# Απόφαση του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή με την οποία περατώνεται η έρευνά του σχετικά με την καταγγελία 1403/2010/(FS)GG κατά της Ευρωπαϊκής Επιτροπής
- Φωτογράφος: Ευρωπαίος Διαμεσολαβητής
- Hμερομηνία : 2011-01-31T00:00+01:00[Europe/Paris]
- [URL](https://www.ombudsman.europa.eu/el/decision/el/10049)
---
> Το 2008, ο καταγγέλλων, Γερμανός πολίτης, υπέβαλε καταγγελία στη Γενική Διεύθυνση Ανταγωνισμού της Ευρωπαϊκής Επιτροπής σχετικά με την πώληση γης από γερμανική πόλη. Κατά την άποψη του καταγγέλλοντος, η πώληση αυτή συνεπαγόταν κρατική ενίσχυση η οποία ήταν παράνομη βάσει του δικαίου της ΕΕ.
> 
> Στις 3 Μαρτίου 2010, ο καταγγέλλων ζήτησε πρόσβαση σε όλα τα έγγραφα του φακέλου της ΓΔ Ανταγωνισμού σχετικά με την έρευνα επί του θέματος. Το αίτημα αυτό απορρίφθηκε.
> 
> Την 1η Απριλίου 2010, ο καταγγέλλων υπέβαλε επιβεβαιωτική αίτηση πρόσβασης.
> 
> Στις 26 Μαΐου 2010, η Επιτροπή ενημέρωσε τον καταγγέλλοντα ότι η προθεσμία απάντησης στην εν λόγω αίτηση είχε λήξει, αλλά ότι δεν ήταν ακόμη σε θέση να λάβει οριστική απόφαση σχετικά με το αίτημα του καταγγέλλοντος.
> 
> Κατόπιν τούτου, ο καταγγέλλων απευθύνθηκε στον Διαμεσολαβητή, ο οποίος κίνησε έρευνα.
> 
> Στη γνώμη της σχετικά με την καταγγελία, η Επιτροπή επισήμανε ότι η απάντηση είχε αποσταλεί στον καταγγέλλοντα στις 8 Σεπτεμβρίου 2010 και ζήτησε συγγνώμη για την καθυστέρηση που είχε σημειωθεί.
> 
> Ο Διαμεσολαβητής κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η Επιτροπή πράγματι δεν εξέτασε τις επιβεβαιωτικές αιτήσεις του καταγγέλλοντος εντός της προθεσμίας που προβλέπει ο κανονισμός 1049/2001. Πρόκειται για περίπτωση κακοδιοίκησης. Ωστόσο, δεδομένου ότι η Επιτροπή είχε ζητήσει συγγνώμη για την καθυστέρηση αυτή, ο Διαμεσολαβητής έκρινε ότι δεν υπήρχαν λόγοι για περαιτέρω έρευνες σχετικά με τις διαδικαστικές πτυχές της παρούσας υπόθεσης.
> 
> Όσον αφορά την ουσία, η Επιτροπή παρέπεμψε στην πρόσφατη απόφαση του Δικαστηρίου της 29ης Ιουνίου 2010 στην υπόθεση C-139/07 P, *Ευρωπαϊκή Επιτροπή κατά Technische Glaswerke Ilmenau GmbH,* σύμφωνα με την οποία υπήρχε \<\<γενικό τεκμήριο ότι η δημοσιοποίηση εγγράφων του διοικητικού φακέλου υπονομεύει καταρχήν την προστασία των στόχων των δραστηριοτήτων έρευνας\>\>. Η Διαμεσολαβήτρια επισήμανε ότι η προσέγγιση που υιοθέτησε η Επιτροπή ήταν σύμφωνη με το δίκαιο της ΕΕ, όπως ερμηνεύεται από το Δικαστήριο. Θεώρησε επίσης ότι ο καταγγέλλων δεν είχε αποδείξει ότι υπήρχαν έγγραφα στον φάκελο της Επιτροπής τα οποία δεν καλύπτονταν από το εν λόγω τεκμήριο και τα οποία δεν είχαν γνωστοποιηθεί ή ότι υπήρχε υπερισχύον δημόσιο συμφέρον για τη γνωστοποίηση. Ως εκ τούτου, δεν διαπιστώθηκε κακοδιοίκηση όσον αφορά αυτή την πτυχή της υπόθεσης.
> 
> Ωστόσο, ο Διαμεσολαβητής σημείωσε επίσης ότι ήταν απίθανο ο αιτών να είναι ποτέ σε θέση να ανατρέψει το προαναφερθέν τεκμήριο, εκτός εάν γνώριζε ποια έγγραφα περιέχονται στον φάκελο στον οποίο επιθυμεί να του δοθεί πρόσβαση. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής σημείωσε με ικανοποίηση ότι η Επιτροπή είχε παράσχει στον καταγγέλλοντα κατάλογο των εγγράφων του φακέλου της στην παρούσα υπόθεση. Προέβη σε περαιτέρω παρατήρηση με την οποία κάλεσε την Επιτροπή να πράξει το ίδιο σε όλες τις περιπτώσεις στις οποίες σκόπευε να επικαλεστεί το εν λόγω τεκμήριο.
> 
Το ιστορικό της καταγγελίας
---------------------------

**1.** Το 2008, ο καταγγέλλων, Γερμανός υπήκοος, υπέβαλε καταγγελία στη Γενική Διεύθυνση Ανταγωνισμού της Ευρωπαϊκής Επιτροπής σχετικά με πώληση οικοπέδου σε ιδιωτική εταιρεία από τη γερμανική πόλη Rottenburg. Κατά την άποψη του καταγγέλλοντος, η πώληση αυτή συνεπαγόταν κρατική ενίσχυση η οποία ήταν παράνομη βάσει του δικαίου της ΕΕ. Η καταγγελία για κρατική ενίσχυση καταχωρίστηκε με αριθμό αναφοράς CP 137/2008.

**2.** Με επιστολή της 22ας Φεβρουαρίου 2010, η ΓΔ Ανταγωνισμού ενημέρωσε τον καταγγέλλοντα ότι δεν είχε την πρόθεση να δώσει συνέχεια στην υπόθεση, δεδομένου ότι είχε καταλήξει στο συμπέρασμα ότι δεν υπήρχε παράνομη κρατική ενίσχυση. Η ΓΔ Ανταγωνισμού πρόσθεσε ότι, εάν ο καταγγέλλων έχει στη διάθεσή του περαιτέρω πληροφορίες που θα μπορούσαν να είναι χρήσιμες στο πλαίσιο αυτό, θα πρέπει να τις υποβάλει εντός 20 ημερών.

**3.** Στις 3 Μαρτίου 2010, ο καταγγέλλων απέστειλε ηλεκτρονικό μήνυμα στη ΓΔ Ανταγωνισμού, με το οποίο ζητούσε πρόσβαση στον πλήρη φάκελο σχετικά με την έρευνα επί του θέματος. Ζήτησε ιδίως κατάλογο όλων των δυνητικών αγοραστών οι οποίοι, σύμφωνα με την Επιτροπή, ενδιαφέρονταν να αγοράσουν τη γη, καθώς και αντίγραφο των γραπτών προσφορών τους. Ο καταγγέλλων τόνισε ότι τα ονόματα των σχετικών προσώπων θα μπορούσαν να διαγραφούν. Πρόσθεσε ότι ζήτησε επίσης πρόσβαση σε όλα τα αρχεία που περιέχουν το όνομά του ή περιέχουν αναφορές στο πρόσωπό του.

**4.** Την ίδια ημέρα, η ΓΔ Ανταγωνισμού απέστειλε αποδεικτικό παραλαβής. Η Γενική Γραμματεία της Επιτροπής απέστειλε νέα απόδειξη παραλαβής την επόμενη ημέρα, δηλώνοντας ότι, σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1049/2001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 30ής Μαΐου 2001, για την πρόσβαση του κοινού στα έγγραφα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου και της Επιτροπής[\[1\]](#_ftn1){#_ftnref1} (\<\<κανονισμός 1049/2001\>\>), ο καταγγέλλων θα λάβει απάντηση στην αίτησή του για πρόσβαση σε έγγραφα εντός 15 εργάσιμων ημερών.

**5.** Στην απάντησή της της 25ης Μαρτίου 2010, η ΓΔ Ανταγωνισμού υπενθύμισε ότι το αίτημα του καταγγέλλοντος περιλάμβανε α) πρόσβαση στον πλήρη φάκελο της διαδικασίας, β) ιδίως τον κατάλογο όλων των δυνητικών αγοραστών της οικείας γης, καθώς και αντίγραφα όλων των γραπτών προσφορών που υπέβαλαν· και γ) όλους τους φακέλους που περιέχουν το όνομα του καταγγέλλοντος ή αναφέρονται σε αυτόν. Η ΓΔ Ανταγωνισμού εξήγησε ότι όλα τα έγγραφα που αναφέρονται στο στοιχείο γ) βρίσκονταν ήδη στην κατοχή του καταγγέλλοντος. Τα έγγραφα αυτά είχαν αποσταλεί στη ΓΔ Ανταγωνισμού από τον καταγγέλλοντα ή αντιστρόφως.

**6.** Η ΓΔ Ανταγωνισμού δήλωσε επίσης ότι, μετά από ενδελεχή εξέταση των εγγράφων που εμπίπτουν στα στοιχεία α) και β) βάσει του κανονισμού 1049/2001 και λαμβάνοντας υπόψη την τρέχουσα κατάσταση της διαδικασίας, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι τα εν λόγω έγγραφα εμπίπτουν στις εξαιρέσεις που προβλέπονται στο άρθρο 4 παράγραφος 2 τρίτη περίπτωση (σχετικά με την προστασία του σκοπού επιθεώρησης, έρευνας και οικονομικού ελέγχου) και στο άρθρο 4 παράγραφος 3 (σχετικά με την προστασία της διαδικασίας λήψης αποφάσεων του θεσμικού οργάνου) του κανονισμού 1049/2001. Στο βαθμό που τα σχετικά έγγραφα αφορούσαν ανταλλαγή απόψεων με τη γερμανική ομοσπονδιακή κυβέρνηση, η δημοσιοποίηση θα έθετε σοβαρά υπό αμφισβήτηση την προθυμία των γερμανικών αρχών να συνεργαστούν και, ως εκ τούτου, θα υπονόμευε σοβαρά τη διαδικασία λήψης αποφάσεων της ΓΔ Ανταγωνισμού. Η ΓΔ Ανταγωνισμού πρόσθεσε ότι πολλά από τα έγγραφα περιείχαν πληροφορίες που συζητήθηκαν σε μη δημόσιες συνεδριάσεις του συμβουλίου του δήμου Rottenburg. Τα έγγραφα αυτά ήταν σημαντικά για τη διαδικασία λήψης αποφάσεων και, ως εκ τούτου, δεν μπορούσαν να δημοσιοποιηθούν κατά τη διάρκεια μιας εν εξελίξει διαδικασίας.

**7.** Η ΓΔ Ανταγωνισμού πρόσθεσε ότι η εξαίρεση που προβλέπεται στο άρθρο 4 παράγραφος 2 πρώτη περίπτωση (σχετικά με την προστασία των εμπορικών συμφερόντων) του κανονισμού 1949/2001 εφαρμόζεται επίσης. Η γερμανική ομοσπονδιακή κυβέρνηση είχε υποβάλει έγγραφα που περιείχαν εμπιστευτικές πληροφορίες προερχόμενες από τρίτα πρόσωπα. Ως εκ τούτου, τα έγγραφα αυτά ενέπιπταν στην προστασία των εμπορικών συμφερόντων φυσικών ή νομικών προσώπων. Επιπλέον, ο φάκελος περιείχε έγγραφα τα οποία δεν αφορούσαν τη διαδικασία, αλλά κινήθηκαν για κάθε διαδικασία εσωτερικής χρήσεως της ΓΔ Ανταγωνισμού. Τα έγγραφα αυτά δεν μπορούσαν επίσης να γνωστοποιηθούν, ιδίως βάσει του άρθρου 4 παράγραφος 3 του κανονισμού 1049/2001.

**8.** Ως εκ τούτου, η ΓΔ Ανταγωνισμού κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η αίτηση πρόσβασης του καταγγέλλοντος έπρεπε να απορριφθεί όσον αφορά τα έγγραφα που εμπίπτουν στα στοιχεία α) και β).

**9.** Στο πλαίσιο αυτό, η Επιτροπή υπενθύμισε ότι, με επιστολή της 22ας Φεβρουαρίου 2010, είχε ενημερώσει τον καταγγέλλοντα ότι δεν υπήρχαν λόγοι για περαιτέρω έρευνες σχετικά με την καταγγελία του. Ωστόσο, στις 9 Μαρτίου 2010, είχε υποβληθεί άλλη καταγγελία η οποία αφορούσε τα ίδια ερωτήματα που είχε εγείρει ο καταγγέλλων. Αυτή η νέα καταγγελία εξετάζεται επί του παρόντος από τη ΓΔ Ανταγωνισμού.

**10.** Όσον αφορά το ενδεχόμενο υπέρτερο δημόσιο συμφέρον για τη γνωστοποίηση, η ΓΔ Ανταγωνισμού δήλωσε ότι ο καταγγέλλων δεν προέβαλε επιχειρήματα που να αποδεικνύουν την ύπαρξη τέτοιου συμφέροντος.

**11.** Η ΓΔ Ανταγωνισμού κατέληξε δηλώνοντας ότι είχε εξετάσει τη δυνατότητα μερικής πρόσβασης σύμφωνα με το άρθρο 4 παράγραφος 6 του κανονισμού 1049/2001. Ωστόσο, δεδομένου ότι όλα τα έγγραφα καλύπτονταν από τις σχετικές εξαιρέσεις στο σύνολό τους, δεν μπορούσε να χορηγηθεί τέτοια πρόσβαση.

**12.** Την 1η Απριλίου 2010, ο καταγγέλλων υπέβαλε επιβεβαιωτική αίτηση πρόσβασης. Θεώρησε ότι το επιχείρημα της ΓΔ Ανταγωνισμού σχετικά με την εμπιστευτικότητα ήταν αβάσιμο, δεδομένου ότι ο ίδιος είχε αναφέρει τη δυνατότητα να απαλειφθούν τα ονόματα των ενδιαφερόμενων προσώπων στα σχετικά έγγραφα. Ο καταγγέλλων υποστήριξε επίσης ότι το επιχείρημα ότι τα ζητηθέντα έγγραφα αφορούσαν εν εξελίξει διαδικασίες και ότι δεν υπήρχε έννομο συμφέρον για πρόσβαση μετά τη λήψη της απόφασης θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για την απόρριψη οποιασδήποτε αίτησης πρόσβασης σε έγγραφα και, ως εκ τούτου, ερχόταν σε αντίθεση με την αρχή της διαφάνειας. Επιπλέον, λαμβανομένου υπόψη ότι τα πωληθέντα γήπεδα αποτελούσαν ιδιοκτησία των πολιτών του Rottenburg, υπήρχε υπέρτερο δημόσιο συμφέρον για τη γνωστοποίηση εκ μέρους των τελευταίων.

**13.** Στις 8 Απριλίου 2010, η Γενική Γραμματεία της Επιτροπής επιβεβαίωσε την παραλαβή της επιβεβαιωτικής αίτησης πρόσβασης και επισήμανε ότι, σύμφωνα με τον κανονισμό 1049/2001, ο καταγγέλλων θα λάμβανε απάντηση εντός 15 εργάσιμων ημερών. Στη συνέχεια ενημέρωσε τον καταγγέλλοντα ότι η προθεσμία για την εξέταση της εν λόγω αίτησης έπρεπε να παραταθεί κατά 15 επιπλέον εργάσιμες ημέρες.

**14.** Στις 26 Μαΐου 2010, η Γενική Γραμματεία ενημέρωσε τον καταγγέλλοντα ότι η παραταθείσα προθεσμία είχε λήξει στις 25 Μαΐου 2010. Ωστόσο, οι διαβουλεύσεις με άλλες υπηρεσίες της Επιτροπής δεν είχαν ακόμη ολοκληρωθεί και η Γενική Γραμματεία δεν ήταν ακόμη σε θέση να λάβει οριστική απόφαση σχετικά με το αίτημα του καταγγέλλοντος. Η Γενική Γραμματεία απολογείται για την καθυστέρηση και την ταλαιπωρία που προκάλεσε. Εξήγησε ότι ο καταγγέλλων είχε το δικαίωμα να υποβάλει καταγγελία στον Διαμεσολαβητή ή να προσφύγει στα δικαστήρια της ΕΕ.

**15.** Στις 16 Ιουνίου 2010, ο καταγγέλλων απευθύνθηκε στον Διαμεσολαβητή.

Επί του αντικειμένου της έρευνας
--------------------------------

**16.** Στην καταγγελία του, ο καταγγέλλων προέβαλε τον ακόλουθο ισχυρισμό και ισχυρισμό:

Ισχυρισμός

Η Επιτροπή δεν τήρησε την προθεσμία για τη διεκπεραίωση της επιβεβαιωτικής αίτησής του για πρόσβαση στα έγγραφα και δεν του χορήγησε πρόσβαση στα σχετικά έγγραφα.

Διεκδίκηση

Η Επιτροπή θα πρέπει να εξετάσει πάραυτα την επιβεβαιωτική αίτησή του και να του επιτρέψει την πρόσβαση στα σχετικά έγγραφα.

Η έρευνα
--------

**17.** Στις 19 Ιουλίου 2010, ο Διαμεσολαβητής ζήτησε τη γνώμη της Επιτροπής.

**18.** Στις 10 Οκτωβρίου 2010, ο καταγγέλλων ενημέρωσε τον Διαμεσολαβητή ότι, με επιστολή της 18ης Αυγούστου 2010, η ΓΔ Ανταγωνισμού του είχε διαβιβάσει μη εμπιστευτικές εκδοχές τεσσάρων επιστολών που οι γερμανικές αρχές είχαν απευθύνει στη ΓΔ Ανταγωνισμού στις 30 Ιουλίου 2008, στις 25 Σεπτεμβρίου 2009, στις 30 Δεκεμβρίου 2009 και στις 9 Ιουλίου 2010. Αντίγραφο των τεσσάρων αυτών επιστολών και της επιστολής της Επιτροπής της 18ης Αυγούστου 2010 υποβλήθηκε στον Διαμεσολαβητή. Στην επιστολή του της 10ης Οκτωβρίου 2010, ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι δεν είχε λάβει όλα τα έγγραφα και όλες τις πληροφορίες που χρειαζόταν. Ζήτησε από τον Διαμεσολαβητή να μεριμνήσει ώστε τα έγγραφα αυτά και οι πληροφορίες αυτές να του παρασχεθούν. Ο καταγγέλλων δήλωσε επίσης ότι αντιτάχθηκε στο κλείσιμο του φακέλου της ΓΔ Ανταγωνισμού σχετικά με την καταγγελία του για κρατική ενίσχυση.

**19.** Στην απάντησή του της 26ης Οκτωβρίου 2010, ο Διαμεσολαβητής υπενθύμισε στον καταγγέλλοντα ότι η έρευνά του αφορούσε μόνο τον χειρισμό της επιβεβαιωτικής αίτησής του της 1ης Απριλίου 2010 για πρόσβαση σε έγγραφα.

**20.** Η Επιτροπή υπέβαλε τη γνώμη της σχετικά με την καταγγελία στις 3 (αγγλικό πρωτότυπο) και στις 15 Νοεμβρίου 2010 (γερμανική μετάφραση).

**21.** Στις 9 Νοεμβρίου 2010, η ΓΔ Ανταγωνισμού διαβίβασε στον καταγγέλλοντα μη εμπιστευτικό συνημμένο έγγραφο, το οποίο αναφερόταν σε μία από τις τέσσερις επιστολές των γερμανικών αρχών που του είχαν κοινοποιηθεί στις 18 Αυγούστου 2010. Η ΓΔ Ανταγωνισμού τόνισε ότι όλα τα άλλα συνημμένα έγγραφα που αναφέρονται στις εν λόγω επιστολές είχαν χαρακτηριστεί εμπιστευτικά από τις γερμανικές αρχές.

**22.** Στις 10 Νοεμβρίου 2010, ο καταγγέλλων ενημέρωσε τη ΓΔ Ανταγωνισμού ότι αντιτίθεται στο να θεωρηθούν τα εν λόγω συνημμένα εμπιστευτικά. Την ίδια ημέρα, ο καταγγέλλων διαβίβασε αντίγραφο της εν λόγω απάντησης στον Διαμεσολαβητή, ζητώντας του να αναλάβει δράση.

**23.** Στις 16 Νοεμβρίου 2010, ο Διαμεσολαβητής διαβίβασε τη γνώμη της Επιτροπής στον καταγγέλλοντα για τις παρατηρήσεις του, τις οποίες απέστειλε στις 17 Δεκεμβρίου 2010.

Ανάλυση και συμπεράσματα του Διαμεσολαβητή
------------------------------------------

### Προκαταρκτικές παρατηρήσεις

**24.** Όπως προαναφέρθηκε, η παρούσα έρευνα αφορά τον χειρισμό από την Επιτροπή της επιβεβαιωτικής αίτησης πρόσβασης του καταγγέλλοντος της 1ης Απριλίου 2010. Επομένως, δεν καλύπτει το ζήτημα αν η Επιτροπή παρέσχε στον καταγγέλλοντα ορισμένες πληροφορίες τις οποίες αυτός θα μπορούσε να ζητήσει, στο μέτρο που οι ζητούμενες πληροφορίες δεν περιλαμβάνονται στα έγγραφα στα οποία επιθυμούσε να του επιτραπεί η πρόσβαση. Η παρούσα έρευνα δεν αφορά ούτε τον χειρισμό της καταγγελίας της καταγγέλλουσας περί κρατικών ενισχύσεων από την Επιτροπή. Εάν ο καταγγέλλων επιθυμούσε να εξετάσει ο Διαμεσολαβητής τα ζητήματα αυτά, θα μπορούσε να υποβάλει περαιτέρω καταγγελία για το σκοπό αυτό στον Διαμεσολαβητή.

**25.** Στις παρατηρήσεις του της 17ης Δεκεμβρίου 2010, ο καταγγέλλων εξήγησε ότι ο ίδιος και το άλλο πρόσωπο που είχε υποβάλει καταγγελία στην Επιτροπή σχετικά με τη σχετική πώληση γηπέδων από τον δήμο του Rottenburg επιθυμούσαν να συμμετάσχουν στην υπόθεση του αντίστοιχου άλλου καταγγέλλοντος. Δεδομένου ότι οι εν λόγω καταγγελίες για κρατικές ενισχύσεις αφορούσαν τη ΓΔ Ανταγωνισμού, κάθε τέτοιο αίτημα θα πρέπει προφανώς να υποβάλλεται στην τελευταία.

### Α. Ισχυρισμός περί μη διεκπεραίωσης της επιβεβαιωτικής αίτησης εντός της σχετικής προθεσμίας και περί μη παροχής πρόσβασης στα σχετικά έγγραφα, μαζί με τις αντίστοιχες αξιώσεις

#### Επιχειρήματα που υποβλήθηκαν στον Διαμεσολαβητή

**26.** Στη γνώμη της, η Επιτροπή επισήμανε ότι η έρευνά της σχετικά με την καταγγελία περί κρατικών ενισχύσεων CP 137/2008 βρισκόταν σε εξέλιξη και ότι δεν είχε ακόμη ληφθεί τελική απόφαση.

**27.** Όσον αφορά το αντικείμενο της παρούσας έρευνας, δηλαδή την επιβεβαιωτική αίτηση του καταγγέλλοντος για πρόσβαση σε έγγραφα, η Επιτροπή επισήμανε ότι είχε εξεταστεί εν τω μεταξύ. Η τελική απάντηση εστάλη στον καταγγέλλοντα στις 8 Σεπτεμβρίου 1010.

**28.** Η Επιτροπή αναγνώρισε ότι η εν λόγω επιβεβαιωτική αίτηση δεν διεκπεραιώθηκε εντός των προθεσμιών που προβλέπονται από τον κανονισμό 1049/2001, και τούτο για δύο λόγους.

**29.** Πρώτον, ο προσδιορισμός των επίμαχων εγγράφων διήρκεσε περισσότερο από το αναμενόμενο. Πρέπει να σημειωθεί ότι η αίτηση πρόσβασης του καταγγέλλοντος διατυπώθηκε με πολύ γενικούς όρους. Ο περισσότερος χρόνος που χρειάστηκε για τη διεκπεραίωση του αιτήματος αυτού αφιερώθηκε στην επαλήθευση της ακρίβειας και της πληρότητας του καταλόγου των εγγράφων που αποτελούσαν μέρος του διοικητικού φακέλου της εν εξελίξει έρευνας.

**30.** Δεύτερον, η Επιτροπή έπρεπε να λάβει υπόψη την απόφαση του Δικαστηρίου της 29ης Ιουνίου 2010 στην υπόθεση C-139/07 P, *Ευρωπαϊκή Επιτροπή κατά Technische Glaswerke Ilmenau GmbH* \[2\].[Η απόφαση αυτή](#_ftn2){#_ftnref2} δημοσιεύθηκε όταν η Γενική Γραμματεία βρισκόταν στη διαδικασία σύνταξης της απάντησης στην επιβεβαιωτική αίτηση. Δεδομένου ότι η εν λόγω απόφαση είχε άμεση σχέση με την υπόθεση του καταγγέλλοντος, το σχέδιο απάντησης έπρεπε να προσαρμοστεί σε αυτό. Τέλος, μια μεταγενέστερη καθυστέρηση οφειλόταν στην ανάγκη μετάφρασης της απόφασης στα γερμανικά.

**31.** Η Επιτροπή υπογράμμισε ότι οι υπηρεσίες της είχαν πραγματοποιήσει, στην παρούσα υπόθεση, πολύ λεπτομερέστερη ανάλυση από ό,τι αναμένεται να πραγματοποιηθεί βάσει της εν λόγω απόφασης. Στην εν λόγω απόφαση, το Δικαστήριο έκρινε ότι η Επιτροπή δεν ήταν υποχρεωμένη να αναλύσει λεπτομερώς τα έγγραφα του διοικητικού φακέλου σχετικά με εν εξελίξει έρευνα για κρατικές ενισχύσεις και ότι \<\<για τους σκοπούς της ερμηνείας της εξαίρεσης που προβλέπεται στο άρθρο 4 παράγραφος 2 τρίτη περίπτωση του κανονισμού αριθ. 1049/2001, το Γενικό Δικαστήριο θα έπρεπε, στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, να λάβει υπόψη το γεγονός ότι τα ενδιαφερόμενα μέρη εκτός του οικείου κράτους μέλους στις διαδικασίες ελέγχου των κρατικών ενισχύσεων δεν έχουν το δικαίωμα να συμβουλεύονται τα έγγραφα του διοικητικού φακέλου της Επιτροπής και, ως εκ τούτου, να αναγνωρίσει την ύπαρξη γενικού τεκμηρίου ότι η δημοσιοποίηση εγγράφων του διοικητικού φακέλου υπονομεύει καταρχήν την προστασία των στόχων των δραστηριοτήτων έρευνας\>\>[\[3\].](#_ftn3){#_ftnref3}

**32.** Η Επιτροπή υπογράμμισε ότι ο κατάλογος των εγγράφων που επισυνάπτονται στην απόφασή της περιλαμβάνει περισσότερα από εκατό έγγραφα του φακέλου της έρευνας, κατανεμημένα σε διαφορετικές κατηγορίες ώστε να ανταποκρίνονται στα κριτήρια του καταγγέλλοντος. Αυτό έδειξε ότι η Επιτροπή είχε αφιερώσει σημαντικό χρόνο στη διεκπεραίωση αυτού του αιτήματος προκειμένου να διενεργήσει μια πολύ προσεκτική και λεπτομερή ανάλυση, η οποία υπερέβαινε τις απαιτήσεις της τελευταίας νομολογίας, σύμφωνα με την οποία ένα γενικό τεκμήριο κατά της δημοσιοποίησης των εν λόγω εγγράφων απαλλάσσει το θεσμικό όργανο από μια τέτοια λεπτομερή ανάλυση.

**33.** Η Επιτροπή θεώρησε ότι οι περιστάσεις αυτές δικαιολογούσαν την παράταση της προθεσμίας σε 30 εργάσιμες ημέρες. Εκφράζει τη λύπη του για το γεγονός ότι δεν πρότεινε στον καταγγέλλοντα, σύμφωνα με το άρθρο 6 παράγραφοι 2 και 3 του κανονισμού 1049/2001, προθεσμία προσαρμοσμένη στις περιστάσεις και στον όγκο του αιτήματός του. Εκφράζει επίσης τη λύπη του για το γεγονός ότι δεν ενημέρωσε τον καταγγέλλοντα σχετικά με τον αντίκτυπο της ανωτέρω απόφασης για την ανάλυση του αιτήματός του και τον επιπλέον χρόνο που απαιτείται για τον σκοπό αυτό.

**34.** Η Επιτροπή ζήτησε συγγνώμη για την υπέρβαση των προθεσμιών κατά την εξέταση της επιβεβαιωτικής αίτησης του καταγγέλλοντος.

**35.** Η Επιτροπή επισύναψε αντίγραφο της απόφασής της της 8ης Σεπτεμβρίου 2010.

**36.** Στην απόφαση αυτή, η Επιτροπή ενημέρωσε τον καταγγέλλοντα ότι είχε καταρτίσει κατάλογο των εγγράφων του φακέλου της, στον οποίο τα έγγραφα είχαν διαβαθμιστεί ως εξής: 1) Αλληλογραφία μεταξύ του καταγγέλλοντος και της ΓΔ Ανταγωνισμού· 2) αλληλογραφία μεταξύ της Επιτροπής και των γερμανικών αρχών· 3) Αλληλογραφία μεταξύ της ΓΔ Ανταγωνισμού και του δεύτερου καταγγέλλοντος· 4) εσωτερικά έγγραφα· (5) έγγραφα που είναι κοινό κτήμα· και (6) έγγραφα που περιέχουν τον κατάλογο των δυνητικών αγοραστών. Όσον αφορά την τελευταία κατηγορία, η Επιτροπή εξήγησε ότι το αίτημα του καταγγέλλοντος δεν καλυπτόταν καταρχήν από τον κανονισμό 1049/2001, δεδομένου ότι δεν είχε διατυπωθεί ως αίτημα πρόσβασης σε συγκεκριμένο έγγραφο, αλλά ως αίτημα παροχής πληροφοριών. Ωστόσο, η Επιτροπή προσέθεσε ότι είχε εντοπίσει διάφορα έγγραφα τα οποία περιείχαν τον κατάλογο των δυνητικών αγοραστών και τα οποία απαριθμούνταν στο σημείο 6 του καταλόγου.

**37.** Η Επιτροπή επισήμανε ότι τα έγγραφα που αναφέρονται στο σημείο 1 του καταλόγου της βρίσκονταν ήδη στην κατοχή του καταγγέλλοντος και, ως εκ τούτου, θεωρήθηκε ότι δεν περιλαμβάνονταν στην αίτησή του για πρόσβαση. Προσέθεσε ότι τα επίμαχα έγγραφα θα εξετάζονταν ενόψει της δημοσιοποιήσεώς τους, αν η εν λόγω παραδοχή αποδεικνυόταν εσφαλμένη.

**38.** Η Επιτροπή δήλωσε ότι τα έγγραφα που αναφέρονται στο σημείο 5 του καταλόγου της ήταν δημόσια και, ως εκ τούτου, δεν ενέπιπταν στο πεδίο εφαρμογής του αιτήματος του καταγγέλλοντος.

**39.** Όσον αφορά την πρόσβαση στα έγγραφα που αναφέρονται στα σημεία 2, 3, 4 και 6 του καταλόγου της, η Επιτροπή παρέπεμψε στο άρθρο 4 παράγραφος 2 τρίτη περίπτωση του κανονισμού 1049/2001, σύμφωνα με το οποίο \<\<τα θεσμικά όργανα αρνούνται την πρόσβαση σε έγγραφο του οποίου η γνωστοποίηση θα έθιγε την προστασία του σκοπού επιθεώρησης, έρευνας και οικονομικού ελέγχου\>\>.

**40.** Η Επιτροπή επισήμανε ότι τα μη κοινοποιηθέντα έγγραφα ανήκαν στον διοικητικό φάκελο και αφορούσαν την ερευνητική της δραστηριότητα που πραγματοποιήθηκε όσον αφορά την προαναφερθείσα πώληση γηπέδων στο Rottenburg. Η τρέχουσα εξέταση χαρακτηρίστηκε ως ερευνητική δραστηριότητα, δεδομένου ότι σκοπός της ήταν να διασφαλιστεί ότι η Γερμανία εκπλήρωσε τις υποχρεώσεις της βάσει του δικαίου της ΕΕ. Στο παρόν στάδιο της έρευνας δεν ήταν δυνατόν να προβλεφθούν τα μελλοντικά μέτρα που θα έπρεπε να λάβει η Επιτροπή για το θέμα αυτό. Οι επαφές με τη Γερμανία βρίσκονταν σε εξέλιξη και δεν μπορούσε να αποκλειστεί το ενδεχόμενο ορισμένα ζητήματα να πρέπει να συζητηθούν περαιτέρω με το οικείο κράτος μέλος. Σύμφωνα με το άρθρο 108 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (\<\<ΣΛΕΕ\>\>) και το άρθρο 5 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 659/1999 του Συμβουλίου, της 22ας Μαρτίου 1999, για τη θέσπιση λεπτομερών κανόνων εφαρμογής του άρθρου 93 της Συνθήκης ΕΚ[\[4\],](#_ftn4){#_ftnref4} η Επιτροπή και το οικείο κράτος μέλος έπρεπε να συνεργαστούν προκειμένου να επιτρέψουν στην Επιτροπή να λάβει όλες τις απαραίτητες πληροφορίες για τον έλεγχο των κρατικών ενισχύσεων. Στο πλαίσιο αυτό, ήταν υψίστης σημασίας να διατηρηθεί ένα κλίμα αμοιβαίας εμπιστοσύνης μεταξύ της Επιτροπής και του οικείου κράτους μέλους. Η δημοσιοποίηση των σχετικών εγγράφων στο παρόν στάδιο θα υπονόμευε ασφαλώς τον σκοπό της διαδικασίας έρευνας που περιγράφεται ανωτέρω.

**41.** Στην πρόσφατη απόφασή του στην υπόθεση C-139/07 P, η οποία αφορούσε πραγματικά περιστατικά παρόμοια με εκείνα της παρούσας υπόθεσης, το Δικαστήριο επιβεβαίωσε ότι η Επιτροπή είχε εγκύρως αρνηθεί την πρόσβαση στα έγγραφα του αντίστοιχου διοικητικού φακέλου βάσει της εξαίρεσης που προβλέπεται στο άρθρο 4 παράγραφος 2 τρίτη περίπτωση του κανονισμού 1049/2001.

**42.** Στις σκέψεις 56-58 της απόφασής του, το Δικαστήριο επισήμανε ότι ο κανονισμός 659/1999, και ιδίως το άρθρο 20, δεν προβλέπει κανένα δικαίωμα πρόσβασης των ενδιαφερόμενων μερών στα έγγραφα του διοικητικού φακέλου της Επιτροπής στο πλαίσιο της διαδικασίας επανεξέτασης που κινήθηκε σύμφωνα με το (νυν) άρθρο 108 παράγραφος 2 της ΣΛΕΕ. Το Δικαστήριο έκρινε ότι το γεγονός αυτό έπρεπε να ληφθεί υπόψη για την ερμηνεία της εξαίρεσης που προβλέπεται στο άρθρο 4 παράγραφος 2 τρίτη περίπτωση του κανονισμού 1049/2001.

**43.** Στη σκέψη 58 της αποφάσεώς του, το Δικαστήριο έκρινε τα εξής: \<\<Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι τα ενδιαφερόμενα μέρη, με εξαίρεση το κράτος μέλος που είναι υπεύθυνο για τη χορήγηση της ενίσχυσης, δεν έχουν δικαίωμα, στο πλαίσιο της διαδικασίας ελέγχου των κρατικών ενισχύσεων, να συμβουλεύονται τα έγγραφα του διοικητικού φακέλου της Επιτροπής. (...) Αν οι ενδιαφερόμενοι αυτοί μπορούσαν να αποκτήσουν πρόσβαση, βάσει του κανονισμού 1049/2001, στα έγγραφα του διοικητικού φακέλου της Επιτροπής, το σύστημα ελέγχου των κρατικών ενισχύσεων θα ετίθετο υπό αμφισβήτηση.\>\>

**44.** Το Δικαστήριο έκρινε επίσης, στη σκέψη 61 της απόφασής του, ότι \<\<υπάρχει γενικό τεκμήριο ότι η δημοσιοποίηση εγγράφων του διοικητικού φακέλου υπονομεύει καταρχήν την προστασία των στόχων των δραστηριοτήτων έρευνας\>\>.

**45.** Με βάση τα ανωτέρω, η Επιτροπή κατέληξε στο συμπέρασμα ότι όλα τα μη κοινοποιηθέντα έγγραφα που ανήκουν στον διοικητικό φάκελο της υπόθεσης CP 137/2008 καλύπτονταν επί του παρόντος προδήλως από την εξαίρεση που προβλέπεται στο άρθρο 4 παράγραφος 2 τρίτη περίπτωση του κανονισμού 1049/2001 και, ως εκ τούτου, δεν μπορούσαν να δημοσιοποιηθούν.

**46.** Η Επιτροπή δήλωσε επίσης ότι είχε εξετάσει τη δυνατότητα μερικής πρόσβασης σύμφωνα με το άρθρο 4 παράγραφος 6 του κανονισμού 1049/2001. Ωστόσο, όλα τα σχετικά έγγραφα καλύπτονταν από τις σχετικές εξαιρέσεις στο σύνολό τους και, ως εκ τούτου, δεν μπορούσε να χορηγηθεί ούτε μερική πρόσβαση.

**47.** Η Επιτροπή κατέληξε δηλώνοντας ότι δεν θεωρεί ότι υπάρχει δημόσιο συμφέρον κατά την έννοια του κανονισμού 1049/2001, δηλαδή συμφέρον που είναι αντικειμενικό και γενικό και δεν μπορεί να διακριθεί από τα ατομικά ή ιδιωτικά συμφέροντα, το οποίο θα μπορούσε να υπερισχύσει του δημόσιου συμφέροντος για την προστασία του σκοπού της σχετικής έρευνας για κρατικές ενισχύσεις.

**48.** Στις παρατηρήσεις του, ο καταγγέλλων υποστήριξε ότι η συλλογιστική της Επιτροπής δεν ήταν πειστική, δεδομένου ότι η \<\<δεύτερη\>\> διαδικασία σχετικά με τη σχετική πώληση γηπέδων-οικοπέδων βασιζόταν σε καταγγελία που αφορούσε τα ίδια πραγματικά περιστατικά. Η καταγγελία αυτή δεν καταχωρίστηκε χωριστά, αλλά εξετάστηκε με αριθμό αναφοράς CP 137/2008.

**49.** Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε ότι η προσέγγιση της Επιτροπής θα οδηγούσε στο τερατώδες αποτέλεσμα ότι κανένας από τους δύο καταγγέλλοντες στην παρούσα υπόθεση δεν θα είχε δικαίωμα πρόσβασης στον φάκελο. Προσέθεσε ότι, όσον αφορά τα εμπορικά απόρρητα, η τιμή που είχε καταβληθεί για τη γη ήταν από καιρό γνωστή στο κοινό.

**50.** Ως εκ τούτου, ο καταγγέλλων επανέλαβε τον ισχυρισμό του ότι θα πρέπει να του δοθεί πρόσβαση στα σχετικά έγγραφα.

#### Η αξιολόγηση του Διαμεσολαβητή

**51.** Η παρούσα καταγγελία αφορά δύο ζητήματα, δηλαδή i) την εικαζόμενη μη τήρηση των προθεσμιών για την εξέταση της επιβεβαιωτικής αίτησης του καταγγέλλοντος και ii) το ερώτημα κατά πόσον θα έπρεπε να είχε δοθεί στον καταγγέλλοντα πρόσβαση στα έγγραφα που καλύπτονται από την παρούσα αίτηση.

**52.** Όσον αφορά το διαδικαστικό ζήτημα, η Επιτροπή δέχθηκε ότι δεν τήρησε την προθεσμία που προβλέπει ο κανονισμός 1049/201 για την εξέταση των επιβεβαιωτικών αιτήσεων. Ωστόσο, προέβαλε δύο λόγους για να εξηγήσει γιατί χρειάστηκε τόσος χρόνος για να εξετάσει την επιβεβαιωτική αίτηση του καταγγέλλοντος, δηλαδή το πεδίο εφαρμογής της εν λόγω αίτησης και τον αντίκτυπο της απόφασης του Δικαστηρίου στην υπόθεση C-139/07 P.

**53.** Είναι αληθές ότι ο κατάλογος των εγγράφων που προσκόμισε η Επιτροπή καλύπτει 107 στοιχεία και, ως εκ τούτου, σημαντικό αριθμό εγγράφων. Θα πρέπει, ωστόσο, να σημειωθεί ότι 32 από αυτά τα έγγραφα εμπίπτουν στο σημείο 1 του εν λόγω καταλόγου, το οποίο αφορά την αλληλογραφία μεταξύ του καταγγέλλοντος και της ΓΔ Ανταγωνισμού. Άλλα 25 έγγραφα απαριθμούνται στο σημείο 5 του εν λόγω καταλόγου, το οποίο αφορά έγγραφα που έχουν δημοσιοποιηθεί. Δεδομένου ότι η Επιτροπή έκρινε ότι τα έγγραφα που απαριθμούνται στις δύο αυτές επικεφαλίδες δεν ενέπιπταν στο πεδίο εφαρμογής της αίτησης πρόσβασης του καταγγέλλοντος, η Επιτροπή χρειάστηκε να εξετάσει συνολικά μόνο 50 έγγραφα προκειμένου να αποφασίσει κατά πόσον θα μπορούσε να χορηγηθεί πρόσβαση. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής δεν είναι πεπεισμένος ότι ο αριθμός των εγγράφων που καλύπτονται από την αίτηση πρόσβασης του καταγγέλλοντος ήταν τέτοιος ώστε η επιβεβαιωτική αίτησή του να μην μπορεί να εξεταστεί εντός των προβλεπόμενων προθεσμιών. Σε κάθε περίπτωση, εάν η Επιτροπή θεωρούσε ότι η επιβεβαιωτική αίτηση αφορούσε \<\<πολύ μεγάλο αριθμό εγγράφων\>\> κατά την έννοια του άρθρου 6 παράγραφος 3 του κανονισμού 1049/2001, θα έπρεπε να είχε επικοινωνήσει με τον καταγγέλλοντα με σκοπό την εξεύρεση δίκαιης λύσης.

**54.** Η Επιτροπή υποστήριξε ότι το μεγαλύτερο μέρος του χρόνου που χρειάστηκε για τη διεκπεραίωση της επιβεβαιωτικής αίτησης του καταγγέλλοντος ήταν αφιερωμένο στην επαλήθευση της ακρίβειας και της πληρότητας του καταλόγου των εγγράφων που αποτελούσαν μέρος του σχετικού φακέλου. Αυτό δεν είναι πειστικό επιχείρημα. Εάν ένας φάκελος τηρείται σωστά, δεν θα πρέπει να είναι πολύ δύσκολο και χρονοβόρο να καταρτιστεί κατάλογος των εγγράφων που περιέχει.

**55.** Όσον αφορά το δεύτερο από τα επιχειρήματα που προέβαλε η Επιτροπή, η απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση C-139/07 P έχει πράγματι, όπως θα εκτεθεί κατωτέρω, εξέχουσα σημασία για τη διεκπεραίωση των αιτήσεων πρόσβασης σε έγγραφα σχετικά με φακέλους που αφορούν καταγγελίες για κρατικές ενισχύσεις. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής κατανοεί πλήρως ότι η Επιτροπή έπρεπε να λάβει υπόψη την εν λόγω απόφαση όταν απάντησε στην επιβεβαιωτική αίτηση του καταγγέλλοντος. Ωστόσο, όταν εκδόθηκε η απόφαση αυτή στις 29 Ιουνίου 2010, είχε ήδη παρέλθει περισσότερος από ένας μήνας από τη λήξη της παραταθείσας προθεσμίας απάντησης στην επιβεβαιωτική αίτηση του καταγγέλλοντος.

**56.** Επομένως, κανένας από τους δύο λόγους στους οποίους αναφέρεται η Επιτροπή δεν επηρεάζει το συμπέρασμα ότι η Επιτροπή δεν εξέτασε τις επιβεβαιωτικές αιτήσεις του καταγγέλλοντος της 1ης Απριλίου 2010 εντός της προθεσμίας που προβλέπει ο κανονισμός 1049/2001. Πρόκειται για περίπτωση κακοδιοίκησης.

**57.** Ωστόσο, πρέπει να ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι, κατά τη γνώμη της, η Επιτροπή ζήτησε συγγνώμη για την καθυστέρηση αυτή. Στις παρατηρήσεις του, ο καταγγέλλων δεν εξέτασε το ζήτημα της καθυστέρησης που είχε σημειωθεί. Υπό τις συνθήκες αυτές, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι δεν συντρέχουν λόγοι για περαιτέρω έρευνες σχετικά με τις διαδικαστικές πτυχές της παρούσας υπόθεσης.

**58.** Όσον αφορά το ουσιαστικό ζήτημα, δηλαδή το κατά πόσον η απόφαση της Επιτροπής να αρνηθεί την πρόσβαση ήταν ορθή, θα πρέπει να σημειωθεί ότι η Επιτροπή επικαλέστηκε αρχικά το άρθρο 4 παράγραφος 2 πρώτη περίπτωση, το άρθρο 4 παράγραφος 2 τρίτη περίπτωση και το άρθρο 4 παράγραφος 3 του κανονισμού 1049/2001. Ωστόσο, η απόφαση της Επιτροπής σχετικά με την επιβεβαιωτική αίτηση του καταγγέλλοντος βασίζεται αποκλειστικά στο άρθρο 4 παράγραφος 2 τρίτη περίπτωση του κανονισμού 1049/2001. Επομένως, μόνον αυτή η διάταξη πρέπει να εξεταστεί εν προκειμένω.

**59.** Πριν προχωρήσουμε στην εξέταση αυτή, πρέπει να υπενθυμίσουμε ότι η Επιτροπή έκρινε ότι τα έγγραφα που απαριθμούνται στα σημεία 1 και 5 του καταλόγου της, δηλαδή η αλληλογραφία μεταξύ του καταγγέλλοντος και της ΓΔ Ανταγωνισμού και τα έγγραφα που ήταν δημόσια, δεν καλύπτονταν από την επιβεβαιωτική αίτηση του καταγγέλλοντος. Ο καταγγέλλων δεν αντιτάχθηκε στην ερμηνεία αυτή της επιβεβαιωτικής αίτησής του. Υπό τις συνθήκες αυτές, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι δεν συντρέχουν λόγοι για περαιτέρω έρευνες σχετικά με το ζήτημα της πρόσβασης στα ανωτέρω έγγραφα.

**60.** Όσον αφορά τα υπόλοιπα έγγραφα, η Επιτροπή ορθώς παρατήρησε ότι, στην απόφασή του στην υπόθεση C-139/07 P, το Δικαστήριο έκρινε ότι υπάρχει \<\<γενικό τεκμήριο ότι η δημοσιοποίηση εγγράφων του διοικητικού φακέλου υπονομεύει καταρχήν την προστασία των στόχων των δραστηριοτήτων έρευνας\>\>.[\[5\]](#_ftn5){#_ftnref5} Η προσέγγιση που υιοθέτησε η Επιτροπή στην παρούσα υπόθεση, η οποία είχε ως αποτέλεσμα την απόρριψη της επιβεβαιωτικής αίτησης του καταγγέλλοντος, είναι συνεπώς σύμφωνη με το δίκαιο της ΕΕ, όπως ερμηνεύεται από το Δικαστήριο.

**61.** Το Δικαστήριο έκρινε επίσης ότι το εν λόγω γενικό τεκμήριο δεν αποκλείει το δικαίωμα των αιτούντων \<\<να αποδείξουν ότι συγκεκριμένο έγγραφο του οποίου ζητήθηκε η γνωστοποίηση δεν καλύπτεται από το τεκμήριο αυτό ή ότι υπάρχει υπέρτερο δημόσιο συμφέρον που δικαιολογεί τη γνωστοποίηση του εν λόγω εγγράφου δυνάμει του άρθρου 4 παράγραφος 2 του κανονισμού αριθ. 1049/2001\>\>[\[6\].](#_ftn6){#_ftnref6}

**62.** Όσον αφορά την πρώτη από αυτές τις δυνατότητες, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί προφανές ότι ο αιτών δύσκολα θα είναι σε θέση να κάνει χρήση αυτής της δυνατότητας, εκτός εάν γνωρίζει ποια έγγραφα περιέχονται στον φάκελο στον οποίο επιθυμεί να του δοθεί πρόσβαση. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής σημειώνει με ικανοποίηση ότι η Επιτροπή διαβίβασε στον καταγγέλλοντα κατάλογο των εγγράφων του φακέλου της, παρόλο που ο κατάλογος αυτός υποβλήθηκε μόνο μαζί με την απάντηση στην επιβεβαιωτική αίτηση του καταγγέλλοντος. Ωστόσο, πρέπει να σημειωθεί ότι η Επιτροπή υποστήριξε ότι είχε αφιερώσει σημαντικό χρόνο στην εξέταση της εν λόγω αίτησης προκειμένου να προβεί σε πολύ προσεκτική και λεπτομερή ανάλυση, η οποία υπερέβαινε τις απαιτήσεις της τελευταίας νομολογίας. Επομένως, ο Διαμεσολαβητής δεν μπορεί να αποκλείσει το ενδεχόμενο η Επιτροπή να είχε την πρόθεση να αναφέρει ότι παρέσχε στον καταγγέλλοντα κατάλογο των εγγράφων του φακέλου της μόνον κατ' εξαίρεση. Ωστόσο, και όπως προαναφέρθηκε, όταν ένα θεσμικό όργανο επικαλείται το τεκμήριο ότι η δημοσιοποίηση των εγγράφων του φακέλου του θα έθιγε την προστασία των συμφερόντων που προβλέπεται στο άρθρο 4 παράγραφος 2 τρίτη περίπτωση του κανονισμού 1049/2001, ο αιτών δεν θα είναι ποτέ σε θέση να επιχειρήσει να υποστηρίξει ότι το τεκμήριο αυτό δεν καλύπτει συγκεκριμένο έγγραφο του φακέλου του θεσμικού οργάνου εάν δεν γνωρίζει το ακριβές περιεχόμενο του εν λόγω φακέλου. Εάν δεν παρασχεθούν στον αιτούντα τουλάχιστον πληροφορίες σχετικά με το ποια έγγραφα περιλαμβάνονται πράγματι στον εν λόγω φάκελο, η αποτελεσματικότητα του κανονισμού1049/2001 κινδυνεύει να τεθεί υπό αμφισβήτηση. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής θα προβεί σε περαιτέρω παρατήρηση σχετικά με το θέμα αυτό.

**63.** Στην παρούσα υπόθεση, ο καταγγέλλων δεν προσδιόρισε συγκεκριμένα έγγραφα ή τμήματα εγγράφων στα οποία, κατά την άποψή του, δεν εφαρμόζεται το ανωτέρω τεκμήριο και τα οποία, ως εκ τούτου, θα πρέπει να δημοσιοποιηθούν. Αντ 'αυτού, διατήρησε το γενικό αίτημά του για πρόσβαση.

**64.** Ο Διαμεσολαβητής θεωρεί, ωστόσο, ότι μπορεί και πρέπει να εξακριβώσει κατά πόσον η εκ μέρους ενός θεσμικού οργάνου επίκληση του εν λόγω τεκμηρίου είναι ορθή, ακόμη και όταν ο καταγγέλλων δεν προβάλλει ακριβή και συγκεκριμένα επιχειρήματα προς τον σκοπό αυτό. Στην πραγματικότητα, δεν μπορεί να αναμένεται από τους καταγγέλλοντες να έχουν λεπτομερή γνώση του δικαίου της ΕΕ και να εγείρουν όλα τα ζητήματα που ενδέχεται να είναι συναφή. Εξάλλου, το θεσμικό όργανο του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή ιδρύθηκε ακριβώς με σκοπό την παροχή βοήθειας στους πολίτες σε περίπτωση προβλημάτων με τη διοίκηση της ΕΕ.

**65.** Εν προκειμένω, από τα αποδεικτικά στοιχεία που προσκόμισε η ίδια η Επιτροπή προκύπτει ότι δεν μπορεί να τεκμαίρεται ότι η γνωστοποίηση του συνόλου των εγγράφων του φακέλου της θα έθιγε την προστασία των συμφερόντων που προβλέπεται στο άρθρο 4, παράγραφος 2, τρίτη περίπτωση, του κανονισμού 1049/2001. Οι πληροφορίες που παρασχέθηκαν όσον αφορά τα έγγραφα που απαριθμούνται στα σημεία 9 και 12 υπό τον τίτλο (2) του καταλόγου εγγράφων της Επιτροπής, ο οποίος καλύπτει την αλληλογραφία μεταξύ της Επιτροπής και των γερμανικών αρχών, καθιστούν σαφές ότι τα στοιχεία αυτά αποτελούν μη εμπιστευτικές εκδοχές επιστολών που απηύθυναν οι γερμανικές αρχές στην Επιτροπή. Είναι σαφές ότι τα έγγραφα αυτά είναι πανομοιότυπα με τις μη εμπιστευτικές εκδοχές των επιστολών που απηύθυναν οι γερμανικές αρχές στη ΓΔ Ανταγωνισμού στις 30 Ιουλίου 2008 και στις 25 Σεπτεμβρίου 2009, οι οποίες διαβιβάστηκαν στον καταγγέλλοντα με την επιστολή της ΓΔ Ανταγωνισμού της 18ης Αυγούστου 2010. Τουλάχιστον για τα δύο αυτά έγγραφα, το προαναφερθέν τεκμήριο σαφώς δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι εφαρμόζεται.

**66.** Το ίδιο συμπέρασμα ισχύει όσον αφορά το μη εμπιστευτικό κείμενο της επιστολής που απηύθυναν οι γερμανικές αρχές στην Επιτροπή στις 30 Δεκεμβρίου 2009. Το έγγραφο αυτό κοινοποιήθηκε επίσης στον καταγγέλλοντα από τη ΓΔ Ανταγωνισμού στις 18 Αυγούστου 2010. Δυστυχώς, ο κατάλογος των εγγράφων που προσκόμισε η Επιτροπή δεν επιτρέπει την ακριβή ταυτοποίηση αυτού του εγγράφου, δεδομένου ότι υπάρχουν τρία έγγραφα που θα μπορούσαν να είναι σχετικά και ότι η αναφορά \<\<Μη εμπιστευτική έκδοση\>\>, η οποία εμφανίζεται όσον αφορά τα έγγραφα αριθ. 9 και 12, δεν χρησιμοποιείται στην περιγραφή κανενός από αυτά τα τρία έγγραφα.

**67.** Ωστόσο, πρέπει να υπενθυμιστεί ότι οι μη εμπιστευτικές εκδοχές των τριών προαναφερόμενων επιστολών των γερμανικών αρχών κοινοποιήθηκαν στον καταγγέλλοντα στις 18 Αυγούστου 2010. Μολονότι θα ήταν ευκταίο η απόφαση της 8ης Σεπτεμβρίου 2010 να εξετάσει το ζήτημα της πρόσβασης σε αυτά τα συγκεκριμένα έγγραφα, έστω και μόνο με παραπομπή στην προηγούμενη επιστολή της 18ης Αυγούστου 2010, η αδυναμία αυτή δεν υποδηλώνει ότι η απόφαση της Επιτροπής σχετικά με τα υπόλοιπα έγγραφα ήταν εσφαλμένη[\[7\].](#_ftn7){#_ftnref7}

**68.** Όσον αφορά το ενδεχόμενο υπέρτερο δημόσιο συμφέρον για τη δημοσιοποίηση, ο καταγγέλλων δεν διατύπωσε συγκεκριμένες παρατηρήσεις στις παρατηρήσεις του σχετικά με τη γνώμη της Επιτροπής. Στην επιβεβαιωτική αίτησή του, υποστήριξε ότι το οικόπεδο που είχε πωληθεί αποτελούσε ιδιοκτησία των πολιτών του Rottenburg και ότι, ως εκ τούτου, υπήρχε υπέρτερο δημόσιο συμφέρον για τη γνωστοποίηση εκ μέρους των τελευταίων.

**69.** Ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι αυτή η αρκετά γενική δήλωση δεν αρκεί για να αποδειχθεί η ύπαρξη δημόσιου συμφέροντος για δημοσιοποίηση που θα μπορούσε να υπερισχύσει της εξαίρεσης που επικαλείται η Επιτροπή.

**70.** Με βάση τα ανωτέρω, δεν διαπιστώθηκε κακοδιοίκηση όσον αφορά την ουσία της απόφασης της Επιτροπής να απορρίψει την επιβεβαιωτική αίτηση του καταγγέλλοντος.

### Β. Συμπεράσματα

Με βάση την έρευνά του σχετικά με την εν λόγω καταγγελία, ο Διαμεσολαβητής την περατώνει με τα ακόλουθα συμπεράσματα:

**Δεν υπάρχουν λόγοι για περαιτέρω έρευνες σχετικά με τις διαδικαστικές πτυχές της υπό κρίση υπόθεσης. Δεν διαπιστώνεται κακοδιοίκηση όσον αφορά την ουσία της απόφασης της Επιτροπής να απορρίψει την επιβεβαιωτική αίτηση του καταγγέλλοντος.**

Ο καταγγέλλων και η Επιτροπή θα ενημερωθούν για την απόφαση αυτή.

Περαιτέρω παρατήρηση
--------------------

{#FR02/2011}

**Ο Διαμεσολαβητής συγχαίρει την Επιτροπή για την παροχή στον καταγγέλλοντα καταλόγου όλων των εγγράφων του φακέλου στα οποία αυτός είχε ζητήσει πρόσβαση. Θεωρεί ότι ένας τέτοιος κατάλογος εγγράφων θα πρέπει να παρέχεται σε όλες τις μελλοντικές περιπτώσεις στις οποίες η Επιτροπή προτίθεται να επικαλεστεί το τεκμήριο ότι η δημοσιοποίηση των εγγράφων του φακέλου της θα έθιγε την προστασία των συμφερόντων που ορίζεται στο άρθρο 4 παράγραφος 2 τρίτη περίπτωση του κανονισμού 1049/2001. Ο σχετικός κατάλογος θα πρέπει να είναι διαθέσιμος το αργότερο με την απόφαση σχετικά με την αίτηση πρόσβασης, ώστε να μπορεί ο αιτών να τον χρησιμοποιήσει για την προετοιμασία επιβεβαιωτικής αίτησης πρόσβασης.**

Π. Νικηφόρος Διαμαντούρος

Στρασβούργο, 31 Ιανουαρίου 2011

*** ** * ** ***

[\[1\]](#_ftnref1){#_ftn1} ΕΕ L 145, σ. 43.

[\[2\]](#_ftnref2){#_ftn2} Η απόφαση δεν έχει ακόμη δημοσιευθεί στις επίσημες εκθέσεις, αλλά είναι διαθέσιμη στον ιστότοπο του Δικαστηρίου ([http://curia.europa.eu](http://curia.europa.eu/)).

[\[3\]](#_ftnref3){#_ftn3} Σκέψη 61 της αποφάσεως.

[\[4\]](#_ftnref4){#_ftn4} ΕΕ L 83, σ. 1.

[\[5\]](#_ftnref5){#_ftn5} Σκέψη 61 της αποφάσεως.

[\[6\]](#_ftnref6){#_ftn6} Σκέψη 62 της αποφάσεως.

[\[7\]](#_ftnref7){#_ftn7} Στις 18 Αυγούστου 2010, η Επιτροπή κοινοποίησε επίσης το μη εμπιστευτικό κείμενο νέας επιστολής των γερμανικών αρχών, με ημερομηνία 9 Ιουλίου 2010. Το γεγονός ότι ούτε το πρωτότυπο της παρούσας επιστολής ούτε αυτή η μη εμπιστευτική εκδοχή αναφέρεται στον κατάλογο των εγγράφων που υπέβαλε η Επιτροπή είναι πιθανό να οφείλεται στο γεγονός ότι η Επιτροπή εξέτασε την αίτηση πρόσβασης του καταγγέλλοντος για να παραπέμψει στα έγγραφα που περιλαμβάνονταν στον φάκελό της όταν ο καταγγέλλων υπέβαλε την επιβεβαιωτική αίτησή του για πρόσβαση την 1η Απριλίου 2010.