# Απόφαση του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή σχετικά με την έρευνά του επί των καταγγελιών 2986/2008/MF και 2987/2008/MF κατά του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου
- Φωτογράφος: Ευρωπαίος Διαμεσολαβητής
- Hμερομηνία : 2011-10-06T00:01+02:00[Europe/Paris]
- [URL](https://www.ombudsman.europa.eu/el/decision/el/10893)
---
> Την 1η Μαΐου 2004, ο κανονισμός υπηρεσιακής κατάστασης των υπαλλήλων της ΕΕ εισήγαγε μια νέα διάρθρωση σταδιοδρομιών και νέες μισθολογικές κλίμακες. Οι μεταβατικές διατάξεις περιελάμβαναν έναν \<\<συντελεστή πολλαπλασιασμού\>\> (MF) για τον καθορισμό του ποσοστού της νέας μισθολογικής κλίμακας που έπρεπε να καταβάλλεται σε κάθε υπάλληλο που προσλαμβανόταν πριν από την 1η Μαΐου 2004. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο αποφάσισε ότι το ΠΔΠ για τους υπαλλήλους του θα αυξηθεί αυτόματα σε ένα, δύο έτη μετά την πρώτη προαγωγή τους στο πλαίσιο του νέου συστήματος. Αυτή η πρακτική του Κοινοβουλίου διέφερε από την πρακτική όλων των άλλων θεσμικών οργάνων της ΕΕ. Ως εκ τούτου, το Κοινοβούλιο παρείχε, σε ορισμένες περιπτώσεις, σαφές και σημαντικό οικονομικό πλεονέκτημα στους υπαλλήλους του έναντι των υπαλλήλων που εργάζονται για άλλα θεσμικά όργανα της ΕΕ.
>
> Στις καταγγελίες τους προς τον Διαμεσολαβητή, οι καταγγέλλοντες ισχυρίστηκαν ότι η ανωτέρω πρακτική του Κοινοβουλίου ήταν ασυμβίβαστη με το άρθρο 7 του παραρτήματος XIII του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης, διότι ήταν αυτόματη και, ως εκ τούτου, αυθαίρετη.
>
> Ο Διαμεσολαβητής συμφώνησε με τον ισχυρισμό των καταγγελλόντων. Έκανε ένα σχέδιο σύστασης για την αλλαγή αυτής της πρακτικής, το οποίο το Κοινοβούλιο απέρριψε λέγοντας ότι η ερμηνεία του δεν είχε επικριθεί από καμία απόφαση δικαστηρίου.
>
> Στη συνέχεια, ο Διαμεσολαβητής κάλεσε το Κοινοβούλιο να λάβει υπόψη την ερμηνεία του άρθρου 7 του παραρτήματος XIII του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης από το Γενικό Δικαστήριο στην απόφασή του της 2ας Ιουλίου 2010 (\<\<υπόθεση*Lafili\>\>).* Στην απάντησή του, το Κοινοβούλιο δήλωσε ότι αποφάσισε να εμμείνει στην αρχική του θέση επί του θέματος επειδή δεν υπήρχαν στοιχεία στην απόφαση που να έρχονται σε αντίθεση με την ερμηνεία της σχετικής διάταξης και επειδή η απόφαση αυτή αφορούσε άλλο θεσμικό όργανο.
>
> Ο Διαμεσολαβητής δεν αποδέχθηκε την εξήγηση αυτή. Έκρινε ότι η εκ μέρους του Γενικού Δικαστηρίου ερμηνεία των σχετικών άρθρων του ΚΥΚ έπρεπε να ληφθεί υπόψη από όλα τα θεσμικά όργανα, ακόμη και αν η απόφαση αυτή δεν τα αφορούσε άμεσα. Διατύπωσε επικριτική παρατήρηση ότι η πρακτική του Κοινοβουλίου παραβιάζει τις σχετικές διατάξεις του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης, όπως ερμηνεύονται από τα δικαστήρια της ΕΕ, και τα άρθρα 4, 5 και 11 του Ευρωπαϊκού Κώδικα Ορθής Διοικητικής Συμπεριφοράς και, ως εκ τούτου, συνιστά σοβαρή περίπτωση κακοδιοίκησης.
>
Το ιστορικό της καταγγελίας
---------------------------
**1.** Την 1η Μαΐου 2004 τέθηκε σε ισχύ ο νέος κανονισμός υπηρεσιακής κατάστασης, με τον οποίο θεσπίστηκε νέα μισθολογική κλίμακα και κλίμακα σταδιοδρομίας για τους υπαλλήλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το παράρτημα XIII του κανονισμού (ΕΚ, Ευρατόμ) αριθ. 723/2004 του Συμβουλίου, της 22ας Μαρτίου 2004[\[1\]](#_ftn1){#_ftnref1} (\<\<παράρτημα XIII του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης\>\>) προέβλεπε μεταβατικά μέτρα για την ευθυγράμμιση των υφιστάμενων βασικών μισθών των υπαλλήλων που προσλήφθηκαν πριν από την 1η Μαΐου 2004 με τη νέα μισθολογική κλίμακα και κλίμακα σταδιοδρομίας.
**2.** Ένα τέτοιο μέτρο είναι το άρθρο 7 του παραρτήματος XIII του ΚΥΚ. Αναφέρει τα εξής:
"Οι*μηνιαίοι βασικοί μισθοί των υπαλλήλων που προσλαμβάνονται πριν από την 1η Μαΐου 2004 καθορίζονται σύμφωνα με τους ακόλουθους κανόνες:*
*1. Η μετονομασία των βαθμών σύμφωνα με το άρθρο 2 παράγραφος 1 του παρόντος παραρτήματος δεν επιφέρει αλλαγές στον βασικό μηνιαίο μισθό που καταβάλλεται σε κάθε υπάλληλο.*
*2. Για κάθε υπάλληλο, υπολογίζεται πολλαπλασιαστικός συντελεστής την 1η Μαΐου 2004. Αυτός ο πολλαπλασιαστικός συντελεστής ισούται με τον λόγο του μηνιαίου βασικού μισθού που καταβλήθηκε σε υπάλληλο πριν από την 1η Μαΐου 2004 προς το εφαρμοστέο ποσό που ορίζεται στο άρθρο 2 παράγραφος 2 του παρόντος παραρτήματος.*
*\[...\] (στα αγγλικά)*
*5. Με την επιφύλαξη της παραγράφου 3, για κάθε υπάλληλο, η πρώτη προαγωγή μετά την 1η Μαΐου 2004 οδηγεί, ανάλογα με την κατηγορία που κατείχε πριν από την 1η Μαΐου 2004 και το κλιμάκιο που κατείχε κατά τον χρόνο έναρξης ισχύος της προαγωγής, σε αύξηση του βασικού μηνιαίου μισθού, η οποία καθορίζεται με βάση τον ακόλουθο πίνακα ...*
*6. Κατά την πρώτη αυτή προαγωγή καθορίζεται νέος συντελεστής πολλαπλασιασμού. Ο εν λόγω πολλαπλασιαστικός συντελεστής ισούται με τον λόγο μεταξύ των νέων βασικών μισθών που προκύπτουν από την εφαρμογή της παραγράφου 5 και του εφαρμοστέου ποσού στο άρθρο 2 παράγραφος 2 του παρόντος παραρτήματος. Με την επιφύλαξη της παραγράφου 7, αυτός ο πολλαπλασιαστικός συντελεστής εφαρμόζεται στον μισθό μετά την προαγωγή κατά κλιμάκιο και την προσαρμογή των αποδοχών.*
*7. Εάν, μετά την προαγωγή, ο συντελεστής πολλαπλασιασμού είναι κατώτερος του 1, ο υπάλληλος παραμένει, κατά παρέκκλιση από το άρθρο 44 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης, στο πρώτο κλιμάκιο του νέου του βαθμού για όσο διάστημα ο συντελεστής πολλαπλασιασμού παραμένει κατώτερος του 1 ή μέχρι την προαγωγή του. Υπολογίζεται νέος πολλαπλασιαστικός συντελεστής για να ληφθεί υπόψη η αξία της προαγωγής κατά κλιμάκιο την οποία θα εδικαιούτο σύμφωνα με το εν λόγω άρθρο.*
*Μόλις ο συντελεστής ανέλθει στο 1, ο υπάλληλος αρχίζει να προοδεύει κατά κλιμάκιο σύμφωνα με το άρθρο 44 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης. Εάν ο συντελεστής πολλαπλασιασμού είναι μεγαλύτερος του ενός, κάθε υπόλοιπο μετατρέπεται σε αρχαιότητα στο στάδιο ...*" (η υπογράμμιση δική μου)
Το άρθρο 44 του νέου ΚΥΚ ορίζει τα εξής:
\<\<Ο*υπάλληλος που έχει διατελέσει επί δύο έτη σε κλιμάκιο του βαθμού του προάγεται αυτοδικαίως στο επόμενο κλιμάκιο του βαθμού αυτού (...)\>\>*
**3.** Μετά την έναρξη ισχύος του νέου κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης, το Κοινοβούλιο αποφάσισε να εισαγάγει μια πρακτική (την \<\<πρακτική\>\>) σύμφωνα με την οποία θα εφαρμόζει την πρώτη πρόταση του άρθρου 7 παράγραφος 7 ανωτέρω με τον ακόλουθο τρόπο: ο συντελεστής πολλαπλασιασμού (\<\<MF\>\>) των υπαλλήλων που προσλήφθηκαν πριν από την 1η Μαΐου 2004 θα αυξηθεί αυτομάτως σε 1, δύο έτη μετά την πρώτη προαγωγή τους βάσει του νέου κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης.
**4.** Οι καταγγέλλοντες είναι αμφότεροι υπάλληλοι του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου βαθμού AD 11. Τέθηκαν σε υπηρεσία πριν από την 1η Μαΐου 2004[\[2\]](#_ftn2){#_ftnref2}. Σύμφωνα με το άρθρο 7 του παραρτήματος XIII, το MF τους υπολογίστηκε μετά την 1η Μαΐου 2004 και ανήλθε σε 0,834. Δεν είχαν ακόμη προαχθεί βάσει του νέου ΚΥΚ και η τελευταία προαγωγή τους έλαβε χώρα την 1η Ιανουαρίου 2004, δηλαδή βάσει του παλαιού ΚΥΚ. Για τον λόγο αυτό, δεν μπόρεσαν να επωφεληθούν από την πρακτική του Κοινοβουλίου. Το MF τους παρέμεινε στο αρχικό ποσό των 0,834 και δεν θα αλλάξει παρά μόνο δύο έτη μετά την επόμενη προαγωγή τους βάσει του νέου κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης.
**5.** Το 2007, οι καταγγέλλοντες συνέκριναν τους μισθούς τους με εκείνους των συναδέλφων τους οι οποίοι αργότερα πέτυχαν τον ίδιο βαθμό και το ίδιο κλιμάκιο μετά τις αντίστοιχες προαγωγές τους το 2005, δηλαδή βάσει του νέου κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης. Σύμφωνα με την πρακτική, το MF των εν λόγω συναδέλφων αυξήθηκε αυτόματα σε 1 και οι μισθοί τους αυξήθηκαν κατά περίπου 300 EUR περισσότερο από τους μισθούς των καταγγελλόντων, των οποίων το MF παρέμεινε σε λιγότερο από 1.
**6.** Οι καταγγέλλοντες αμφισβήτησαν αυτή τη διαφορετική μεταχείριση, η οποία, κατά την άποψή τους, υπήρχε μεταξύ των υπαλλήλων λόγω της ημερομηνίας των αντίστοιχων προαγωγών τους.
**7.** Στις 6 Ιουνίου 2007, αμφότεροι υπέβαλαν αιτήσεις βάσει του άρθρου 90, παράγραφος 1, του ΚΥΚ. Ζήτησαν από την αρμόδια για τους διορισμούς αρχή να αυξήσει το MF που εφαρμόζεται στους μισθούς τους σε 1 με αναδρομική ισχύ.
**8.** Στις 19 Οκτωβρίου 2007, η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή απέρριψε τα αιτήματά τους. Διευκρίνισε ότι η κατάστασή τους ήταν σύμφωνη τόσο με τις διατάξεις του παλαιού ΚΥΚ όσο και με το παράρτημα XIII του νέου ΚΥΚ. Προήχθησαν τον Ιανουάριο του 2004 και εφαρμόστηκε MF στους μισθούς τους σύμφωνα με το άρθρο 7 παράγραφος 2 του παραρτήματος XIII.
**9.** Η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή δήλωσε επίσης ότι δεν παραβίασε την αρχή της ίσης μεταχείρισης, διότι οι καταγγέλλοντες δεν βρίσκονταν σε κατάσταση συγκρίσιμη με εκείνη των συναδέλφων που αναφέρονται στις καταγγελίες τους. Οι ημερομηνίες προαγωγής τους και ο βαθμός τους πριν από την 1η Μαΐου 2004 ήταν διαφορετικές.
**10.** Η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή επισήμανε ότι η πρώτη προαγωγή αποτελούσε το ουσιώδες στάδιο της μεταβάσεως από τον παλαιό στον νέο ΚΥΚ. Μέχρι τη λήξη της μεταβατικής περιόδου, ο υψηλότερος βαθμός δεν σήμαινε κατ' ανάγκη υψηλότερο μισθό. Η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η απόφαση του Κοινοβουλίου βασιζόταν σε αντικειμενικό κριτήριο, το οποίο συνίστατο στον καθορισμό MF 1 το αργότερο δύο έτη μετά την πρώτη προαγωγή υπαλλήλου βάσει του νέου κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης.
**11.** Στις 17 Ιανουαρίου 2008, οι καταγγέλλοντες υπέβαλαν διοικητικές ενστάσεις δυνάμει του άρθρου 90 παράγραφος 2 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης κατά της απόφασης της Γενικής Διεύθυνσης Προσωπικού και Διοίκησης να απορρίψει τα αιτήματά τους για αναδρομική διόρθωση του MF των βασικών μισθών τους. Με έγγραφο της 5ης Ιουνίου 2008, η ΑΔΑ απέρριψε τις ενστάσεις τους για τους ίδιους λόγους με τα αιτήματά τους βάσει του άρθρου 90, παράγραφος 1, του ΚΥΚ.
**12.** Στις 7 Νοεμβρίου 2008, οι καταγγέλλοντες απευθύνθηκαν στον Διαμεσολαβητή.
Επί του αντικειμένου της έρευνας
--------------------------------
**13.** Στις καταγγελίες τους προς τον Διαμεσολαβητή, οι καταγγέλλοντες ισχυρίστηκαν ότι η πρακτική του Κοινοβουλίου ήταν ασυμβίβαστη με το άρθρο 7 του παραρτήματος XIII του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης.
**14.** Στις αντίστοιχες καταγγελίες τους, αμφότεροι οι καταγγέλλοντες ισχυρίστηκαν ότι θα πρέπει να τύχουν της ίδιας μεταχείρισης με εκείνους που, ως αποτέλεσμα της πρακτικής, έλαβαν MF ίσο με 1. Ωστόσο, ο Διαμεσολαβητής αποφάσισε να μην συμπεριλάβει αυτόν τον ισχυρισμό στην έρευνά του. Υπό το πρίσμα του ισχυρισμού τους, θεώρησε ότι ο ισχυρισμός των καταγγελλόντων δεν μπορούσε να γίνει δεκτός. Υποθέτοντας ότι η έρευνά του θα κατέληγε στο συμπέρασμα ότι η απόφαση του Κοινοβουλίου σχετικά με το MF ήταν αντίθετη προς τον νόμο και, ως εκ τούτου, συνιστούσε περίπτωση κακοδιοίκησης, ο Διαμεσολαβητής δεν θα ήταν σε θέση να ζητήσει από το Κοινοβούλιο να εφαρμόσει ένα τέτοιο MF στους καταγγέλλοντες με αναδρομική ισχύ.
Η έρευνα
--------
**15.** Στις 20 Ιανουαρίου 2009, ο Διαμεσολαβητής κίνησε έρευνα σχετικά με τον ισχυρισμό των καταγγελλόντων. Ζητεί από το Κοινοβούλιο να του διαβιβάσει την επίσημη απόφαση του Προεδρείου του σχετικά με το θέμα αυτό και να εξηγήσει τη νομική βάση της Πρακτικής.
**16.** Την 1η Ιουλίου 2009, το Κοινοβούλιο διατύπωσε τη γνώμη του. Ο Διαμεσολαβητής το διαβίβασε στους καταγγέλλοντες με πρόσκληση υποβολής παρατηρήσεων, την οποία απέστειλαν στις 13 Αυγούστου 2009.
**17.** Στις 11 Μαΐου 2010, σύμφωνα με το άρθρο 3 παράγραφος 6 του καταστατικού του, ο Διαμεσολαβητής υπέβαλε σχέδιο σύστασης στο Κοινοβούλιο.
**18.** Με επιστολή της 30ής Σεπτεμβρίου 2010, το Κοινοβούλιο απάντησε στο σχέδιο σύστασης του Διαμεσολαβητή. Αντίγραφο της επιστολής αυτής διαβιβάστηκε στους καταγγέλλοντες. Με επιστολή της 21ης Νοεμβρίου 2010, οι καταγγέλλοντες διαβίβασαν τις κοινές παρατηρήσεις τους.
**19.** Με επιστολή της 4ης Φεβρουαρίου 2011, ο Διαμεσολαβητής ζήτησε περαιτέρω πληροφορίες από το Κοινοβούλιο. Στις 11 Απριλίου 2011, το Κοινοβούλιο απέστειλε την απάντησή του, η οποία διαβιβάστηκε στους καταγγέλλοντες, καλώντας τους να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους. Η επιστολή που περιέχει τις κοινές παρατηρήσεις τους παρελήφθη από τον Διαμεσολαβητή στις 30 Μαΐου 2011.
Ανάλυση και συμπεράσματα του Διαμεσολαβητή
------------------------------------------
### Α. Εικαζόμενη ασυμβατότητα της αποφάσεως του Κοινοβουλίου σχετικά με τον πολλαπλασιαστικό συντελεστή με το άρθρο 7 του παραρτήματος XIII του ΚΥΚ
#### Επιχειρήματα που υποβλήθηκαν στον Διαμεσολαβητή
**20.** Οι καταγγέλλοντες ισχυρίστηκαν ότι η πρακτική του Κοινοβουλίου ήταν ασυμβίβαστη με το άρθρο 7 του παραρτήματος XIII του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης.
**21.** Προς επίρρωση του ισχυρισμού τους, οι καταγγέλλοντες προέβαλαν τα ακόλουθα τρία επιχειρήματα:
θ) Το Κοινοβούλιο εφάρμοσε αυτομάτως, και επομένως αυθαίρετα, MF 1 σε όλους τους υπαλλήλους δύο έτη μετά την πρώτη προαγωγή τους βάσει του νέου κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης.
ii) Το γεγονός αυτό εισήγαγε δυσμενή διάκριση εις βάρος των υπαλλήλων που είχαν προσληφθεί υπό το κράτος του παλαιού ΚΥΚ, ενώ ο λόγος υπάρξεως των μεταβατικών κανόνων του παραρτήματος XIII του ΚΥΚ συνίστατο στην αποφυγή μιας τέτοιας δυσμενούς διακρίσεως.
iii) Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εφάρμοσε το άρθρο 7 του παραρτήματος XIII του ΚΥΚ με διαφορετικό τρόπο. Δεν εφάρμοσε αυτομάτως MF 1 σε όλους τους υπαλλήλους δύο έτη μετά τις αντίστοιχες προαγωγές τους βάσει του νέου κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης. Οι υπάλληλοι οι οποίοι, μετά την προαγωγή τους, εξακολουθούν να έχουν MF μικρότερο του 1, παραμένουν στον ίδιο βαθμό και κλιμάκιο. Στη συνέχεια υπολογίζεται ένα νέο MF. Όταν ένας υπάλληλος προχωρεί κατά κλιμάκιο, εάν το MF του υπερβαίνει το 1, η υπέρβαση αυτή μετατρέπεται σε αρχαιότητα κατά κλιμάκιο.
**22.** Στη γνώμη του επί των ενστάσεων, το Κοινοβούλιο υπενθύμισε ότι το παράρτημα XIII του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης προβλέπει μεταβατικά μέτρα που εφαρμόζονται στους υπαλλήλους των Κοινοτήτων μετά την έναρξη ισχύος του νέου κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης.
**23.** Για τους υπαλλήλους που προσλήφθηκαν πριν από την 1η Μαΐου 2004, το άρθρο 7 του παραρτήματος XIII θέσπισε έναν \<\<σύνθετο*μηχανισμό\>\>* στον οποίο το Ταμείο Συνοχής διαδραμάτισε καίριο ρόλο. Στο πλαίσιο αυτό, η πρώτη προαγωγή βάσει του νέου κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης αποτέλεσε ουσιώδες κλιμάκιο για τη μετάβαση από την παλαιά στη νέα μισθολογική κλίμακα.
**24.** Σύμφωνα με το Κοινοβούλιο, από τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτει ότι οι υπάλληλοι δεν θα εισπράττουν ολόκληρο το ποσό των μισθών τους βάσει της νέας μισθολογικής κλίμακας, εφόσον το MF τους είναι μικρότερο του 1.
**25.** Το Κοινοβούλιο δήλωσε επίσης ότι \<\<ο*κοινοτικός δικαστής υπογράμμισε επίσης πρόσφατα τις δυσκολίες ερμηνείας του άρθρου 7 του παραρτήματος ΧΙΙΙ.* \>\> Αντιμέτωπο με διατάξεις \<\<*οι οποίες είναι τυπικά ασαφείς, καθιστώντας αδύνατη μια αυστηρή και ομοιόμορφη ερμηνεία* \>\>, και επίσης \<\<*έχοντας επίγνωση των ανωμαλιών* \>\> που είναι εγγενείς στην οργάνωση της μετάβασης μεταξύ των δύο μισθολογικών κλιμάκων, το Κοινοβούλιο επινόησε μια προσέγγιση \>\>*με στόχο τη μείωση της περιόδου κατά την οποία ο μηχανισμός που θεσπίζεται με το άρθρο 7 του παραρτήματος ΧΙΙΙ θα δημιουργούσε προβλήματα \>\>.*
**26.** Κατά την άποψη του Διαμεσολαβητή, το Κοινοβούλιο περιέγραψε και αιτιολόγησε την πρακτική του ως εξής.
**27.** Χορήγησε αυτομάτως MF 1 σε όλους τους υπαλλήλους, το αργότερο δύο έτη μετά την πρώτη προαγωγή τους βάσει του νέου κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης. Μετά την πρώτη προαγωγή, υπολογίστηκε ένα νέο MF και, ως εκ τούτου, ένας νέος μισθός σύμφωνα με τους μηχανισμούς του άρθρου 7 του παραρτήματος XIII. Ωστόσο, 24 μήνες μετά την προαγωγή, όταν έπρεπε να υπολογιστούν οι οικονομικές επιπτώσεις μιας αύξησης κατά κλιμάκιο και ενός νέου MF, χορηγήθηκε αυτόματα στον υπάλληλο MF 1 και, στη συνέχεια, λαμβάνει τον πλήρη μισθό βάσει της νέας μισθολογικής κλίμακας για το πρώτο κλιμάκιο του νέου βαθμού του. Επί του παρόντος, το νέο θεωρητικό MF υπολογίζεται με αύξηση του μισθού που εισπράχθηκε μέχρι τότε κατά 4,2 %[\[3\]](#_ftn3){#_ftnref3} και, στη συνέχεια, με καθορισμό της αναλογίας μεταξύ του νέου μισθού που εισπράχθηκε κατ' αυτόν τον τρόπο και του εφαρμοστέου ποσού για το πρώτο κλιμάκιο του αντίστοιχου βαθμού. Εάν το θεωρητικό νέο MF εξακολουθούσε να είναι μικρότερο του ενός, το ποσοστό που έλειπε μετατρεπόταν σε αρχαιότητα και ο υπάλληλος παρέμενε στο πρώτο κλιμάκιο του νέου βαθμού του για τη συμπληρωματική περίοδο που υπολογίστηκε με τον τρόπο αυτό.
**28.** Κατά συνέπεια, η πρώτη προαγωγή ήταν ο μηχανισμός που πυροδότησε τη μετάβαση μεταξύ της παλαιάς και της νέας μισθολογικής κλίμακας και ο χρόνος που χρειάστηκε για τη μετάβαση αυτή θα μπορούσε να είναι διαφορετικός για κάθε άτομο.
**29.** Ωστόσο, κατά την άποψη του Κοινοβουλίου, τα μεταβατικά μέτρα δεν προορίζονταν να είναι μακροχρόνια. Ως εκ τούτου, αποφάσισε να επιδιώξει τον \<\<νόμιμο στόχο\>\> της μείωσης της μεταβατικής περιόδου. Ακόμη και αν αυτή η διοικητική πρακτική ενέτεινε τις μισθολογικές ανισότητες σε μια δεδομένη χρονική περίοδο, η πρώτη προαγωγή στο πλαίσιο του νέου κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης αποτελούσε αντικειμενικό κριτήριο το οποίο όλοι οι υπάλληλοι μπορούν να ελπίζουν ότι θα επιτύχουν σε μια δεδομένη στιγμή της σταδιοδρομίας τους.
**30.** Σύμφωνα με τον νέο Κανονισμό Υπηρεσιακής Κατάστασης, ένας υπάλληλος, όταν επιτύχει MF 1, μπορεί να λάβει υψηλότερο μισθό από εκείνον των συναδέλφων του σε υψηλότερο βαθμό, αλλά με MF κατώτερο του 1. Ομοίως, όταν ορισμένοι συνάδελφοι προχωρούν κατά κλιμάκιο, ενδέχεται να λάβουν περισσότερα από έναν υπάλληλο ο οποίος βρισκόταν ήδη στο ίδιο κλιμάκιο την 1η Μαΐου 2004. Η ισορροπία θα επιτευχθεί με την ολοκλήρωση της μετάβασης.
**31.** Για τον λόγο αυτό, το Κοινοβούλιο τόνισε εκ νέου τον θεμιτό στόχο που επιδιώκει*η πρακτική του, ο οποίος συνίσταται στη μείωση, στο μέτρο του δυνατού, της συνολικής μεταβατικής περιόδου.*" Σύμφωνα με το Κοινοβούλιο, ο νομοθέτης επιθυμεί να είναι συνεπής με τη γενική αρχή στην οποία βασίζεται το παράρτημα XIII του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης, δηλαδή ότι οι μεταβατικές διατάξεις δεν προορίζονται να εφαρμόζονται πέραν ενός εύλογου χρονικού διαστήματος.
**32.** Το Κοινοβούλιο υποστήριξε ότι οι δυσκολίες ερμηνείας του άρθρου 7 του παραρτήματος XIII επισημάνθηκαν από το κοινοτικό δικαστικό σώμα στην \<\<απόφαση*Lafili\>\>* [\[4\].](#_ftn4){#_ftnref4}
**33.** Ως εκ τούτου, το Κοινοβούλιο θεωρεί ότι οι ενέργειές του παραμένουν πιστές στο πνεύμα των εν λόγω μεταβατικών διατάξεων και στην πρόθεση του κοινοτικού νομοθέτη. Ωστόσο, λόγω \<\<της*πολυπλοκότητας του μηχανισμού\>\>* και \<\<της*αδιαφάνειας του νομικού κειμένου\>\>, το* Κοινοβούλιο \<\<αναγκάστηκε να αποφασίσει για τη δική του ερμηνεία προκειμένου να συντομεύσει τη μεταβατική περίοδο\>\>.
**34.** Ο μηχανισμός του άρθρου 7, παράγραφος 7, του παραρτήματος XIII και η πρακτική που απορρέει από την ερμηνεία του άρθρου αυτού ουδόλως επηρέασαν τις προαγωγές που έλαβαν χώρα πριν από την 1η Μαΐου 2004.
**35.** Το Κοινοβούλιο τόνισε ότι οι καταγγέλλοντες είχαν προαχθεί την 1η Ιανουαρίου 2004 και ότι δεν υπήρχε νομική βάση που να τους επιτρέπει να επωφεληθούν από MF 1 μετά τις τελευταίες προαγωγές τους, τον Ιανουάριο του 2004. Εφαρμόστηκε MF στους μισθούς τους, σύμφωνα με το άρθρο 7 παράγραφος 2 του παραρτήματος XIII του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης[\[5\]](#_ftn5){#_ftnref5}. Κατά συνέπεια, το MF τους θα αυξηθεί σε 1 μόνο εντός δύο ετών κατ' ανώτατο όριο μετά την πρώτη προαγωγή τους βάσει του νέου κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης.
**36.** Βάσει αυτών των εκτιμήσεων, η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή, στις απαντήσεις της με ημερομηνία 5 Ιουνίου 2008 στις καταγγελίες των καταγγελλόντων βάσει του άρθρου 90 παράγραφος 2, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η διοικητική τους κατάσταση ήταν σύμφωνη με την αρχή της ίσης μεταχείρισης. Πράγματι, η διοικητική κατάσταση υπαλλήλου που προήχθη πριν από την έναρξη ισχύος του νέου ΚΥΚ δεν ήταν συγκρίσιμη με την κατάσταση υπαλλήλου που προήχθη βάσει του νέου ΚΥΚ. Επομένως, οι προσβαλλόμενες αποφάσεις δεν παραβίασαν την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως.
**37.** Η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή επισήμανε επίσης ότι η απόφαση SCT στην απόφαση *Lafili* (στη σκέψη 85) περιέγραφε σαφώς ότι οι διατάξεις του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης σχετικά με τη νέα διάρθρωση της σταδιοδρομίας και τον βασικό μηνιαίο μισθό εφαρμόζονται σε μελλοντικές καταστάσεις[\[6\].](#_ftn6){#_ftnref6} Επιπλέον, η απόφαση ανέφερε ότι \<\<ήταν*εγγενές στη φύση μιας μεταβατικής διάταξης να συμπεριληφθούν εξαιρέσεις από ορισμένους κανόνες των οποίων η εφαρμογή επηρεάστηκε αναγκαστικά από την αλλαγή του συστήματος\>\>.*
**38.** Στη συνέχεια, το Κοινοβούλιο εξέτασε το αίτημα του Διαμεσολαβητή για αντίγραφο της επίσημης απόφασης του Προεδρείου του σχετικά με το MF. Μετά τις παρατηρήσεις του Ελεγκτικού Συνεδρίου σχετικά με τη δυνατότητα εφαρμογής του πολυετούς δημοσιονομικού πλαισίου, το Προεδρείο ενέκρινε επίσημα την πρακτική μέσω της επίσημης απάντησης που διατύπωσε το Κοινοβούλιο. Το Κοινοβούλιο επισύναψε στη γνώμη του τα ακόλουθα έγγραφα:
θ) Πρακτικά της συνεδρίασης του Προεδρείου της 22ας Σεπτεμβρίου 2009[\[7\].](#_ftn7){#_ftnref7} Η σελίδα 13 των πρακτικών αυτών περιείχε ένα σημείο με τίτλο \<\<Ετήσια*έκθεση του Ελεγκτικού Συνεδρίου -- έγκριση από το Προεδρείο των απαντήσεων του Κοινοβουλίου στις παρατηρήσεις του Ελεγκτικού Συνεδρίου -- Σημείωμα του Γενικού Γραμματέα\>\>·* και
ii) Αντίγραφο αποσπάσματος της Επίσημης Εφημερίδας C-287[\[8\].](#_ftn8){#_ftnref8} Οι σχετικές παρατηρήσεις του Ελεγκτικού Συνεδρίου περιλαμβάνονται στα σημεία 11.7-11.9 (\<\<Ειδική*αξιολόγηση στο πλαίσιο της δήλωσης αξιοπιστίας -- ΠΔΠ που εφαρμόζεται στους μισθούς\>\>)* και οι απαντήσεις του Κοινοβουλίου στις παρατηρήσεις αυτές περιλαμβάνονται στα σημεία 11.7-11.11.
**39.** Στις κοινές παρατηρήσεις τους επί της προαναφερθείσας γνώμης του Κοινοβουλίου, οι καταγγέλλοντες δήλωσαν, συνοπτικά, ότι το ζήτημα δεν ήταν αν οι διατάξεις του Κανονισμού Υπηρεσιακής Κατάστασης ήταν ασυμβίβαστες με την απόφαση του Κοινοβουλίου, αλλά μάλλον το αντίθετο, δεδομένου ότι ο Κανονισμός Υπηρεσιακής Κατάστασης πρέπει πάντα να υπερισχύει των πρακτικών των επιμέρους θεσμικών οργάνων.
**40.** Σκοπός του MF ήταν να διασφαλίσει ότι όλοι οι υπάλληλοι που είχαν προσληφθεί πριν από την 1η Μαΐου 2004 μετατάχθηκαν σταδιακά, με ομαλό και αμερόληπτο τρόπο, από την παλαιά μισθολογική κλίμακα στη νέα. Το Κοινοβούλιο εσκεμμένα και εσκεμμένα ανέτρεψε αυτόν τον σκοπό αποφασίζοντας μονομερώς να επιδιώξει τον \<\<νόμιμο στόχο\>\> της μείωσης της μεταβατικής περιόδου. Ωστόσο, δεν ήταν ποτέ υποχρεωμένη να το πράξει.
**41.** Η \<\<έγκριση\>\>, στην οποία αναφέρθηκε το Κοινοβούλιο στη γνωμοδότησή του όταν μίλησε για την αντίδρασή του στις παρατηρήσεις του Ελεγκτικού Συνεδρίου, θα μπορούσε στην καλύτερη περίπτωση να περιγραφεί ως σιωπηρή και χρονολογούμενη από τις 22 Σεπτεμβρίου 2008. Αυτό συνέβη 21 μήνες αφότου το προσωπικό που προήχθη το 2005 ενημερώθηκε για την απόφαση του γενικού διευθυντή να εισαγάγει την πρακτική. Φαίνεται ότι αυτή η έλλειψη έγκυρης βάσης για την απόφασή του επιδεινώθηκε περαιτέρω από τη μη διαβούλευση με τη Νομική Υπηρεσία. Αυτό συνιστά παράβαση του άρθρου 3 της απόφασης του Προεδρείου της 28ης Ιανουαρίου 2004[\[9\],](#_ftn9){#_ftnref9} το οποίο ορίζει ότι \<\<\[σ\]την*περίπτωση διοικητικών διαδικασιών, η Νομική Υπηρεσία παρέχει συνδρομή σύμφωνα με τους όρους που επισυνάπτονται σε αυτήν\>\>.*
**42.** Τέλος, οι καταγγέλλοντες σημείωσαν τη δήλωση του Κοινοβουλίου ότι ήταν \<\<αναγκασμένο*να αποφασίσει για τη δική του ερμηνεία των περίπλοκων και αδιαφανών διατάξεων του άρθρου 7 προκειμένου να συντομεύσει τη μεταβατική περίοδο\>\>.* Κατά την άποψή τους, ο στόχος αυτός ήταν καθαρά αυτοεπιβαλλόμενος. Το ίδιο το Κοινοβούλιο παραδέχθηκε ότι τα άλλα θεσμικά όργανα, όπως το Ελεγκτικό Συνέδριο ή το Δικαστήριο, ερμήνευσαν διαφορετικά τις διατάξεις του άρθρου 7. Οι καταγγέλλοντες δεν βρήκαν στοιχεία που να αποδεικνύουν ότι τα δικαστήρια αντιμετώπισαν δυσκολίες στην ερμηνεία και την εφαρμογή στην οποία αναφέρθηκε επανειλημμένα το Κοινοβούλιο. Προς επίρρωση των ισχυρισμών τους, οι καταγγέλλοντες υπέβαλαν τις \<\<ειδοποιήσεις προς το προσωπικό\>\> σχετικά με το θέμα, οι οποίες εκδόθηκαν το 2007 από το Ελεγκτικό Συνέδριο[\[10\]](#_ftn10){#_ftnref10} και το Δικαστήριο[\[11\].](#_ftn11){#_ftnref11} Στις ανακοινώσεις αυτές, τόσο το Ελεγκτικό Συνέδριο όσο και το Δικαστήριο ενημέρωσαν το προσωπικό τους σχετικά με τις αντίστοιχες πολιτικές τους όσον αφορά την προαγωγή κατά κλιμάκιο μετά την προαγωγή μετά τη μεταρρύθμιση του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης.
**43.** Οι καταγγέλλοντες διαβίβασαν στον Διαμεσολαβητή αντίγραφο του ψηφίσματος του Κοινοβουλίου της 23ης Απριλίου 2009 που περιείχε παρατηρήσεις οι οποίες αποτελούσαν αναπόσπαστο μέρος της απόφασής του σχετικά με την απαλλαγή όσον αφορά την εκτέλεση του γενικού προϋπολογισμού της ΕΕ για το οικονομικό έτος 2007- τμήμα VI- EECS\>\> (\<\<ψήφισμα*της 23ης Απριλίου 2009\>\>).* Στο σημείο 7 του εν λόγω ψηφίσματος, το Κοινοβούλιο δήλωσε τα εξής: \<\<\[ο\]ι*διατάξεις του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης σχετικά με τον συντελεστή πολλαπλασιασμού θα πρέπει να ερμηνεύονται και να εφαρμόζονται από όλα τα θεσμικά όργανα κατά τον ίδιο τρόπο, προκειμένου να διασφαλίζεται η ίση μεταχείριση του προσωπικού τους· αναμένει την απόφαση του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης επί προσφυγής υπαλλήλου της Επιτροπής και αναμένει από την ΕΟΚΕ να ευθυγραμμίσει την πρακτική της (εν ανάγκη αναδρομικά) με την εν λόγω απόφαση.\>\>*
#### Η αξιολόγηση του Διαμεσολαβητή που οδήγησε σε σχέδιο σύστασης
**44.** Αρχικά, ο Διαμεσολαβητής εξέφρασε την απογοήτευσή του για το γεγονός ότι το Κοινοβούλιο δεν ήταν σε θέση να προσκομίσει καμία επίσημη διοικητική απόφαση που να θεσπίζει μια τόσο σημαντική διοικητική πρακτική όπως η υπό εξέταση. Όπως ορθώς υπογράμμισαν οι καταγγέλλοντες, η απάντηση του Κοινοβουλίου στις παρατηρήσεις του Ελεγκτικού Συνεδρίου δεν μπορεί να συνιστά τέτοια απόφαση με αναδρομική ισχύ.
**45.** Δεύτερον, ο Διαμεσολαβητής επισήμανε ότι, στο σημείο 11.11 των παρατηρήσεών του, το Ελεγκτικό Συνέδριο επισήμανε ότι οι διατάξεις του ΚΥΚ που αφορούν το MF έπρεπε να ερμηνεύονται και να εφαρμόζονται από όλα τα θεσμικά όργανα κατά τον ίδιο τρόπο. Αυτό θα εξασφάλιζε τη \<\<νόμιμη*και κανονική εφαρμογή του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης από όλα τα θεσμικά όργανα, καθιστώντας έτσι δυνατή την ίση μεταχείριση του προσωπικού τους\>\>.* Το Κοινοβούλιο το επανέλαβε ρητά στο ψήφισμά του της 23ης Απριλίου 2009.
**46.** Υπό το πρίσμα των ανωτέρω, ο Διαμεσολαβητής προβληματίστηκε από τη μονομερή απόφαση του Κοινοβουλίου να μην ακολουθήσει τον ανωτέρω στόχο, ενώ γνώριζε ότι άλλα θεσμικά όργανα είχαν διαφορετική πρακτική. Σημείωσε, εν προκειμένω, ότι η Επιτροπή, το Δικαστήριο και το Ελεγκτικό Συνέδριο (και προφανώς όλα τα άλλα θεσμικά όργανα) αποφάσισαν να εφαρμόσουν πλήρως την πρώτη περίοδο του άρθρου 7 παράγραφος 7 του παραρτήματος XIII του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης και να υπολογίσουν ένα MF για κάθε υπάλληλο μετά την αντίστοιχη προαγωγή του μετά την 1η Μαΐου 2004. Ως εκ τούτου, ο υπάλληλος των εν λόγω θεσμικών οργάνων παραμένει στο πρώτο κλιμάκιο του νέου βαθμού του για όσο διάστημα το MF του παραμένει κάτω του 1 ή έως ότου προαχθεί εκ νέου.
**47.** Το Κοινοβούλιο θεωρεί ότι δικαιολογείται η χρήση της δικής του ερμηνείας και της αμφισβητούμενης πρακτικής για δύο λόγους. Πρώτον, λόγω του \<\<σύνθετου\>\> και \<\<αδιαφανούς\>\> χαρακτήρα των διατάξεων του άρθρου 7 του παραρτήματος XIII του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης, οι οποίες, κατά την άποψη του Κοινοβουλίου, επέτρεπαν τη δική του ερμηνεία. Δεύτερον, επειδή η μεταβατική περίοδος θα πρέπει να συντομευθεί.
**48.** Ωστόσο, ο Διαμεσολαβητής δεν θεώρησε πειστικούς τους ανωτέρω λόγους.
**49.** Ο Διαμεσολαβητής σημείωσε ότι, στις παραγράφους 37, 83 και 89 της απόφασης του ΔΔΔ στην υπόθεση *Lafili* , το Δικαστήριο δήλωσε πράγματι ότι η διατύπωση του άρθρου 7 ήταν \<\<αμφίσημη\>\>,\<\<παραπλανητική\>\> και \<\<αμφίσημη\>\>. Προσέθεσε ότι η διατύπωση που χρησιμοποιείται στις παραγράφους 6 και 7 του άρθρου 7 επιτρέπει πράγματι μια ερμηνεία η οποία*\<\<δεν είναι εντελώς γραμματική\>\>,* αλλά πρέπει να εξακολουθεί να είναι σύμφωνη με τον στόχο των σχετικών μεταβατικών διατάξεων[\[12\].](#_ftn12){#_ftnref12}
**50.** Ωστόσο, η ερμηνεία του άρθρου 7 από το Κοινοβούλιο ισοδυναμούσε με αλλαγή του νόμου[\[13\].](#_ftn13){#_ftnref13} Ο Διαμεσολαβητής έκρινε ότι δεν επιτρεπόταν στα διοικητικά όργανα του Κοινοβουλίου να ερμηνεύουν το άρθρο με αυτόν τον τρόπο.
**51.** Ενώ η απόφαση CST στην υπόθεση *Lafili* αφορούσε την ερμηνεία της τελευταίας περιόδου του άρθρου 7, η οποία καλύπτει καταστάσεις στις οποίες το MF θα μπορούσε να υπερβεί το 1 μετά την προαγωγή, η αμφισβητούμενη πρακτική του Κοινοβουλίου αναφερόταν σε καταστάσεις στις οποίες, μετά την προαγωγή, το MF θα εξακολουθούσε να είναι μικρότερο του 1. Οι περιπτώσεις αυτές καλύπτονταν από την πρώτη πρόταση του άρθρου 7 παράγραφος 7 του παραρτήματος XIII, η οποία, κατά την άποψη του Διαμεσολαβητή, ήταν σαφής: "Εάν,*μετά την προαγωγή, ο συντελεστής πολλαπλασιασμού είναι κατώτερος του 1, ο υπάλληλος παραμένει, κατά παρέκκλιση από το άρθρο 44 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης, στο πρώτο κλιμάκιο του νέου του βαθμού για όσο διάστημα ο συντελεστής πολλαπλασιασμού παραμένει κατώτερος του 1 ή μέχρι την προαγωγή του."*
**52.** Σε αντίθεση με την ανωτέρω διάταξη, το Κοινοβούλιο αποφάσισε να εφαρμόσει MF 1 σε όλους δύο έτη μετά την πρώτη προαγωγή τους βάσει του νέου κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης, ακόμη και αν εξακολουθούσαν να έχουν MF μικρότερο του 1. Ο Διαμεσολαβητής επισήμανε, στο πλαίσιο αυτό, ότι το σκεπτικό στο οποίο βασίζεται η διάταξη του άρθρου 7 παράγραφος 7 πρώτη περίοδος φαίνεται μάλλον να είναι ότι η μετάβαση στο νέο σύστημα σταδιοδρομίας και μισθών θα πρέπει να πραγματοποιηθεί σταδιακά και να εφαρμοστεί μεμονωμένα. Το αποτέλεσμα που πέτυχε το Κοινοβούλιο ήταν ακριβώς το αντίθετο.
**53.** Ο Διαμεσολαβητής αντιλήφθηκε ότι απώτερος στόχος του Κοινοβουλίου ήταν η μείωση της μεταβατικής περιόδου όσο το δυνατόν περισσότερο για τον μεγάλο αριθμό των ενδιαφερόμενων υπαλλήλων. Ωστόσο, η Διαμεσολαβήτρια επισήμανε ότι το Κοινοβούλιο δεν είχε εξηγήσει τους λόγους για τους οποίους η μεταβατική περίοδος έπρεπε κατ' ανάγκη να συντομευθεί. Υπενθύμισε ότι, αντιθέτως, από τις προπαρασκευαστικές εργασίες του νέου ΚΥΚ προέκυπτε σαφώς ότι η μεταβατική περίοδος θα εφαρμοζόταν ατομικά σε κάθε υπάλληλο και ότι ορισμένοι από αυτούς ενδέχεται να μην επιτύχουν καν MF 1 κατά τη διάρκεια της σταδιοδρομίας τους.
**54.** Ωστόσο, ακόμη και αν γινόταν δεκτό ότι ο σκοπός αυτός της μειώσεως της μεταβατικής περιόδου ήταν βάσιμος, η προσέγγιση αυτή δεν απέκλειε, όπως προκύπτει από τις υπό κρίση αιτιάσεις, την ενδεχόμενη άνιση μεταχείριση των υπαλλήλων που ανήκουν στην ίδια ομάδα καθηκόντων. Πράγματι, λόγω της ιδιαίτερης ερμηνείας του άρθρου 7, παράγραφος 7, του παραρτήματος XIII του ΚΥΚ από το ίδιο το Κοινοβούλιο, το MF των υπαλλήλων που προήχθησαν βάσει του νέου ΚΥΚ αυξήθηκε αυτομάτως σε 1 δύο έτη μετά την προαγωγή τους. Ως εκ τούτου, οι μισθοί τους αυξήθηκαν σε σχέση με τους υπαλλήλους που προήχθησαν πριν από την 1η Μαΐου 2004 και των οποίων το MF παρέμεινε κάτω του 1.
**55.** το Κοινοβούλιο θα μπορούσε να έχει δίκιο λέγοντας ότι i) οι υπάλληλοι που προήχθησαν πριν από την 1η Μαΐου 2004 και εκείνοι που προήχθησαν μετά την ημερομηνία αυτή δεν βρίσκονταν σε πανομοιότυπες καταστάσεις· και ii) κατά συνέπεια, τα επιχειρήματα των καταγγελλόντων περί διακριτικής μεταχείρισης εν προκειμένω δεν μπορούσαν να γίνουν δεκτά. Ωστόσο, όπως προκύπτει από τις παρούσες αιτιάσεις, η πρακτική του Κοινοβουλίου δημιούργησε πράγματι μια κατάσταση στην οποία οι υπάλληλοι της ίδιας ομάδας καθηκόντων, οι οποίοι προσλήφθηκαν πριν από την έναρξη ισχύος του νέου κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης, υφίσταντο αθέμιτη οικονομική μεταχείριση, ανάλογα με την ημερομηνία των αντίστοιχων προαγωγών τους.
**56.** Ο Διαμεσολαβητής επιθυμεί επίσης να τονίσει ότι η πρακτική του Κοινοβουλίου παρέχει στους υπαλλήλους του σαφές οικονομικό πλεονέκτημα έναντι των υπαλλήλων κάθε άλλου θεσμικού οργάνου. Οι υπάλληλοι του Κοινοβουλίου έλαβαν τον πλήρη μισθό της νέας μισθολογικής κλίμακας δύο έτη μετά την πρώτη προαγωγή τους βάσει του νέου κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης. Υπάλληλοι από τα άλλα θεσμικά όργανα, οι οποίοι προήχθησαν στον ίδιο βαθμό ακριβώς την ίδια ημερομηνία, ενδεχομένως εξακολούθησαν να εφαρμόζουν ΜΕΚ στους μισθούς τους, όπως προβλέπεται στο άρθρο 7 παράγραφος 7 του παραρτήματος XIII του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης. Αυτή η διαφορετική μεταχείριση των υπαλλήλων ήταν ακριβώς αυτό που ήθελε να αποτρέψει το Κοινοβούλιο, ως πολιτικό θεσμικό όργανο, όταν ενέκρινε το ψήφισμά του της 23ης Απριλίου 2009.
**57.** Συνοπτικά, ο Διαμεσολαβητής έκρινε ότι η πρακτική του Κοινοβουλίου:
α) δεν ήταν σύμφωνη με το άρθρο 7, παράγραφος 7, του παραρτήματος XIII του ΚΥΚ η εφαρμογή ΑΕ ίσου προς 1 στους υπαλλήλους της οι οποίοι, δύο έτη μετά την πρώτη προαγωγή τους, εξακολουθούν να έχουν ΑΕ μικρότερο του 1·
β) οδήγησε σε άδικη οικονομική μεταχείριση των υπαλλήλων της, ανάλογα με τις ημερομηνίες των αντίστοιχων προαγωγών τους· και
γ) παρείχε σαφές οικονομικό πλεονέκτημα στους υπαλλήλους της έναντι των υπαλλήλων που εργάζονται για άλλα θεσμικά όργανα της ΕΕ.
Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η πρακτική παραβιάζει τα άρθρα 4, 5 και 11 του Ευρωπαϊκού Κώδικα Ορθής Διοικητικής Συμπεριφοράς[\[14\]](#_ftn14){#_ftnref14} και, ως εκ τούτου, συνιστά περίπτωση κακοδιοίκησης.
**58.** Ο Διαμεσολαβητής σημείωσε επίσης ότι, στην απάντησή του στις παρατηρήσεις του Ελεγκτικού Συνεδρίου, το Κοινοβούλιο υποσχέθηκε ότι ο Γενικός Γραμματέας του θα ορίσει μια διοικητική ομάδα εργασίας επιφορτισμένη με την ενδελεχή εξέταση του θέματος και την πρόταση τυχόν τροποποιήσεων, εάν χρειαστεί.
**59.** Υπό το πρίσμα της ανωτέρω διαπίστωσης κακοδιοίκησης, η Διαμεσολαβήτρια διατύπωσε το ακόλουθο σχέδιο σύστασης:
***\<\<Το Κοινοβούλιο θα πρέπει να εξηγήσει τα μέτρα που προτίθεται να λάβει προκειμένου να συμμορφωθεί με τον κανονισμό υπηρεσιακής κατάστασης και να ευθυγραμμίσει την πρακτική του με εκείνη των άλλων θεσμικών οργάνων.***
***Το Κοινοβούλιο θα πρέπει να εξηγήσει τα συμπεράσματα και τις συστάσεις της ομάδας εργασίας για το θέμα αυτό που δεσμεύτηκε να διορίσει, καθώς και τα επακόλουθα μέτρα που έλαβε η αρμόδια για τους διορισμούς αρχή του.\>\>***
#### Τα επιχειρήματα που παρουσιάστηκαν στον Διαμεσολαβητή μετά το σχέδιο σύστασής του
##### Απάντηση του Κοινοβουλίου στο σχέδιο σύστασης
**60.** Στην αιτιολογημένη γνώμη 1,5 σελίδων, το Κοινοβούλιο επισήμανε ότι, όσον αφορά το πρώτο σημείο του σχεδίου σύστασης, \<\<\[ε\]δώ*δεν υπήρξε απόφαση του δικαστηρίου κατά της ερμηνείας που έδωσε το εν λόγω θεσμικό όργανο* \[Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο\]*στο άρθρο 7 του παραρτήματος VIII, η οποία υποχρεώνει το Κοινοβούλιο να τροποποιήσει την πρακτική του στον τομέα αυτό.* \>\> Επιπλέον, υποστήριξε ότι είχε ήδη εφαρμόσει την πρακτική αυτή από την 1η Μαΐου 2004 στο 90% περίπου του προσωπικού του, \<\<*πολλοί από τους οποίους δεν θα επηρεάζονταν πλέον από τον υπολογισμό \[του* ΠΔΠ\]*σε περίπτωση τροποποίησης της* *τρέχουσας πρακτικής του \[Κοινοβουλίου\]. \>\> Το* Κοινοβούλιο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι, υπό αυτές τις συνθήκες, \<\<*δεν είχε την πρόθεση να τροποποιήσει την πρακτική του όσον αφορά τον πολλαπλασιαστικό συντελεστή*\>\>.
**61.** Όσον αφορά το δεύτερο σημείο του σχεδίου σύστασης, το Κοινοβούλιο υπογράμμισε ότι είχε \<\<συμφωνήσει*με το Ελεγκτικό Συνέδριο να αναβάλει τη σύσταση της εν λόγω ομάδας εργασίας έως ότου το Δικαστήριο αποφανθεί οριστικά επί ορισμένων άλλων υποθέσεων που έχουν υποβληθεί στον τομέα των πολλαπλασιαστικών συντελεστών από μέλη του προσωπικού άλλων θεσμικών οργάνων* . *Ως εκ τούτου, δεν έχει συσταθεί ομάδα εργασίας\>\>.* Το Κοινοβούλιο επισύναψε στην απάντησή του απόσπασμα του παραρτήματος 1 των \<\<Ανακοινώσεων*των θεσμικών οργάνων και οργανισμών της Ευρωπαϊκής Ένωσης - Ελεγκτικό Συνέδριο ... Ετήσιες εκθέσεις για το οικονομικό έτος 2008* "[\[15\]](#_ftn15){#_ftnref15}. Στο τμήμα \<\<Ανάλυση*του Ελεγκτικού Συνεδρίου\>\>,* η απάντηση του Ευρωπαϊκού Ελεγκτικού Συνεδρίου έχει ως εξής: \<\<Το*Ελεγκτικό Συνέδριο θα παρακολουθεί τη συνέχεια που δίδεται στην απόφαση του Δικαστηρίου\>\>.* Στο τμήμα \<\<Απάντηση*του θεσμικού οργάνου\>\>,* η απάντηση του Κοινοβουλίου έχει ως εξής: \<\<Το*Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο συμμερίζεται πλήρως την επιφυλακτική προσέγγιση όπως ορίζεται από το Ελεγκτικό Συνέδριο και θα συνεχίσει να εξετάζει την ουσία του θέματος\>\>.*
**62.** Το Κοινοβούλιο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι, για τους ανωτέρω λόγους και με βάση την τρέχουσα κατάσταση, δεν κρίθηκε σκόπιμο να εφαρμοστεί το σχέδιο σύστασης του Διαμεσολαβητή όπως προτάθηκε.
##### Περαιτέρω παρατηρήσεις των καταγγελλόντων
**63.** Στις κοινές παρατηρήσεις τους, οι καταγγέλλοντες δήλωσαν ότι απογοητεύτηκαν από την άρνηση του Κοινοβουλίου να παραδεχθεί ότι η πρακτική του ήταν απαράδεκτη.
##### Περαιτέρω έρευνες του Διαμεσολαβητή προς το Κοινοβούλιο
**64.** Ο Διαμεσολαβητής σημείωσε ότι, στην αιτιολογημένη γνώμη του της 30ής Σεπτεμβρίου 2010, το Κοινοβούλιο δήλωσε ότι \<\<εκκρεμούν*υποθέσεις ενώπιον του Δικαστηρίου που το εμποδίζουν να λάβει θέση επί της ουσίας του σχεδίου σύστασης\>\>.* Προσθέτει ότι έλαβε υπόψη τη δήλωση του Κοινοβουλίου που πιθανώς αναφέρεται στην αίτηση αναιρέσεως κατά της απόφασης του Δικαστηρίου Δημόσιας Διοίκησης στην υπόθεση *Lafili* και επισημαίνει ότι το Γενικό Δικαστήριο είχε ήδη εκδώσει την απόφασή του επί της αιτήσεως αναιρέσεως στις 2 Ιουλίου 2010 (υπόθεση T-485/08 P[\[16\]](#_ftn16){#_ftnref16}).
**65.** Αφού εξέτασε προσεκτικά την απάντηση του Κοινοβουλίου στο σχέδιο σύστασής του και προτού αποφασίσει για το τελικό στάδιο της έρευνας, ο Διαμεσολαβητής κάλεσε το Κοινοβούλιο να λάβει υπόψη την ερμηνεία των σχετικών διατάξεων του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης από το Γενικό Δικαστήριο στην απόφασή του της 2ας Ιουλίου 2010. Ο Διαμεσολαβητής επέστησε την προσοχή του Κοινοβουλίου ιδίως στη συνολική ερμηνεία του άρθρου 7 του παραρτήματος XIII του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης από το Ελεγκτικό Συνέδριο στις σκέψεις 90 και επόμενες και στις σκέψεις 130 έως 133 της απόφασής του. Ζήτησε από το Κοινοβούλιο να του παράσχει την εκτίμησή του σχετικά με τις επιπτώσεις αυτής της ερμηνείας στην πρακτική του Κοινοβουλίου.
##### Απάντηση του Κοινοβουλίου στις περαιτέρω έρευνες
**66.** Στην απάντησή του, το Κοινοβούλιο δήλωσε ότι, μετά από ενδελεχή εξέταση της απόφασης, και ιδίως της ερμηνείας του άρθρου 7 του παραρτήματος XIII από το Γενικό Δικαστήριο, αποφάσισε να εμμείνει στην αρχική του θέση επί του θέματος.
**67.** Το Κοινοβούλιο θεωρεί ότι η ουσία της αρχικής προσφυγής που ασκήθηκε στην υπόθεση T-485/08 P διαφέρει από το αντικείμενο των προαναφερθεισών καταγγελιών και, ως εκ τούτου, η απόφαση του Δικαστηρίου στην παρούσα υπόθεση δεν θα πρέπει να επηρεάσει το κύρος της ερμηνείας του άρθρου 7 του παραρτήματος XIII από το Κοινοβούλιο. Η προσφυγή που άσκησε ο Α. *Λαφίλη* αφορούσε περίπτωση κατά την οποία ο συντελεστής πολλαπλασιασμού που εφαρμοζόταν στον μισθό υπαλλήλου που προήχθη στον βαθμό AD 13 ήταν υψηλότερος του 1. Η κατάσταση των υπαλλήλων στις προαναφερθείσες καταγγελίες ήταν αντίθετη, καθώς οι συντελεστές πολλαπλασιασμού που εφαρμόστηκαν στους μισθούς τους ήταν χαμηλότεροι από 1 μετά την πρώτη προαγωγή τους. Επιπλέον, η απόφαση επί της αρχικής προσφυγής του κ. *Λαφίλη* επικεντρώθηκε στην εκ μέρους του Δικαστηρίου ερμηνεία του άρθρου 7, παράγραφος 7, τελευταία περίοδος, του παραρτήματος XIII και όχι στην εκ μέρους του ερμηνεία του άρθρου 7 στο σύνολό του.
**68.** Για τους λόγους αυτούς, το Κοινοβούλιο ενέμεινε στην άποψή του ότι δεν υπάρχει απόφαση του Δικαστηρίου που να αντιβαίνει στην ερμηνεία του άρθρου 7 του παραρτήματος XIII και να το υποχρεώνει να τροποποιήσει την πρακτική του.
**69.** Το Κοινοβούλιο αναγνώρισε τα επιχειρήματα που προέβαλε το Γενικό Δικαστήριο σχετικά με το άρθρο 7 του παραρτήματος XIII, αλλά \<\<δεν*θεώρησε ότι δεσμεύεται από την απόφαση\>\>.* Το Κοινοβούλιο υποστήριξε ότι η υπόθεση T-485/08 P αφορούσε διαφορά μεταξύ υπαλλήλου και της Επιτροπής και ότι \<\<η*απόφαση αφορά μόνο την Επιτροπή και όχι άλλα θεσμικά όργανα που δεν συμμετείχαν στην παρούσα διαδικασία\>\>.*
##### Περαιτέρω παρατηρήσεις των καταγγελλόντων
**70.** Στις κοινές παρατηρήσεις τους, οι καταγγέλλοντες επανέλαβαν την άποψή τους ότι ήταν πράγματι απογοητευμένοι από την προσέγγιση του Κοινοβουλίου.
**71.** Η ετήσια έκθεση του Ελεγκτικού Συνεδρίου που δημοσιεύθηκε στις 9 Νοεμβρίου 2010 για το οικονομικό έτος 2009[\[17\]](#_ftn17){#_ftnref17} ανέφερε εκ νέου την πρακτική του Κοινοβουλίου. Το Κοινοβούλιο απάντησε εκ νέου στο Ελεγκτικό Συνέδριο, όπως είχε δηλώσει στην έκθεση του προηγούμενου έτους, ότι αναμένει \<\<τις*τελικές αποφάσεις του Δικαστηρίου\>\>* [\[18\].](#_ftn18){#_ftnref18} Ωστόσο, η αναιρετική απόφαση στην υπόθεση T-485/08 P εκδόθηκε περισσότερο από δύο μήνες πριν το Ελεγκτικό Συνέδριο εγκρίνει την ετήσια έκθεση κατά τη συνεδρίασή του της 9ης Σεπτεμβρίου 2010.
**72.** Μολονότι έλαβε υπόψη το γεγονός ότι το Κοινοβούλιο είχε πιθανώς υποβάλει τις απαντήσεις του στο Ελεγκτικό Συνέδριο πριν από την έκδοση της απόφασης στην υπόθεση T-485/08 P, θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει την προαναφερθείσα προθεσμία για να επικαιροποιήσει την απάντησή του επί του ζητήματος αυτού υπό το πρίσμα της εν λόγω απόφασης. Το γεγονός ότι επέλεξε να μην το πράξει επιβεβαίωσε την παράβλεψή του όσον αφορά τις διατάξεις του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης, οι οποίες προορίζονται να εφαρμόζονται εξίσου σε όλα τα ευρωπαϊκά θεσμικά όργανα.
#### Η αξιολόγηση του Διαμεσολαβητή μετά το σχέδιο σύστασής του
**73.** Ο Διαμεσολαβητής εκφράζει την απογοήτευσή του για την αιτιολογημένη γνώμη του Κοινοβουλίου που απορρίπτει το σχέδιο σύστασής του και, ακόμη περισσότερο, για την περαιτέρω απάντησή του στην πρόσκληση να συναχθούν συμπεράσματα από την ερμηνεία των σχετικών διατάξεων του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης από το Ελεγκτικό Συνέδριο.
**74.** Εάν, αφενός, το Κοινοβούλιο έκρινε ότι δεν υπήρχαν στοιχεία στην απόφαση του Γενικού Δικαστηρίου που να αντιβαίνουν στην ερμηνεία του άρθρου 7 του παραρτήματος XIII από το Κοινοβούλιο στο πλαίσιο της πρακτικής του, δεν είναι σαφές για ποιον λόγο υποστήριξε ταυτόχρονα ότι δεν δεσμεύεται από την απόφαση αυτή, διότι δεν είναι διάδικος.
**75.** Ωστόσο, ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει ότι, στην απόφασή του στην υπόθεση T- 485/08 P, το Γενικό Δικαστήριο όχι μόνο ερμήνευσε την τελευταία περίοδο του άρθρου 7 παράγραφος 7 του παραρτήματος XIII, στην οποία αναφέρθηκε πράγματι ο λόγος ακυρώσεως του κ. Λαφίλη, αλλά έδωσε επίσης γενική ερμηνεία του άρθρου 7 του παραρτήματος XIII αυτού καθεαυτό. Ακόμη και αν ο λόγος ακυρώσεως που προβλήθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου δεν ήταν ακριβώς ο ίδιος με το αντικείμενο των καταγγελιών προς τον Διαμεσολαβητή, οι οποίες αφορούν μάλλον τις δύο πρώτες περιόδους του άρθρου 7, παράγραφος 7, το Δικαστήριο παρέσχε σαφείς ενδείξεις ως προς τον τρόπο με τον οποίο πρέπει να ερμηνευθεί ολόκληρη η παράγραφος. Το Κοινοβούλιο θα έπρεπε πράγματι να λάβει υπόψη αυτές τις ενδείξεις στην απάντησή του στην παρούσα καταγγελία, ιδίως επειδή ο Διαμεσολαβητής είχε επιστήσει ειδικά την προσοχή του στις σχετικές σκέψεις της απόφασης.
**76.** Στο πλαίσιο αυτό, ο Διαμεσολαβητής παρέπεμψε, για παράδειγμα, στη σκέψη 90 της απόφασης[\[19\]](#_ftn19){#_ftnref19}, στην οποία το Γενικό Δικαστήριο διαπίστωσε ότι \<\<οι*τρεις πρώτες περίοδοι του άρθρου 7 παράγραφος 7 του παραρτήματος XIII θεσπίζουν μηχανισμό που αποσκοπεί στη* **σταδιακή \[20\]** *αύξηση του MF σε 1\>\>.* Το Γενικό Δικαστήριο επισήμανε στη σκέψη 91 ότι, \<\<ελλείψει*των φράσεων αυτών, ο προαγόμενος υπάλληλος θα μεταβεί, μετά από δύο έτη στο πρώτο κλιμάκιο του νέου βαθμού του, στο επόμενο κλιμάκιο του ίδιου βαθμού διατηρώντας τον συντελεστή πολλαπλασιασμού του\>\>.* Στη σκέψη 92, το Γενικό Δικαστήριο διευκρίνισε ότι, αντί να διαιωνίζει τον συντελεστή πολλαπλασιασμού που υπολογίστηκε μετά την πρώτη προαγωγή του υπαλλήλου, ο βασικός μισθός τον οποίο θα εδικαιούτο λόγω του νέου κλιμακίου του διασφαλίζεται με τον υπολογισμό νέου συντελεστή πολλαπλασιασμού. Στη συνέχεια, το Γενικό Δικαστήριο κατέληξε, στη σκέψη 93, χωρίς αμφισημία, στο συμπέρασμα ότι \<\<\[η\]*διαδικασία επανυπολογισμού του συντελεστή πολλαπλασιασμού που εφαρμόζεται στις αποδοχές ενός υπαλλήλου επαναλαμβάνεται όσες φορές είναι αναγκαίο έως ότου ο συντελεστής αυτός φθάσει σε μια μονάδα. Ωστόσο, είναι πιθανό ότι αργά ή γρήγορα ο συντελεστής πολλαπλασιασμού που υπολογίζεται εκ νέου όχι μόνο θα επιτύχει τη μονάδα, αλλά θα υπερβεί τη μονάδα.* " Αυτή η ερμηνεία από το Ελεγκτικό Συνέδριο έρχεται σαφώς σε αντίθεση με την πρακτική του Κοινοβουλίου να αυξάνει **αυτόματα** το MF **σε 1 με μία μόνο κίνηση,** δύο έτη μετά την πρώτη προαγωγή, για όλους τους ενδιαφερόμενους υπαλλήλους.{#_ftnref20}
**77.** Επιπλέον, στη σκέψη 130 της απόφασης[\[21\],](#_ftn21){#_ftnref21} το Γενικό Δικαστήριο αποσαφήνισε περαιτέρω την ερμηνεία του κατά τρόπο που, και πάλι, έρχεται σε σαφή αντίθεση με την πρακτική του Κοινοβουλίου. Το Γενικό Δικαστήριο επισήμανε ότι, εάν το MF ήταν μικρότερο του 1 μετά την πρώτη προαγωγή βάσει*του νέου κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης, η τελευταία περίοδος του άρθρου 7 παράγραφος 6 του παραρτήματος XIII*του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης[\[22\]](#_ftn22){#_ftnref22} \<\<διατηρεί πλήρως το νόημά της.* \>\> Η παράγραφος 131 αναφέρει στη συνέχεια ότι \<\<\[τ\]ο άρθρο του καθιστά σαφές ότι, στην περίπτωση αυτή, ο συντελεστής πολλαπλασιασμού εξακολουθεί να εφαρμόζεται στον μηνιαίο βασικό μισθό του υπαλλήλου, ακόμη και μετά τα δύο πρώτα έτη που πέρασε*ο υπάλληλος στο πρώτο κλιμάκιο του βαθμού του*.\>\>[\[23\]](#_ftn23){#_ftnref23} Αφού εξηγεί πώς πρέπει να υπολογίζεται ο νέος βασικός μισθός δύο έτη μετά την πρώτη προαγωγή, όταν ο υπάλληλος επωφελείται από αύξηση κατά κλιμάκιο, το Γενικό Δικαστήριο καταλήγει στη σκέψη 133 ότι \<\<\[τ\]ο γεγονός ότι, βάσει αυτού του νέου βασικού μισθού, υπολογίζεται νέος συντελεστής πολλαπλασιασμού \[...\] για τον εν λόγω υπάλληλο. \>\>[\[24\]](#_ftn24){#_ftnref24} Υπό το πρίσμα αυτών των σαφών ερμηνειών που παρέχει το Γενικό Δικαστήριο, ο Διαμεσολαβητής εκπλήττεται, και δεν μπορεί να δεχθεί, από τη γνώμη του Κοινοβουλίου ότι δεν έχει εκδοθεί απόφαση από το Δικαστήριο η οποία να αντιβαίνει στην* ερμηνεία του Κοινοβουλίου όσον αφορά τους εφαρμοστέους κανόνες που το εν λόγω θεσμικό όργανο υποχρεώνουν την πρακτική του.
**78.** Στην αιτιολογημένη γνώμη του, το Κοινοβούλιο υποστηρίζει περαιτέρω ότι έχει ήδη εφαρμόσει την πρακτική του στο 90 % περίπου του προσωπικού του, \<\<*πολλοί από τους οποίους δεν θα επηρεάζονταν πλέον από τον υπολογισμό \[του ΠΔΠ\] σε περίπτωση τροποποίησης της τρέχουσας πρακτικής.*\>\> Ο Διαμεσολαβητής δεν μπορεί να κατανοήσει ή να αποδεχθεί ούτε αυτό το επιχείρημα. Εάν το Κοινοβούλιο αναγνωρίσει ότι η πρακτική του είναι εσφαλμένη, σύμφωνα με την ερμηνεία του εφαρμοστέου δικαίου της ΕΕ από το Δικαστήριο, το Κοινοβούλιο θα πρέπει να λάβει τα αναγκαία μέτρα για την ορθή εφαρμογή του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης στο μέλλον. Αυτό θα συνεπαγόταν έναν ορισμένο διοικητικό φόρτο εργασίας, αλλά σίγουρα δεν είναι αδύνατο να εφαρμοστεί. Ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει ότι υπάρχουν εργαλεία ΤΠ που επιτρέπουν τον ορθό επανυπολογισμό των βασικών μισθών (και του νέου ΠΔΠ) μετά από δύο έτη, όταν οι προαχθέντες υπάλληλοι θα πρέπει να αλλάξουν βαθμίδα. Τα εν λόγω εργαλεία ΤΠ είναι άμεσα διαθέσιμα και χρησιμοποιούνται από όλα τα θεσμικά όργανα, εκτός από το Κοινοβούλιο. Ωστόσο, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί χρήσιμο να τονίσει ότι το Κοινοβούλιο δεν χρειάζεται και δεν πρέπει να εξετάσει το ενδεχόμενο ανάκτησης ποσών που έχουν ήδη καταβληθεί σε υπαλλήλους που έχουν επωφεληθεί από το σφάλμα της διοίκησης.
**79.** Υπό το πρίσμα των ανωτέρω, ο Διαμεσολαβητής εμμένει στα ανωτέρω πορίσματά του περί κακοδιοίκησης εκ μέρους του Κοινοβουλίου, λόγω του γεγονότος ότι εφάρμοσε ΑΜ 1 στους υπαλλήλους του οι οποίοι, δύο έτη μετά την πρώτη προαγωγή τους, εξακολουθούσαν να έχουν ΑΜ κάτω του 1. Με τον τρόπο αυτό, το Κοινοβούλιο α) παρέβη το άρθρο 7 παράγραφος 7 του παραρτήματος XIII και ενήργησε κατά τρόπο αντίθετο προς τον γενικό στόχο του εν λόγω άρθρου· β) οδήγησε σε άδικη οικονομική μεταχείριση των υπαλλήλων της, ανάλογα με τις ημερομηνίες των αντίστοιχων προαγωγών τους· και γ) αμείβει το προσωπικό της, χωρίς αιτιολόγηση, περισσότερο από τους υπαλλήλους που βρίσκονται στην ίδια κατάσταση και εργάζονται για άλλα θεσμικά όργανα της ΕΕ.
**80.** Όταν ένα σχέδιο σύστασης απορρίπτεται, το μόνο περαιτέρω βήμα που μπορεί να κάνει ο Διαμεσολαβητής είναι να επικαλεστεί το άρθρο 3 παράγραφος 7 του Καθεστώτος του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή και να αποστείλει ειδική έκθεση στο Κοινοβούλιο. Στην ετήσια έκθεση του Διαμεσολαβητή για το 1998, επεσήμανε ότι η δυνατότητά του να υποβάλει ειδική έκθεση στο Κοινοβούλιο είναι ανεκτίμητης αξίας για το έργο του. Προσθέτει ότι, ως εκ τούτου, οι ειδικές εκθέσεις δεν θα πρέπει να υποβάλλονται πολύ συχνά, αλλά μόνο σε σχέση με σημαντικά θέματα όπου το θέμα είναι γενικού ενδιαφέροντος και όπου το Κοινοβούλιο είναι σε θέση να αναλάβει δράση για να συνδράμει τον Διαμεσολαβητή. Η ετήσια έκθεση για το 1998 υποβλήθηκε στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και εγκρίθηκε από αυτό.
**81.** Η παρούσα έρευνα ανέδειξε μια περίπτωση κακοδιοίκησης σε ένα θέμα γενικού ενδιαφέροντος για τη δημόσια διοίκηση της ΕΕ. Με βάση την εμπειρία του από τον χειρισμό αυτής της καταγγελίας μέχρι σήμερα, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί, ωστόσο, ότι, στη συγκεκριμένη περίπτωση, δεν υπάρχει πραγματική προοπτική πολιτικής δράσης από το Κοινοβούλιο που θα οδηγούσε τη διοίκηση να αλλάξει τη θέση της. Κατά την άποψή του, αυτό ισχύει ακόμη περισσότερο, δεδομένου ότι το Ελεγκτικό Συνέδριο δεν έχει ακόμη λάβει οριστική θέση επί του θέματος, παρά το γεγονός ότι εντόπισε το πρόβλημα στις ετήσιες εκθέσεις του για το 2008 και το 2009.
**82.** Υπό το πρίσμα της προαναφερθείσας απόφασης του Γενικού Δικαστηρίου, ενδέχεται το Ελεγκτικό Συνέδριο να θέσει εκ νέου το ζήτημα αυτό στην έκθεσή του για το 2010 και να λάβει οριστική θέση σχετικά με την πρακτική του Κοινοβουλίου. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής θα ενημερώσει το Ελεγκτικό Συνέδριο για την παρούσα απόφαση. Στο πλαίσιο αυτό, ο Διαμεσολαβητής εκφράζει τη λύπη του για το γεγονός ότι η απάντηση του Κοινοβουλίου στις παρατηρήσεις επί του θέματος που περιέχονται στην έκθεση του Ελεγκτικού Συνεδρίου για το 2009 δεν ήταν ιδιαίτερα ενθαρρυντική. Μολονότι η απάντηση του Κοινοβουλίου εκδόθηκε μετά την έκδοση της απόφασης του Γενικού Δικαστηρίου σχετικά με την υπόθεση που αναφέρεται εκτενώς ανωτέρω, το Κοινοβούλιο απλώς επαναλαμβάνει ότι \<\<συμμερίζεται*πλήρως την προσεκτική προσέγγιση όπως ορίζεται από το Ελεγκτικό Συνέδριο* \[να αναμείνει τις αποφάσεις του Δικαστηρίου\]*και θα συνεχίσει να εξετάζει την ουσία του ζητήματος\>\>.*
**83.** Τέλος, φαίνεται ότι οι υπηρεσίες εσωτερικού ελέγχου του Κοινοβουλίου εξακολουθούν να διερευνούν τις δημοσιονομικές επιπτώσεις της πρακτικής του Κοινοβουλίου και θα διατυπώσουν τα συμπεράσματά τους στο εγγύς μέλλον. Εστιάζοντας την προσοχή του Κοινοβουλίου στις δημοσιονομικές επιπτώσεις της Πρακτικής του, τα συμπεράσματα αυτά θα μπορούσαν να βοηθήσουν το Κοινοβούλιο να προβεί σε πλήρη επαναξιολόγηση της Πρακτικής και ίσως να οδηγήσουν το Κοινοβούλιο στο συμπέρασμα ότι η διόρθωση της πολιτικής του στο μέλλον, όπως συνέστησε ο Διαμεσολαβητής, δεν θα ήταν μόνο προς το συμφέρον της νομιμότητας και της χρηστής διοίκησης, αλλά και απαραίτητη για την προστασία των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης.
**84.** Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής αποφασίζει να περατώσει την έρευνά του με την επικριτική παρατήρηση που διατυπώνεται κατωτέρω. Αποφασίζει επίσης να διαβιβάσει **την απόφασή του στο Ελεγκτικό Συνέδριο και στους προέδρους των τριών βαθμών δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Δικαστήριο, Γενικό Δικαστήριο και Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης). Λόγω της συνάφειας των διοικητικών ζητημάτων που αφορούν την ευρωπαϊκή δημόσια διοίκηση, ο Διαμεσολαβητής θα αποστείλει επίσης την απόφασή του στον πρόεδρο του \<\<Συλλογικού*Οργάνου των Προϊσταμένων Διοίκησης\>\>* και στον πρόεδρο της μεικτής επιτροπής που είναι αρμόδια για την εναρμόνιση της εφαρμογής του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης των υπαλλήλων της ΕΕ.**
### Β. Συμπεράσματα
Με βάση την έρευνά του σχετικά με τις εν λόγω καταγγελίες, ο Διαμεσολαβητής περατώνει την έρευνά του με την ακόλουθη επικριτική παρατήρηση:
{#CR28/2011}
**Πρακτική του Κοινοβουλίου για την εφαρμογή συντελεστή πολλαπλασιασμού 1 στις αποδοχές των υπαλλήλων του οι οποίοι, δύο έτη μετά την πρώτη προαγωγή τους, εξακολουθούν να έχουν συντελεστή πολλαπλασιασμού μικρότερο του 1,**
**α) δεν συνάδει με το άρθρο 7 παράγραφος 7 του παραρτήματος XIII του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης·**
β) **οδηγεί σε άδικη οικονομική μεταχείριση των υπαλλήλων της, ανάλογα με τις ημερομηνίες των αντίστοιχων προαγωγών τους· και**
**γ) παρέχει σαφές οικονομικό πλεονέκτημα στους υπαλλήλους της έναντι των υπαλλήλων που εργάζονται για άλλα θεσμικά όργανα της ΕΕ.**
**Συνεπώς, η πρακτική παραβιάζει τα άρθρα 4 (\<\<νομιμότητα\>\>), 5 (\<\<απουσία διακρίσεων\>\>) και 11 (\<\<δικαιοσύνη\>\>) του Ευρωπαϊκού Κώδικα Ορθής Διοικητικής Συμπεριφοράς και συνιστά σοβαρή περίπτωση κακοδιοίκησης.**
**Ο καταγγέλλων και το Κοινοβούλιο θα ενημερωθούν για την απόφαση αυτή.**
**Ο Διαμεσολαβητής κρίνει επίσης σκόπιμο να ενημερώσει το Ελεγκτικό Συνέδριο και τους προέδρους των τριών βαθμών δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Δικαστήριο, Γενικό Δικαστήριο και Δικαστήριο Δημόσιας Διοίκησης), καθώς και τους προέδρους των διοικητικών οργάνων που είναι αρμόδια για την εναρμόνιση της εφαρμογής του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης των υπαλλήλων της ΕΕ (Σώμα προϊσταμένων διοίκησης και επιτροπή κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης** [\[25\]](#_ftn25){#_ftnref25}**) σχετικά με την παρούσα απόφαση.**
Π. Νικηφόρος Διαμαντούρος
Στρασβούργο, 29 Σεπτεμβρίου 2011
*** ** * ** ***
[\[1\]](#_ftnref1){#_ftn1} ΕΕ L 124 της 27.4.2004, σ. 1.
[\[2\]](#_ftnref2){#_ftn2} Οι υποθέσεις 2986/2008/MF και 2987/2008/MF εξετάσθηκαν από κοινού.
[\[3\]](#_ftnref3){#_ftn3} Το άρθρο 8, παράγραφος 2, του παραρτήματος XIII του ΚΥΚ έχει ως εξής: \<\<Με*την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 7 του παρόντος παραρτήματος, οι μηνιαίοι βασικοί μισθοί καθορίζονται για κάθε βαθμό και κλιμάκιο βάσει του πίνακα του άρθρου 66 του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης. Για τους υπαλλήλους που προσλήφθηκαν πριν από την 1η Μαΐου 2004 και μέχρι την έναρξη ισχύος της πρώτης προαγωγής τους μετά την ημερομηνία αυτή, ο πίνακας έχει ως εξής (...)).*
[\[4\]](#_ftnref4){#_ftn4} Υπόθεση F-22/07 *Lafili κατά Επιτροπής,* απόφαση της 4ης Σεπτεμβρίου 2008, ΕΕ C 313 της 6ης Δεκεμβρίου 2008, σ. 56, σκέψη 91 (γαλλικό πρωτότυπο): "*En tout état de cause, la thèse défendue par le requérant comporterait une dérogation illimite dans le temps à l'article 66 du statut, ce que l'article 7, paragraphe 7, de l'annexe XIII ne prévoit pas non plus expressément, et irait à l'encontre de l'économie même d'une disposition transitoire, ainsi qu'il ressort des points 85 à 87 du présent arrêt.*" Προσφυγή ασκηθείσα στις 13 Νοεμβρίου 2008 (ΕΕ C 19 της 24ης Ιανουαρίου 2009, σ. 31)
[\[5\]](#_ftnref5){#_ftn5} Το άρθρο 7, παράγραφος 2, του παραρτήματος XIII του ΚΥΚ ορίζει τα εξής:
"Για*κάθε υπάλληλο, υπολογίζεται πολλαπλασιαστικός συντελεστής την 1η Μαΐου 2004. Αυτός ο πολλαπλασιαστικός συντελεστής ισούται με τον λόγο του μηνιαίου βασικού μισθού που καταβλήθηκε σε υπάλληλο πριν από την 1η Μαΐου 2004 προς το εφαρμοστέο ποσό που ορίζεται στο άρθρο 2 παράγραφος 2 του παρόντος παραρτήματος.\>\>*
[\[6\]](#_ftnref6){#_ftn6} Βλ. παράγραφο 85 της υπόθεσης F-22/07, η οποία έχει ως εξής (γαλλικό πρωτότυπο):
"*Le Statut des Fonctionnaires est entré en vigueur le Ier mai 2004 de telle sorte que, sous réserve des dispositions transitoires et de principes généraux tels que le principe de sécurité juridique, de non-rétroactivité ou de protection des droits des acquis, les dispositions nouvelles du statut qui régisent la nouvelle structure de carrière et le traitement mensuel de base s'appliquent aux situations à naitre."*
[\[7\]](#_ftnref7){#_ftn7} PV BUR 22-09-2008 (διαθέσιμο στο ενδοδίκτυο του Κοινοβουλίου).
[\[8\]](#_ftnref8){#_ftn8} ΕΕ 2008, C 287, σ. 111-114.
[\[9\]](#_ftnref9){#_ftn9} Αριθ. αναφοράς PE 339.484/BUR (διαθέσιμο στο ενδοδίκτυο του Κοινοβουλίου).
[\[10\]](#_ftnref10){#_ftn10} Ανακοίνωση του Ελεγκτικού Συνεδρίου αριθ. 01/07 με τίτλο \<\<Προαγωγή*σε ανώτερο κλιμάκιο μετά την προαγωγή μετά τη μεταρρύθμιση του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης\>\>.*
[\[11\]](#_ftnref11){#_ftn11} Υπηρεσιακό σημείωμα του Δικαστηρίου αριθ. 04/07 με τίτλο \<\<Προαγωγή*σε ανώτερο κλιμάκιο μετά την προαγωγή μετά τη μεταρρύθμιση του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης\>\>.*
[\[12\]](#_ftnref12){#_ftn12} Η σκέψη 83 της αποφάσεως *Lafili* έχει ως εξής: \<\<(...)*le libellé de l'article 7, παράγραφοι 6 και 7, est suffisamment ambivalent pour justifier la recherche d'une interprétation non exclusivement littérale qui soit conforme à l'économie et à la finalité des dispositions transitoires en cause.\>\>*
[\[13\]](#_ftnref13){#_ftn13} Ο Διαμεσολαβητής υπενθυμίζει, ωστόσο, ότι το Δικαστήριο είναι η ανώτατη αρχή για την ερμηνεία του δικαίου της Ένωσης.
[\[14\]](#_ftnref14){#_ftn14} Βλ. άρθρο 4 (νομιμότητα), άρθρο 5 (απουσία διακρίσεων) και άρθρο 11 (δικαιοσύνη) του ευρωπαϊκού κώδικα ορθής διοικητικής συμπεριφοράς ([www.ombudsman.europa.eu](/)).
[\[15\]](#_ftnref15){#_ftn15} ΕΕ C 269 της 10.11.2009, σ. 1.
[\[16\]](#_ftnref16){#_ftn16} Υπόθεση T-485/08 P *Lafili κατά Επιτροπής,* απόφαση της 2ας Ιουλίου 2010 - δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί στη Συλλογή.
[\[17\]](#_ftnref17){#_ftn17} Παράρτημα 9.4 των ετήσιων εκθέσεων του Ελεγκτικού Συνεδρίου για το οικονομικό έτος 2009 - ΕΕ C 303 της 9.11.2010.
[\[18\]](#_ftnref18){#_ftn18} Το σχετικό απόσπασμα έχει ως εξής: \<\<Το*Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο συμμερίζεται τη διαδικαστική προσέγγιση του Ελεγκτικού Συνεδρίου και θα περιμένει τις τελικές αποφάσεις του Δικαστηρίου\>\>.*
[\[19\]](#_ftnref19){#_ftn19} Η σκέψη 90 της απόφασης στην υπόθεση T-485/08 P έχει ως εξής (γαλλικό πρωτότυπο):
\<\<*Les trois premières phrases de l'article 7, paragraphe 7, de l'annexe XIII du statut instituent un mécanisme visant à ramener progressivement ce facteur à l'unité et, ainsi, à en neutraliser les effets\>\>.*
[\[20\]](#_ftnref20){#_ftn20} Η έμφαση προστέθηκε από τον Διαμεσολαβητή.
[\[21\]](#_ftnref21){#_ftn21} Η σκέψη 130 της αποφάσεως έχει ως εξής:
"*Toutefois, dans l'hypothèse inverse, à savoir celle d'un fonctionnaire qui, dans les mêmes circonstances, se voit appliquer un facteur de multiplication inférieur à l'unité, l'article 7, paragraphe 6, dernière phrase, de l'annexe XIII du statut conserve pleinement sasignification."*
[\[22\]](#_ftnref22){#_ftn22} Το άρθρο 7, παράγραφος 6, του παραρτήματος XIII του ΚΥΚ έχει ως εξής:
*\<\<Κατά την πρώτη αυτή προαγωγή καθορίζεται νέος συντελεστής πολλαπλασιασμού. Ο εν λόγω πολλαπλασιαστικός συντελεστής ισούται με τον λόγο μεταξύ των νέων βασικών μισθών που προκύπτουν από την εφαρμογή της παραγράφου 5 και του εφαρμοστέου ποσού στο άρθρο 2 παράγραφος 2 του παρόντος παραρτήματος. Με την επιφύλαξη της παραγράφου 7, αυτός ο πολλαπλασιαστικός συντελεστής εφαρμόζεται στον μισθό μετά την προαγωγή κατά κλιμάκιο και την προσαρμογή των αποδοχών.\>\>*
[\[23\]](#_ftnref23){#_ftn23} Η έμφαση προστέθηκε από τον Διαμεσολαβητή.
[\[24\]](#_ftnref24){#_ftn24} Η έμφαση προστέθηκε από τον Διαμεσολαβητή.
[\[25\]](#_ftnref25){#_ftn25} Η \<\<επιτροπή κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης\>\> συγκροτείται από τον κανονισμό υπηρεσιακής κατάστασης των υπαλλήλων της Ευρωπαϊκής Ένωσης.