρευνας στις Τετάρτη | 31 Αυγούστου 2011 - Απόφαση στις Πέμπτη | 09 Φεβρουαρίου 2012 - Εμπλεκόμενο θεσμικό όργανο Ευρωπαϊκή Επιτροπή ( Επικριτική παρατήρηση )
Το ιστορικό της καταγγελίας
1. Η καταγγελία αφορά το χρονικό διάστημα που χρειάστηκε η Ευρωπαϊκή Επιτροπή για να αξιολογήσει τη θέση των πολωνικών αρχών σε μια υπόθεση παράβασης.
2. Ο καταγγέλλων πληροφορήθηκε ότι η Επιτροπή κίνησε διαδικασία επί παραβάσει κατά της Πολωνίας σχετικά με εμπόδια στην ταξινόμηση οχημάτων με δεξιά οδήγηση στην Πολωνία. Σύμφωνα με την πολωνική νομοθεσία, τα καινούργια και μεταχειρισμένα οχήματα με δεξιά οδήγηση δεν μπορούν να ταξινομηθούν στην Πολωνία.
3. Η Επιτροπή έκρινε ότι οι εν λόγω περιορισμοί ταξινόμησης συνιστούν δυσανάλογο εμπόδιο στην εισαγωγή οχημάτων με δεξιά οδήγηση στην Πολωνία. Όσον αφορά τα μεταχειρισμένα οχήματα, τα εμπόδια στην ταξινόμησή τους παραβιάζουν το άρθρο 34 της ΣΛΕΕ και, όσον αφορά τα νέα οχήματα, τα εμπόδια αυτά αντιβαίνουν στην οδηγία 70/311 ΕΟΚ του Συμβουλίου για την προσέγγιση των νομοθεσιών των κρατών μελών σχετικά με το σύστημα διεύθυνσης των μηχανοκίνητων οχημάτων και των ρυμουλκουμένων τους [1] και στην οδηγία 2007/46/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 5ης Σεπτεμβρίου 2007, για τη θέσπιση πλαισίου για την έγκριση των μηχανοκίνητων οχημάτων και των ρυμουλκουμένων τους, και των συστημάτων, κατασκευαστικών στοιχείων και χωριστών τεχνικών μονάδων που προορίζονται για τα οχήματα αυτά [2].
4. Την 1η Οκτωβρίου 2010, η Επιτροπή απέστειλε αιτιολογημένη γνώμη στις πολωνικές αρχές ζητώντας τους να ευθυγραμμίσουν τη νομοθεσία τους με το δίκαιο της ΕΕ. Οι πολωνικές αρχές απάντησαν στην αιτιολογημένη γνώμη της Επιτροπής στις 2 Δεκεμβρίου 2010, δηλαδή εντός της δίμηνης προθεσμίας που όρισε η Επιτροπή.
5. Τον Ιούνιο του 2011, ο καταγγέλλων υπέβαλε καταγγελία στην Επιτροπή με επιστολή και ηλεκτρονικό μήνυμα σχετικά με την επίμαχη πολωνική νομοθεσία.
6. Στις 5 Ιουλίου 2011, η Επιτροπή τον ενημέρωσε ότι αξιολογούσε την απάντηση των πολωνικών αρχών στην αιτιολογημένη γνώμη της 2ας Δεκεμβρίου 2010. Δήλωσε επίσης ότι θα τηρεί ενήμερο τον καταγγέλλοντα για κάθε εξέλιξη του φακέλου. Μία εβδομάδα αργότερα, ο ενδιαφερόμενος απευθύνθηκε στον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή.
7. Στις 15 Ιουλίου 2011, η Επιτροπή διαβίβασε στον καταγγέλλοντα σύνοψη των επιχειρημάτων που προέβαλαν οι πολωνικές αρχές προς υποστήριξη των περιορισμών στην καταχώριση. Την ίδια ημέρα, απάντησε στην Επιτροπή προβάλλοντας αντεπιχειρήματα κατά της θέσεως των πολωνικών αρχών.
Επί του αντικειμένου της έρευνας
8. Στην καταγγελία του, ο καταγγέλλων υπέβαλε έναν ισχυρισμό και έναν ισχυρισμό. Ο Διαμεσολαβητής κίνησε έρευνα σχετικά με τον ισχυρισμό του καταγγέλλοντος, αλλά όχι σχετικά με τον ισχυρισμό του, για τους λόγους που εκτίθενται στην επόμενη παράγραφο. Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι η Επιτροπή δεν αξιολόγησε εντός εύλογου χρονικού διαστήματος την απάντηση των πολωνικών αρχών στην αιτιολογημένη γνώμη της Επιτροπής σχετικά με την εν λόγω διαδικασία επί παραβάσει.
9. Όσον αφορά τον ισχυρισμό του καταγγέλλοντος ότι η Επιτροπή θα πρέπει να κινήσει αμέσως διαδικασία κατά της Πολωνίας ενώπιον του Δικαστηρίου, ο Διαμεσολαβητής εξήγησε στον καταγγέλλοντα ότι δεν μπορούσε να εξετάσει τον ισχυρισμό του για δύο λόγους. Πρώτον, μέχρις ότου η Επιτροπή αξιολογήσει την απάντηση ενός κράτους μέλους σε αιτιολογημένη γνώμη, δεν είναι σε θέση να αποφασίσει αν θα προσφύγει ή όχι στο Δικαστήριο. Δεύτερον, υπό το πρίσμα της σχετικής νομολογίας, ένας ιδιώτης δεν μπορεί να ζητήσει από την Επιτροπή να ασκήσει προσφυγή ενώπιον του Δικαστηρίου κατά κράτους μέλους [3].
10. Αφού η Επιτροπή δήλωσε στη γνώμη της ότι, στις 28 Σεπτεμβρίου 2011, είχε αποφασίσει να ασκήσει προσφυγή για την εν λόγω παράβαση ενώπιον του Δικαστηρίου, ο καταγγέλλων υπέβαλε εκ νέου το αρχικό αίτημά του, με ορισμένες τροποποιήσεις. Ισχυρίστηκε, κατ’ ουσίαν, ότι η Επιτροπή αποφάσισε να καθυστερήσει την άσκηση προσφυγής ενώπιον του Δικαστηρίου και ότι δεν έπρεπε να υποστεί περαιτέρω καθυστερήσεις. Υποστήριξε συναφώς ότι η Γραμματεία του Δικαστηρίου τον πληροφόρησε στις 13 Δεκεμβρίου 2011 ότι, μέχρι τότε, δεν εκκρεμούσε ενώπιον του Δικαστηρίου καμία υπόθεση κατά της Πολωνίας σχετικά με την ταξινόμηση οχημάτων με δεξιά οδήγηση.
11. Ωστόσο, ο Διαμεσολαβητής δεν θα συμπεριλάβει αυτόν τον τροποποιημένο ισχυρισμό στην έρευνα. Ο Διαμεσολαβητής δεν μπορεί να αποκλείσει ότι η Επιτροπή θα μπορούσε να προβάλει βάσιμους λόγους για τους οποίους δεν υπέβαλε την υπόθεση παράβασης στο Δικαστήριο έως τις 13 Δεκεμβρίου 2011. Ωστόσο, ο Διαμεσολαβητής θα ήταν σε θέση να αξιολογήσει τους λόγους αυτούς στο πλαίσιο της παρούσας έρευνας μόνο εάν ο καταγγέλλων είχε προηγουμένως απευθυνθεί στην Επιτροπή σχετικά με το θέμα αυτό [4]. Ο καταγγέλλων δεν το έπραξε και, ως εκ τούτου, ο ισχυρισμός του είναι απαράδεκτος, λόγω έλλειψης προηγούμενων διοικητικών προσεγγίσεων προς την Επιτροπή.
Η έρευνα
12. Στις 31 Αυγούστου 2011, ο Διαμεσολαβητής ζήτησε τη γνώμη της Επιτροπής σχετικά με την καταγγελία. Στις 25 Νοεμβρίου 2011, η Επιτροπή υπέβαλε τη γνώμη της, η οποία διαβιβάστηκε στον καταγγέλλοντα για υποβολή παρατηρήσεων. Υπέβαλε τις παρατηρήσεις του στις 5 Δεκεμβρίου 2011 και τις ολοκλήρωσε στις 13 Δεκεμβρίου 2011.
Ανάλυση και συμπεράσματα του Διαμεσολαβητή
Προκαταρκτικές παρατηρήσεις
13. Ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει ότι η καταγγελία αναφέρεται στην εικαζόμενη μη συμμόρφωση των πολωνικών αρχών με τη νομοθεσία της ΕΕ για την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων (άρθρο 34 της ΣΛΕΕ) και με τις οδηγίες 70/311/ΕΟΚ και 2007/46/ΕΚ [5]. Στο πλαίσιο αυτό, ο Διαμεσολαβητής υπενθυμίζει ότι, σύμφωνα με το άρθρο 228 της ΣΛΕΕ, ο Ευρωπαίος Διαμεσολαβητής έχει την εξουσία να λαμβάνει και να εξετάζει καταγγελίες για κακοδιοίκηση στο πλαίσιο των δραστηριοτήτων των θεσμικών και λοιπών οργάνων και οργανισμών της ΕΕ. Ως εκ τούτου, καμία ενέργεια οποιασδήποτε άλλης αρχής ή προσώπου δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο καταγγελίας στον Διαμεσολαβητή.
14. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής δεν είναι αρμόδιος να εξετάζει το βάσιμο της ενωσιακής ή της εθνικής νομοθεσίας και το κατά πόσον οι εθνικές αρχές εφάρμοσαν ορθά το εθνικό ή το ευρωπαϊκό δίκαιο. Για τους ανωτέρω λόγους, στην έρευνά του σχετικά με την παρούσα καταγγελία, ο Διαμεσολαβητής θα ασχοληθεί αποκλειστικά με το ζήτημα της πιθανής κακοδιοίκησης εκ μέρους της Επιτροπής.
15. Ο Διαμεσολαβητής θεωρεί χρήσιμο, στο σημείο αυτό, να υπενθυμίσει την εντολή του, δεδομένης της απροσδόκητης δήλωσης της Επιτροπής στη γνωμοδότηση [6] ότι θα πρέπει να θεωρήσει την καταγγελία απαράδεκτη λόγω της προσφυγής της ενώπιον του Δικαστηρίου. Ελπίζει ότι είναι πλέον σαφές στην Επιτροπή ότι ο έλεγχος του Διαμεσολαβητή αφορά αποκλειστικά τη συμπεριφορά της Επιτροπής στο πλαίσιο της προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασίας, ενώ ο έλεγχος του Δικαστηρίου αφορά την παράβαση του κράτους μέλους.
Α. Ισχυρισμός περί αδικαιολόγητου χρονικού διαστήματος για την αξιολόγηση της απάντησης των πολωνικών αρχών στην αιτιολογημένη γνώμη
Επιχειρήματα που υποβλήθηκαν στον Διαμεσολαβητή
16. Στην καταγγελία του, ο καταγγέλλων επισήμανε ότι, τον Ιούλιο του 2011, η Επιτροπή τον ενημέρωσε ότι βρισκόταν στη διαδικασία ανάλυσης της απάντησης των πολωνικών αρχών στην αιτιολογημένη γνώμη που του είχε αποσταλεί επτά μήνες νωρίτερα, δηλαδή τον Δεκέμβριο του 2010. Ως εκ τούτου, υποστήριξε ότι η προθεσμία των επτά μηνών που απαιτούσε η Επιτροπή για να εξετάσει την απάντηση των πολωνικών αρχών στην αιτιολογημένη γνώμη ήταν υπερβολική.
17. Στη γνώμη της, η Επιτροπή αποσαφήνισε πρώτα τα σχετικά πραγματικά περιστατικά. Διευκρίνισε ότι εξέταζε συνολικά 16 καταγγελίες σχετικά με εμπόδια στην ταξινόμηση των οχημάτων με δεξιά οδήγηση στην Πολωνία. Η πρώτη, η οποία πρωτοκολλήθηκε τον Αύγουστο του 2008, οδήγησε στην κίνηση της διαδικασίας επί παραβάσει 2008/4700. Η καταγγελία του καταγγέλλοντος του Ιουνίου 2011 ήταν η τελευταία από τις 16 καταγγελίες. Την 1η Οκτωβρίου 2010, στο πλαίσιο της διαδικασίας επί παραβάσει 2008/4700, η Επιτροπή απέστειλε αιτιολογημένη γνώμη στις πολωνικές αρχές. Η απάντησή τους ελήφθη στις 2 Δεκεμβρίου 2010. Στις 17 Δεκεμβρίου 2010, η απάντηση μεταφράστηκε και στη συνέχεια άρχισαν οι εσωτερικές διαβουλεύσεις.
18. Παράλληλα, η Επιτροπή χειριζόταν παρόμοια υπόθεση κατά της Λιθουανίας (με αριθμό αναφοράς 2009/4229). Η Επιτροπή απέστειλε επίσης αιτιολογημένη γνώμη στις λιθουανικές αρχές, οι οποίες απάντησαν στις 19 Ιανουαρίου 2011. Οι λιθουανικές αρχές προέβαλαν τα ίδια επιχειρήματα οδικής ασφάλειας με τις πολωνικές αρχές. Επιπλέον, ζήτησαν συνάντηση με την Επιτροπή για να συζητήσουν την υπόθεση. «Για λόγους συνέπειας και ίσης μεταχείρισης των κρατών μελών», η Επιτροπή αποφάσισε να «αναμείνει το αποτέλεσμα της συνεδρίασης», κατά την οποία οι λιθουανικές αρχές αναμενόταν να προτείνουν ή να αποδεχθούν εναλλακτική λύση αντί της απαγόρευσης καταχώρισης. Η συνεδρίαση πραγματοποιήθηκε στις 17 Μαρτίου 2011. Η Επιτροπή πρότεινε διάφορες επιλογές σε μια προσπάθεια επίτευξης ισορροπημένης και αναλογικής λύσης, αλλά «δεν ελήφθη απάντηση».
19. Στις 27 Απριλίου 2011, η αρμόδια υπηρεσία της Επιτροπής συνέταξε λεπτομερές σημείωμα στο οποίο αναλύονται όλα τα επιχειρήματα που προέβαλαν οι πολωνικές αρχές. Στη συνέχεια, το σχέδιο σημειώματος διανεμήθηκε για εσωτερικές διαβουλεύσεις στις συναφείς υπηρεσίες με σκοπό την «ενίσχυση των επιχειρημάτων».
20. Στις 27 Ιουλίου 2011, οι υπηρεσίες της Επιτροπής συμφώνησαν με την «προτεινόμενη» παραπομπή στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Στις 28 Σεπτεμβρίου 2011, η Επιτροπή αποφάσισε να παραπέμψει την υπόθεση στο Δικαστήριο.
21. Δεύτερον, η Επιτροπή έκρινε ότι θα ήταν αδύνατο να αξιολογήσει την απάντηση των πολωνικών αρχών στην αιτιολογημένη γνώμη της Επιτροπής πιο έγκαιρα χωρίς να υπονομευθεί η ποιότητα της αξιολόγησης και, ως εκ τούτου, να υπονομευθεί το αποτέλεσμα της διαδικασίας επί παραβάσει. Τα περίπλοκα νομικά ζητήματα που εγείρονται στην υπόθεση απαιτούν εκτενή νομική ανάλυση. Επιπλέον, το ζήτημα ήταν εξαιρετικά τεχνικό. Υπήρξε επίσης ανάγκη να διασφαλιστεί η συνοχή της προσέγγισης που υιοθετήθηκε σε σχέση με τα νέα οχήματα (όσον αφορά την υφιστάμενη εναρμονισμένη νομοθεσία) και τα οχήματα που είχαν ταξινομηθεί προηγουμένως (όσον αφορά την απουσία εναρμονισμένης νομοθεσίας). Τέλος, η Επιτροπή έπρεπε να λάβει υπόψη στην ανάλυσή της το ευρύ περιθώριο διακριτικής ευχέρειας που διαθέτουν τα κράτη μέλη κατά τον καθορισμό του επιπέδου οδικής ασφάλειας και τη δυνατότητά τους να δικαιολογούν περιορισμούς στην ταξινόμηση.
22. Τρίτον, η Επιτροπή έκρινε ότι φρόντισε να ενημερώσει εγκαίρως τον καταγγέλλοντα σχετικά με τις εξελίξεις στη διαδικασία επί παραβάσει.
23. Τέλος, η Επιτροπή παρέπεμψε στη νομολογία του Δικαστηρίου, σύμφωνα με την οποία οι κανόνες του άρθρου 258 της ΣΛΕΕ πρέπει να εφαρμόζονται «χωρίς τη συνακόλουθη υποχρέωση της Επιτροπής να ενεργήσει εντός συγκεκριμένης προθεσμίας, εκτός εάν η υπερβολική διάρκεια της προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασίας που προβλέπεται στο άρθρο [258] είναι ικανή να καταστήσει δυσχερέστερη για το οικείο κράτος μέλος την αντίκρουση των επιχειρημάτων της Επιτροπής και, ως εκ τούτου, να προσβάλει τα δικαιώματα άμυνας» [7]. Αυτό δεν συνέβη. Επιπλέον, παρατήρησε ότι «ο χρόνος που δαπανά η Επιτροπή κατά τη διάρκεια της εν λόγω προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασίας θα πρέπει να επιτρέπει στο οικείο κράτος μέλος να εναρμονίσει τη νομοθεσία του με τη νομοθεσία της ΕΕ».
24. Στις παρατηρήσεις του σχετικά με την απάντηση της Επιτροπής, ο καταγγέλλων υποστήριξε ότι η αιτιολόγηση της Επιτροπής δεν ήταν σαφής. Διερωτάται γιατί υπήρξε καθυστέρηση (αν και μικρή) λόγω της ανάγκης μετάφρασης της απάντησης των πολωνικών αρχών, όταν η Επιτροπή έχει σαφώς υπαλλήλους που κατανοούν τα πολωνικά. Ο καταγγέλλων διερωτήθηκε επίσης γιατί η Επιτροπή συνέταξε το σημείωμα που περιέχει την ανάλυσή της σχετικά με την απάντηση των πολωνικών αρχών μόλις στις 27 Απριλίου 2011. Κατά την άποψη του καταγγέλλοντος, κάθε καθυστέρηση που προκλήθηκε στην πολωνική υπόθεση λόγω της προοπτικής επίλυσης της λιθουανικής υπόθεσης είναι άδικη για τους καταγγέλλοντες στην Πολωνία. Ακόμη και αν η λιθουανική κυβέρνηση χρησιμοποίησε τα ίδια επιχειρήματα με την πολωνική, υπήρχε κάθε λόγος να προχωρήσει γρήγορα η νομική ανάλυση προκειμένου να προετοιμαστεί για την αναμενόμενη συνεδρίαση της 17ης Μαρτίου.
25. Ο καταγγέλλων θεώρησε ότι, υπό τις περιστάσεις της παρούσας παράβασης, η παρατήρηση της Επιτροπής ότι ο χρόνος που δαπανά για την προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασία θα πρέπει να επιτρέπει στο κράτος μέλος να ευθυγραμμίσει την εθνική του νομοθεσία με εκείνη της ΕΕ είναι «πιο ανησυχητική». Επεσήμανε σχετικά ότι η απάντηση των πολωνικών αρχών ήταν, συνοπτικά, ότι η Πολωνία θα ήταν έτοιμη να τροποποιήσει την αμφισβητούμενη νομοθεσία της μόλις οι οδικές υποδομές της θα ισοδυναμούσαν με εκείνες της Δυτικής Ευρώπης [8]. Αυτό θα μπορούσε λογικά να πάρει «δεκαετίες ή γενιές». Ως εκ τούτου, η παρατήρηση της Επιτροπής θα μπορούσε να αποδείξει ότι δεν διάβασε προσεκτικά την απάντηση των πολωνικών αρχών ή τουλάχιστον ότι δεν θεωρεί την έρευνα του Διαμεσολαβητή ως ευκαιρία για πραγματική επανεξέταση.
26. Ο καταγγέλλων εξέφρασε αμφιβολίες ως προς το κατά πόσον τα σχετικά νομικά ζητήματα ήταν αρκετά περίπλοκα ώστε να δικαιολογήσουν τους αρκετούς μήνες που χρειάστηκε η Επιτροπή για να αξιολογήσει την απάντηση των πολωνικών αρχών. Επισημαίνει ότι η Επιτροπή χρειάζεται όλους αυτούς τους μήνες για να αξιολογήσει μια απάντηση την οποία η πολωνική κυβέρνηση έχει στη διάθεσή της μόνο δύο μήνες για να συντάξει. Τα περισσότερα από τα επιχειρήματα που περιέχονται στην απάντηση ήταν γνωστά στην Επιτροπή από τις προηγούμενες επαφές της με τις πολωνικές αρχές, όταν η Επιτροπή είχε ήδη αναπτύξει σημαντικά αντεπιχειρήματα. Η εν λόγω παράβαση αφορά τομέα του δικαίου της ΕΕ με τον οποίο η νομική υπηρεσία της Επιτροπής είναι πολύ εξοικειωμένη. Η ικανότητά της να αντιμετωπίζει γρήγορα τα προβλήματα στον τομέα αυτό θα πρέπει να είναι πολύ μεγαλύτερη από εκείνη οποιουδήποτε κράτους μέλους ή οποιουδήποτε δικηγορικού γραφείου.
27. Τέλος, ο καταγγέλλων διερωτήθηκε σε ποιες εν εξελίξει «δικαστικές διαδικασίες» αναφερόταν η Επιτροπή στο τέλος της γνωμοδότησής της της 25ης Νοεμβρίου 2011 εάν, μέχρι την υποβολή των παρατηρήσεών του, δηλαδή στις 5 Δεκεμβρίου 2011, η Επιτροπή δεν είχε ασκήσει προσφυγή σχετικά με την εν λόγω παράβαση ενώπιον του Δικαστηρίου.
Η αξιολόγηση του Διαμεσολαβητή
28. Όπως ορθώς επισήμανε η Επιτροπή, το Δικαστήριο δεν αναφέρθηκε σε καμία προθεσμία εντός της οποίας η Επιτροπή οφείλει να ενεργήσει βάσει του άρθρου 258 ΣΛΕΕ. Επιπλέον, έχει κρίνει επανειλημμένα ότι η διαδικασία βάσει του άρθρου 258 της ΣΛΕΕ είναι παραδεκτή, ακόμη και αν η Επιτροπή χρειάζεται αρκετά χρόνια για να προσφύγει στο δικαστήριο μετά την έκδοση αιτιολογημένης γνώμης [9]. Ως εκ τούτου, η Επιτροπή δικαιολογημένα δηλώνει ότι διαθέτει κάποια [10] διακριτική ευχέρεια ως προς το πότε κινεί νομικές διαδικασίες σύμφωνα με το άρθρο 258 της ΣΛΕΕ. Ωστόσο, δεν μπορεί να επικαλεστεί τη διακριτική της ευχέρεια για να δικαιολογήσει τη διοικητική της αδυναμία να ενεργήσει [11].
29. Στο ίδιο πλαίσιο, δεν υπάρχει ρητή ή καθορισμένη εκ του νόμου προθεσμία εντός της οποίας η Επιτροπή πρέπει να εξετάσει τις απαντήσεις των κρατών μελών στις αιτιολογημένες γνώμες της Επιτροπής στο διοικητικό στάδιο της διαδικασίας επί παραβάσει. Η ανακοίνωση της Επιτροπής του 2002 προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και τον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή σχετικά με τις σχέσεις με τον καταγγέλλοντα όσον αφορά τις παραβάσεις του κοινοτικού δικαίου [12] σιωπά ως προς το θέμα αυτό. Η ανακοίνωση ορίζει απλώς ότι «κατά γενικό κανόνα, οι υπηρεσίες της Επιτροπής διερευνούν τις καταγγελίες με σκοπό να καταλήξουν σε απόφαση για την έκδοση προειδοποιητικής επιστολής ή για την περάτωση της υπόθεσης το αργότερο εντός ενός έτους από την ημερομηνία καταχώρισης της καταγγελίας από τη Γενική Γραμματεία».
30. Παρά το γεγονός ότι η Επιτροπή έχει τη διακριτική ευχέρεια να αξιολογήσει πόσο χρόνο μπορεί να χρειαστεί για να αξιολογήσει την απάντηση του κράτους μέλους στην αιτιολογημένη γνώμη του και να αποφασίσει για το επόμενο βήμα, η άσκηση αυτής της διακριτικής ευχέρειας υπόκειται, ωστόσο, στις αρχές της χρηστής διοίκησης. Μία από τις αρχές αυτές, η οποία κατοχυρώνεται στον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ, είναι ότι τα θεσμικά και λοιπά όργανα και οι οργανισμοί της ΕΕ πρέπει να ενεργούν εντός εύλογου χρονικού διαστήματος [13].
31. Ως εκ τούτου, η Επιτροπή θα πρέπει να ολοκληρώσει την αξιολόγηση της απάντησης του οικείου κράτους μέλους στην αιτιολογημένη γνώμη εντός εύλογου χρονικού διαστήματος, δηλαδή, όπως το όρισε το Δικαστήριο, χρονικού διαστήματος το οποίο δεν είναι προδήλως παράλογο υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης [14].
32. Εναλλακτικά, η Επιτροπή θα μπορούσε να αποδείξει i) γιατί, αντικειμενικά, χρειαζόταν περισσότερο χρόνο για την αξιολόγησή της και τον τρόπο με τον οποίο διενεργήθηκε η αξιολόγηση αυτή ή ii) ότι έπρεπε να λάβει περαιτέρω μέτρα προκειμένου να αποσαφηνίσει ή να ολοκληρώσει την αξιολόγησή της, για παράδειγμα, θέτοντας περαιτέρω ερωτήματα στο οικείο κράτος μέλος.
33. Εν ολίγοις, οι αρχές της χρηστής διοίκησης απαιτούν από την Επιτροπή να εξηγεί στους πολίτες τους λόγους για το χρονοδιάγραμμα του επακόλουθου σταδίου της διαδικασίας επί παραβάσει πριν από την άσκηση της προσφυγής. Μολονότι οι πολίτες δεν είναι και δεν μπορούν να θεωρηθούν διάδικοι σε διαδικασία επί παραβάσει, ακόμη και αν η διαδικασία κινήθηκε κατόπιν καταγγελιών τους στην Επιτροπή, η τελική έκβαση της διαδικασίας παρουσιάζει ενδιαφέρον για τους πολίτες που υπέβαλαν καταγγελία. Το ίδιο ισχύει και όσον αφορά τον χρόνο που χρειάζεται η Επιτροπή για να ασκήσει αποτελεσματικά προσφυγή ενώπιον του Δικαστηρίου. Πράγματι, σε περίπτωση ευδοκίμησης της προσφυγής της Επιτροπής κατά του κράτους μέλους, οι πολίτες θα μπορούσαν να επικαλεστούν τη σχετική απόφαση του Δικαστηρίου ενώπιον των αρμόδιων εθνικών δικαστηρίων προκειμένου να διεκδικήσουν τα δικαιώματά τους. Ως εκ τούτου, τυχόν αδικαιολόγητες υπερβολικές καθυστερήσεις στις ενέργειες της Επιτροπής που οδηγούν στην ορθή μεταφορά του δικαίου της ΕΕ από τα κράτη μέλη μπορούν τελικά να επηρεάσουν τα δικαιώματα των πολιτών σε εθνικό επίπεδο.
34. Η Διαμεσολαβήτρια επισημαίνει ότι η διοικητική διαδικασία αξιολόγησης της απάντησης σε αιτιολογημένη γνώμη, η οποία συνεπάγεται εσωτερικές διαβουλεύσεις εντός της Επιτροπής, ολοκληρώνεται όταν οι υπηρεσίες υποβάλουν την πρότασή τους για το επόμενο βήμα. Στην παρούσα υπόθεση, αυτό συνέβη στις 27 Ιουλίου 2011, ημερομηνία κατά την οποία οι υπηρεσίες της Επιτροπής συμφώνησαν με την «προτεινόμενη» παραπομπή στο Δικαστήριο της ΕΕ. Δεδομένου ότι η Επιτροπή έλαβε την απάντηση των πολωνικών αρχών στην αιτιολογημένη γνώμη τον Δεκέμβριο του 2010, προφανώς χρειάστηκε περισσότερους από επτά μήνες για να την αξιολογήσει. Κατά την άποψη του Διαμεσολαβητή, επτά μήνες για την ανάλυση της απάντησης στην αιτιολογημένη γνώμη υπό τις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης δεν ήταν εύλογο χρονικό διάστημα.
35. Πρώτον, όπως ορθώς επισήμανε η καταγγέλλουσα, βάσει προηγούμενων επαφών μεταξύ της ίδιας και των πολωνικών αρχών, η Επιτροπή θα μπορούσε να έχει μια μάλλον σαφή ιδέα του τι να αναμένει από την απάντηση. Δεύτερον, και πάλι όπως δήλωσε ο καταγγέλλων, η νομική υπηρεσία της Επιτροπής είναι πολύ εξοικειωμένη με αυτόν τον τομέα και, ως εκ τούτου, θα ήταν εύλογο να αναμένεται ότι η ανάλυσή της θα διεξαχθεί γρήγορα και θα είναι πολύ πειστική. Τελικά, από τη σύνοψη της απάντησης των πολωνικών αρχών, την οποία η Επιτροπή απέστειλε στον καταγγέλλοντα και την οποία ο τελευταίος διαβίβασε στον Διαμεσολαβητή, προκύπτει ότι η απάντηση περιείχε κυρίως επιχειρήματα σχετικά με την ασφάλεια στο πολωνικό οδικό δίκτυο και όχι νομικά επιχειρήματα. Η Επιτροπή διαθέτει μακρά πείρα στις συναλλαγές με τα κράτη μέλη, οι οποίες δικαιολογούν τους περιορισμούς που επιβάλλουν στις θεμελιώδεις ελευθερίες που εγγυάται η Συνθήκη επικαλούμενη επιτακτικούς λόγους δημόσιου συμφέροντος, όπως ζητήματα οδικής ασφάλειας [15].
36. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής δεν αντιλαμβάνεται τους λόγους για τους οποίους η Επιτροπή δεν θα μπορούσε να έχει ολοκληρώσει την αξιολόγησή της σχετικά με την απάντηση των πολωνικών αρχών (ή, τουλάχιστον, μια προκαταρκτική απάντηση) πριν από τη συνάντηση με τις λιθουανικές αρχές. Ωστόσο, ο Διαμεσολαβητής αντιλαμβάνεται ότι ενδέχεται να ήταν αναγκαίο να αναβληθούν τα τελικά συμπεράσματα της αξιολόγησης της απάντησης των πολωνικών αρχών έως ότου πραγματοποιηθεί η συνάντησή του με τις λιθουανικές αρχές, η οποία αφορούσε το ίδιο είδος παράβασης. Όπως ορθώς επισήμανε η Επιτροπή, έπρεπε να αντιδρά με συνέπεια στην ίδια παράβαση σε δύο κράτη μέλη και να διασφαλίζει την ίση μεταχείριση.
37. Ωστόσο, η Επιτροπή δεν εξήγησε στη γνώμη της γιατί, μετά τη συνάντηση με τις λιθουανικές αρχές της 18ης Μαρτίου 2011, εξακολουθούσε να χρειάζεται περίπου τέσσερις μήνες για να ολοκληρώσει την αξιολόγηση της απάντησης των πολωνικών αρχών [16]. Στο πλαίσιο αυτό, η Διαμεσολαβήτρια επισημαίνει ότι, σύμφωνα με την Επιτροπή, οι εσωτερικές διαβουλεύσεις της σχετικά με την εν λόγω απάντηση άρχισαν ήδη από τον Δεκέμβριο του 2010. Εάν τα επιχειρήματα των λιθουανικών αρχών ήταν κατ' ουσίαν τα ίδια με εκείνα των πολωνικών αρχών, δεν είναι σαφές γιατί ο δεύτερος γύρος εσωτερικών διαβουλεύσεων, ο οποίος προφανώς ξεκίνησε μετά τη συνάντηση με τις λιθουανικές αρχές, διήρκεσε από τον Απρίλιο έως τον Ιούλιο του 2011. Η Επιτροπή δεν ανέφερε ότι υπήρξαν επαφές με τις πολωνικές αρχές κατά τη διάρκεια αυτής της χρονικής περιόδου.
38. Τέλος, ο Διαμεσολαβητής κατανοεί το αίσθημα ανησυχίας του καταγγέλλοντος (που αναφέρεται στην παράγραφο 25 ανωτέρω) στη δήλωση της Επιτροπής ότι «ο χρόνος που αφιέρωσε η Επιτροπή κατά τη διάρκεια της εν λόγω προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασίας θα πρέπει να επιτρέπει στο οικείο κράτος μέλος να ευθυγραμμίσει τη νομοθεσία του με τη νομοθεσία της ΕΕ.» Η δήλωση αυτή θα μπορούσε πράγματι να θεωρηθεί ακατάλληλη, λαμβανομένης υπόψη της κατηγορηματικής δήλωσης των πολωνικών αρχών ότι θα σταματήσουν την εν λόγω παράβαση όταν οι πολωνικές οδικές υποδομές « φθάσουν στο επίπεδο άλλων κρατών μελών της ΕΕ», δηλαδή σε απροσδιόριστο χρονικό διάστημα στο μέλλον. Ωστόσο, ο Διαμεσολαβητής πιστεύει ότι, με τη δήλωση αυτή, η Επιτροπή θέλησε μάλλον να δηλώσει ότι, καθ’ όλη τη διάρκεια της προ της ασκήσεως της προσφυγής διαδικασίας, το οικείο κράτος μέλος εξακολουθεί να έχει την ευκαιρία να θέσει τέλος στην παράβαση και ότι, κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, η Επιτροπή είναι έτοιμη να βοηθήσει το κράτος μέλος να διορθώσει τη θέση του.
39. Υπό το πρίσμα των ανωτέρω, η Διαμεσολαβήτρια θεωρεί ότι η Επιτροπή δεν αιτιολόγησε με σαφή και πειστικό τρόπο τους λόγους για τους οποίους χρειάστηκε επτά μήνες για να αξιολογήσει την απάντηση των πολωνικών αρχών. Πρόκειται για περίπτωση κακοδιοίκησης.
40. Δεδομένου ότι η έρευνα δεν περιλάμβανε κανένα ισχυρισμό, ο Διαμεσολαβητής δεν θεωρεί σκόπιμο να ζητήσει από την Επιτροπή πρόσθετες εξηγήσεις. Ως εκ τούτου, περατώνει την υπόθεση με μια επικριτική παρατήρηση κατωτέρω.
Γ. Συμπεράσματα
Με βάση την έρευνά του σχετικά με την εν λόγω καταγγελία, ο Διαμεσολαβητής την περατώνει με την ακόλουθη επικριτική παρατήρηση:
Η Επιτροπή δεν αιτιολόγησε με σαφή και πειστικό τρόπο τους λόγους για τους οποίους χρειάστηκε επτά μήνες για να αξιολογήσει την απάντηση των πολωνικών αρχών στην αιτιολογημένη γνώμη της.
Ο καταγγέλλων και η Επιτροπή θα ενημερωθούν για την απόφαση αυτή.
Π. Νικηφόρος Διαμαντούρος
Στρασβούργο, 9 Φεβρουαρίου 2012
[1] ΕΕ ειδική έκδοση στην αγγλική γλώσσα: Σειρά I, κεφάλαιο 1970(II), σ. 375.
[2] ΕΕ 2007, L 263, σ. 1.
[3] Υποθέσεις C-371/89 Emrich κατά Επιτροπής [1990] Συλλογή I-1555· C-87/89 Sonito κατά Επιτροπής [1990] Συλλογή I-1981· T-201/96, Smanor κ.λπ. κατά Επιτροπής, Συλλογή 1997, σ. II-1081· και T-196/08, Srinivasan κατά Διαμεσολαβητή, διάταξη της 3ης Νοεμβρίου 2008, μη δημοσιευθείσα στην Επίσημη Εφημερίδα, σκέψη 16.
[4] Το άρθρο 2 παράγραφος 4 του Καταστατικού του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή ορίζει ότι της καταγγελίας «προηγούνται τα κατάλληλα διοικητικά διαβήματα προς τα ενδιαφερόμενα θεσμικά όργανα και οργανισμούς».
[5] Βλ. υποσημειώσεις 1 και 2 ανωτέρω.
[6] Η Επιτροπή ολοκλήρωσε τη γνωμοδότησή της δηλώνοντας ότι «[ε]ν πάση περιπτώσει, και δεδομένου ότι τα καταγγελλόμενα γεγονότα αποτελούν αντικείμενο νομικών διαδικασιών, η Επιτροπή θεωρεί ότι ο Διαμεσολαβητής θα πρέπει να θεωρήσει την καταγγελία απαράδεκτη».
[7] Υποθέσεις C-96/89, Επιτροπή κατά Κάτω Χωρών, Συλλογή 1991, σ. I-2461, σκέψεις 15 και 16, και C-207/97, Επιτροπή κατά Βελγίου, Συλλογή 1999, σ. I-275, σκέψη 25.
[8] Ο καταγγέλλων υπέβαλε, μαζί με τις παρατηρήσεις του, αντίγραφο της περίληψης της απάντησης των πολωνικών αρχών, την οποία του απέστειλε η Επιτροπή. Το τρίτο εδάφιο της απαντήσεως αυτής, με τίτλο «Ιδιαιτερότητα της πολωνικής υποδομής», περιλαμβάνει τις ακόλουθες δηλώσεις: «Σύμφωνα με τις πολωνικές αρχές, ο τύπος και η κατάσταση των οδικών δικτύων έχουν σημαντικό αντίκτυπο στην οδική ασφάλεια. Οι δρόμοι πολλαπλών λωρίδων κυκλοφορίας …, ιδίως οι αυτοκινητόδρομοι, είναι αναμφισβήτητα οι ασφαλέστεροι. Σε δρόμους όπως αυτοί που εκτελούν πολλούς ελιγμούς με οχήματα που δεν είναι προσαρμοσμένα στη δεξιά κυκλοφορία, το … δεν αποτελεί τόσο μεγάλη απειλή. Ωστόσο, στην Πολωνία κυριαρχούν οι μονόδρομοι …. Η διαμετακόμιση … και η τοπική κυκλοφορία δεν διαχωρίζονται. Επί του παρόντος στην Πολωνία οι αυτοκινητόδρομοι αντιπροσωπεύουν μόνο το 0,2% περίπου του συνόλου των δημόσιων οδών. Οι πολωνικές αρχές της … διαβεβαιώνουν ότι στο μέλλον, όταν η ευημερία της πολωνικής κοινωνίας φθάσει το επίπεδο άλλων κρατών μελών της ΕΕ και, ως εκ τούτου, ο αριθμός των εισαγόμενων μεταχειρισμένων οχημάτων μειωθεί σημαντικά και δεν έχει πλέον μαζικό χαρακτήρα, και επιπλέον όταν η κατάσταση των οδικών υποδομών παρέχει υψηλό επίπεδο ασφάλειας ως αποτέλεσμα της ανάπτυξης και του εκσυγχρονισμού τους, θα είναι έτοιμες να καταργήσουν τους εν λόγω περιορισμούς που αφορούν την ταξινόμηση οχημάτων προσαρμοσμένων στην αριστερή κυκλοφορία.»
[9] Υποθέσεις C-317/92, Επιτροπή κατά Γερμανίας, Συλλογή 1994, σ. I-2039, σκέψεις 2 και 4, και C-333/99, Επιτροπή κατά Γαλλίας, Συλλογή 2001, σ. I-1025.
[10] Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Alber στην υπόθεση C-358/97 Επιτροπή κατά Ιρλανδίας [2000] Συλλογή I-6301, σκέψη 83: «Δεδομένου ότι, δυνάμει του [άρθρου 258 ΣΛΕΕ], η Επιτροπή υποχρεούται να κινεί διαδικασίες για κάθε παράβαση των υποχρεώσεων που απορρέουν από τη Συνθήκη και των οποίων λαμβάνει γνώση, έχει θεμελιώδες καθήκον να κινεί διαδικασίες. Ωστόσο, διαθέτει ορισμένη διακριτική ευχέρεια, ιδίως όσον αφορά τον χρόνο και τον τρόπο εφαρμογής των διαφόρων σταδίων της διαδικασίας βάσει του άρθρου [258 ΣΛΕΕ] … Δεν υπάρχει γενική ανώτατη προθεσμία για την άσκηση προσφυγής ενώπιον του Δικαστηρίου. Ως εκ τούτου, εναπόκειται στην Επιτροπή να κρίνει, κατά τη λήξη της ταχθείσας προθεσμίας, πότε πρέπει να ασκήσει προσφυγή κατόπιν της αιτιολογημένης γνώμης …»
[11] Στην προαναφερθείσα γνωμοδότηση, η τελευταία πρόταση της παραγράφου 83 έχει ως εξής: «Ωστόσο, σε ακραίες περιπτώσεις, όταν η Επιτροπή αναμένει πολύ καιρό πριν ασκήσει προσφυγή και δεν λαμβάνει άλλα μέτρα κατά του κράτους μέλους, δεν μπορεί να αποκλειστεί εντελώς η ενδεχόμενη ένσταση απώλειας του δικαιώματος προσφυγής και προσβολής του παραδεκτού της προσφυγής. Ωστόσο, η νομολογία του Δικαστηρίου τείνει να απορρίψει την ιδέα ότι το δικαίωμα προσφυγής της Επιτροπής μπορεί να εκπέσει»(η υπογράμμιση δική μου).
[12] ΕΕ 2002, C 244, σ. 5.
[13] Το άρθρο 41 του Χάρτη, με τίτλο «Δικαίωμα χρηστής διοίκησης», ορίζει τα εξής: "1. Κάθε πρόσωπο έχει δικαίωμα στην αμερόληπτη, δίκαιη και εντός ευλόγου προθεσμίας εξέταση των υποθέσεών του από τα θεσμικά και λοιπά όργανα και τους οργανισμούς της Ένωσης …».
[14] Υπόθεση T-394/03 Angeletti κατά Επιτροπής, Συλλογή Υπ.Υπ. 2006, σ. I-A-2-95 και II-A-2-441, σκέψη 61.
[15] Βλ., για παράδειγμα, υπόθεση C-246/00 Επιτροπή κατά Κάτω Χωρών [2003] Συλλογή I-7485.
[16] Στο ηλεκτρονικό μήνυμά της προς τον καταγγέλλοντα, με ημερομηνία 5 Ιουλίου 2011, η Επιτροπή τον ενημέρωσε πράγματι ότι «εξακολουθούσε να αξιολογεί» την απάντηση των πολωνικών αρχών.