• Υποβάλετε την αναφορά σας
  • Αίτηση παροχής πληροφοριών
 Δημόσια διαβούλευση σχετικά με τον στρατηγικό σχεδιασμό της Ευρωπαίας Διαμεσολαβήτριας Με ορίζοντα το 201960th Rome Treaty anniversaryη Ευρώπη σου - Η δικτυακή πύλη των δημόσιων ευρωπαϊκών και εθνικών υπηρεσιών άμεσης σύνδεσης

Aπάντηση που δόθηκε από θεσμικά όργανα σε επικριτικές ή επιπρόσθετες παρατηρήσεις

1. Εισαγωγή

Ο Ευρωπαίος Διαμεσολαβητής υπηρετεί το δημόσιο συμφέρον μέσω της συνδρομής του στη βελτίωση της ποιότητας της διοίκησης και των υπηρεσιών που παρέχονται στους πολίτες από τα όργανα της ΕΕ[1]. Ταυτόχρονα, ο Διαμεσολαβητής παρέχει στους πολίτες και στους διαμένοντες στην Ένωση ένα εναλλακτικό μέσο για την προάσπιση των συμφερόντων τους. Το μέσο αυτό είναι συμπληρωματικό προς την προστασία που παρέχεται από τα δικαστήρια της ΕΕ και δεν έχει κατ’ ανάγκη τον ίδιο στόχο με τις δικαστικές διαδικασίες.

Μόνο τα δικαστήρια είναι αρμόδια να εκδίδουν νομικά δεσμευτικές αποφάσεις και να αποφαίνονται επί της ερμηνείας του νόμου. Ο Διαμεσολαβητής δύναται να διατυπώνει προτάσεις και συστάσεις και, ως ύστατο μέσο, να αναδεικνύει την πολιτική διάσταση μιας υπόθεσης υποβάλλοντας ειδική έκθεση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Η αποτελεσματικότητα του Διαμεσολαβητή εξαρτάται, επομένως, από το ηθικό κύρος του και, για τον λόγο αυτό, είναι σημαντικό το έργο του Διαμεσολαβητή να είναι ευαπόδεικτα δίκαιο, αμερόληπτο και διεξοδικό.

Ορισμένες από τις αποφάσεις του Διαμεσολαβητή για την περάτωση ερευνών περιέχουν εποικοδομητική κριτική και προτάσεις προς το εκάστοτε όργανο της ΕΕ υπό μορφή επικριτικών παρατηρήσεων ή/και συμπληρωματικών παρατηρήσεων. Μια επικριτική παρατήρηση προϋποθέτει τη διαπίστωση κακοδιοίκησης, ενώ η συμπληρωματική παρατήρηση διατυπώνεται χωρίς τέτοια διαπίστωση. Κάθε χρόνο, ο Διαμεσολαβητής δημοσιεύει μελέτη σχετικά με τον βαθμό στον οποίο τα όργανα της ΕΕ έχουν εξετάσει τις επικριτικές και συμπληρωματικές παρατηρήσεις του, έχουν διδαχθεί από αυτές και έχουν θεσπίσει συστημικές αλλαγές ώστε να περιορίσουν τις πιθανότητες εκδήλωσης περιστατικών κακοδιοίκησης στο μέλλον.

2. Ο σκοπός των επικριτικών παρατηρήσεων και των συμπληρωματικών παρατηρήσεων

Στο πλαίσιο αυτό, οι συμπληρωματικές παρατηρήσεις έχουν έναν και μοναδικό σκοπό: να υπηρετούν το δημόσιο συμφέρον μέσω της συνδρομής που παρέχεται στο σχετικό όργανο προκειμένου να βελτιώσει την ποιότητα της διοίκησής του στο μέλλον. Μια συμπληρωματική παρατήρηση δεν προϋποθέτει τη διαπίστωση κακοδιοίκησης. Κατά συνέπεια, δεν πρέπει να νοείται ως κριτική εις βάρος του οργάνου στο οποίο απευθύνεται, αλλά περισσότερο ως συμβουλή σχετικά με τους τρόπους βελτίωσης μιας συγκεκριμένης πρακτικής με στόχο την καλύτερη ποιότητα των υπηρεσιών που παρέχονται στους πολίτες.

Αντιθέτως, μια επικριτική παρατήρηση έχει συνήθως περισσότερους σκοπούς. Όπως και η συμπληρωματική παρατήρηση, η επικριτική έχει πάντα μια παιδευτική διάσταση: ενημερώνει το εκάστοτε όργανο σχετικά με τη διαπιστωθείσα κακοδιοίκηση προκειμένου αυτό να μπορέσει να την αποφύγει στο μέλλον. Με στόχο τη μεγιστοποίηση του παιδευτικού αυτού χαρακτήρα, η επικριτική παρατήρηση προσδιορίζει τον κανόνα ή την αρχή που έχει παραβιαστεί και (σε περίπτωση που δεν είναι προφανές) εξηγεί τι θα έπρεπε να έχει κάνει το εκάστοτε όργανο στις ιδιαίτερες περιστάσεις της υπόθεσης. Με τον τρόπο με τον οποίο διατυπώνεται, η επικριτική παρατήρηση εξηγεί και αιτιολογεί επίσης τους λόγους που οδήγησαν τον Διαμεσολαβητή στη διαπίστωση της κακοδιοίκησης και επιδιώκει επομένως την ενίσχυση της εμπιστοσύνης των πολιτών και των οργάνων στον θεμιτό χαρακτήρα και στη διεξοδικότητα του έργου του. Επιπλέον, καταδεικνύοντας την προθυμία του Διαμεσολαβητή να επικρίνει δημόσια τα όργανα, όπου αυτό είναι αναγκαίο, οι επικριτικές παρατηρήσεις ενισχύουν την εμπιστοσύνη του κοινού στην αμεροληψία του Διαμεσολαβητή.

Ωστόσο, μια επικριτική παρατήρηση δεν συνιστά αποζημίωση για τον ενδιαφερόμενο. Άλλωστε, δεν επιδιώκουν αποζημίωση όλοι οι ενδιαφερόμενοι ούτε και κρίνονται ως παραδεκτές όλες οι αξιώσεις αποζημίωσης. Πάντως, στις περιπτώσεις όπου θα έπρεπε να έχει παρασχεθεί αποζημίωση, η περάτωση της υπόθεσης με επικριτική παρατήρηση σηματοδοτεί μια τριπλή αποτυχία. Ο ενδιαφερόμενος δεν κατόρθωσε να λάβει ικανοποίηση, το σχετικό όργανο δεν κατόρθωσε να διευθετήσει την κακοδιοίκηση και ο Διαμεσολαβητής δεν κατόρθωσε να πείσει το όργανο να αλλάξει τη θέση του[2].

Όταν τίθεται ζήτημα αποζημίωσης, είναι προτιμότερο το σχετικό όργανο να λαμβάνει την πρωτοβουλία, αφότου έχει λάβει την αναφορά, να αναγνωρίσει την κακοδιοίκηση και να προσφέρει την ανάλογη αποζημίωση. Στις περισσότερες περιπτώσεις, η αποζημίωση αυτή συνεπάγεται απλώς την έκφραση συγγνώμης.

Μέσω τέτοιου είδους πρωτοβουλιών, το όργανο καταδεικνύει την προσήλωσή του στη βελτίωση των σχέσεων με τους πολίτες. Δείχνει επίσης ότι έχει επίγνωση της διαπιστωθείσας κακοδιοίκησης, οπότε και μπορεί να την αποφύγει στο μέλλον. Σε τέτοιες περιπτώσεις, είναι περιττή η διατύπωση επικριτικής παρατήρησης από τον Διαμεσολαβητή. Εάν, ωστόσο, υπάρχει υπόνοια ότι μια συγκεκριμένη υπόθεση μπορεί να είναι απόρροια υφιστάμενου συστημικού προβλήματος, ο Διαμεσολαβητής δύναται να αποφασίζει τη διενέργεια αυτεπάγγελτης έρευνας, ακόμη και αν η συγκεκριμένη υπόθεση έχει διευθετηθεί με ικανοποίηση του ενδιαφερόμενου.

3. Επικριτικές παρατηρήσεις σε περιπτώσεις όπου δεν ενδείκνυται φιλικός διακανονισμός ή υποβολή σχεδίου σύστασης

Από τα προαναφερθέντα μπορεί κανείς να συμπεράνει ότι πολλές επικριτικές παρατηρήσεις υποδηλώνουν χαμένες ευκαιρίες. Η βέλτιστη έκβαση θα ήταν το σχετικό όργανο να αναγνωρίσει την κακοδιοίκηση και να παράσχει την κατάλληλη αποζημίωση, η οποία συνεπάγεται ενίοτε μια απλή έκφραση συγγνώμης. Εάν αυτό είχε γίνει, δεν θα υπήρχε καμία ανάγκη να διατυπωθεί επικριτική παρατήρηση.

Ωστόσο, ο ενδιαφερόμενος δεν έχει πάντα δίκιο και το σχετικό όργανο δικαιούται να υπερασπιστεί τη θέση του. Περίπου το ήμισυ του αριθμού των υποθέσεων που δεν διευθετούνται από το εκάστοτε όργανο σε πρώιμο στάδιο περατώνονται εν τέλει χωρίς να διαπιστωθεί κακοδιοίκηση. Στις περιπτώσεις αυτές, το όργανο κατορθώνει, προς ικανοποίηση του Διαμεσολαβητή (και, ενίοτε, και του ενδιαφερόμενου), να εξηγήσει τους λόγους για τους οποίους ενήργησε με τον τρόπο που ενήργησε και βάσει των οποίων δεν πρόκειται να αλλάξει τη θέση του.

Όταν ο Διαμεσολαβητής διαφωνεί με το όργανο και διαπιστώνει κακοδιοίκηση για την οποία ο ενδιαφερόμενος πρέπει να αποζημιωθεί, η συνήθης διαδικασία είναι να προτείνεται φιλικός διακανονισμός. Εάν το όργανο απορρίψει μια τέτοια πρόταση χωρίς προφανείς λόγους, το επόμενο βήμα είναι συνήθως η υποβολή σχεδίου σύστασης.

Στις περιπτώσεις όπου ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι δεν υπάρχουν πολλές πιθανότητες αποδοχής του φιλικού διακανονισμού από το όργανο ή ότι ο φιλικός διακανονισμός δεν είναι η ενδεικνυόμενη λύση, δύναται να προχωρήσει απευθείας στην υποβολή σχεδίου σύστασης. Όταν προτείνει φιλικό διακανονισμό, ο Διαμεσολαβητής επιδιώκει την επίτευξη συμφωνίας μεταξύ του σχετικού οργάνου και του ενδιαφερόμενου, ο οποίος ζητά συχνά προσωπική αποζημίωση. Εάν η κακοδιοίκηση που πρέπει να διευθετηθεί βλάπτει πρωτίστως το δημόσιο συμφέρον, ο Διαμεσολαβητής ενδέχεται να κρίνει προσφορότερη την υποβολή σχεδίου σύστασης παρά την επίτευξη φιλικού διακανονισμού.

Η έκφραση συγγνώμης ως μέσο αποζημίωσης αξίζει ιδιαίτερης προσοχής στο συγκεκριμένο πλαίσιο. Για να είναι αποτελεσματική, η συγγνώμη πρέπει να είναι ειλικρινής. Μια συγγνώμη που θεωρείται ανειλικρινής δυσχεραίνει απλώς τα πράγματα. Υπάρχουν περισσότερες πιθανότητες ο ενδιαφερόμενος να αναγνωρίσει μια συγγνώμη ως ειλικρινή, εάν αυτή εκφραστεί από το όργανο με δική του πρωτοβουλία παρά ως απάντηση σε επίσημη υπόδειξη του Διαμεσολαβητή. Για τον λόγο αυτό, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί συχνά ότι δεν θα ήταν σκόπιμο να προτείνει φιλικό διακανονισμό υπό μορφή έκφρασης συγγνώμης. Τυχόν σχέδιο σύστασης με τον ίδιο σκοπό θεωρείται μάλιστα ακόμη λιγότερο χρήσιμο.

Εφόσον δεν μπορεί να γίνει τίποτα για τη διευθέτηση της κακοδιοίκησης, η διατύπωση επικριτικής παρατήρησης συνιστά τον δικαιότερο και αποτελεσματικότερο τρόπο περάτωσης μιας υπόθεσης.

Σε τέτοιες περιπτώσεις, μια επικριτική παρατήρηση αποτελεί δίκαιη λύση τόσο για τον ενδιαφερόμενο όσο και για το σχετικό όργανο. Είναι δίκαιη για τον ενδιαφερόμενο διότι επιβεβαιώνει το παραδεκτό της αναφοράς, παρότι δεν υφίσταται δυνατότητα αποζημίωσης. Είναι επίσης δίκαιη για το σχετικό όργανο διότι συνιστά το αποτέλεσμα των διαδικασιών του Διαμεσολαβητή, οι οποίες αποσκοπούν στο να διασφαλιστεί ότι το όργανο έχει λάβει γνώση των ισχυρισμών, των αξιώσεων, των στοιχείων και των επιχειρημάτων που έχει υποβάλει ο ενδιαφερόμενος. Οι ίδιες διαδικασίες δίνουν στο όργανο τη δυνατότητα να εκφράσει την άποψή του, έχοντας πλήρη γνώση της εις βάρος του αναφοράς, πριν από τη διατύπωση της επικριτικής παρατήρησης.

Μια επικριτική παρατήρηση είναι αποτελεσματική διότι αποτρέπει την επιμήκυνση της διάρκειας μιας έρευνας η οποία δεν μπορεί να οδηγήσει σε καμία αποζημίωση για τον ενδιαφερόμενο.

Όσον αφορά το δημόσιο συμφέρον, η ίδια η παρατήρηση διασφαλίζει την απαραίτητη παιδευτική διάσταση. Το όργανο στο οποίο απευθύνεται πρέπει να αντλήσει τα απαραίτητα διδάγματα για τον μέλλον. Το τι ενδείκνυται περισσότερο για τη διευθέτησή της εξαρτάται από την εκάστοτε περίπτωση κακοδιοίκησης. Για ένα μεμονωμένο περιστατικό, για παράδειγμα, ενδέχεται να μην απαιτείται καμία συνέχεια.

4. Επικριτικές παρατηρήσεις μετά από απόρριψη φιλικού διακανονισμού ή σχεδίου σύστασης

Η αποδοχή, εκ μέρους του οργάνου, πρότασης φιλικού διακανονισμού ή σχεδίου σύστασης οδηγεί συνήθως στην περάτωση της υπόθεσης πάνω σε αυτή τη βάση.

Εάν ο ενδιαφερόμενος απορρίψει αδικαιολόγητα προτεινόμενο φιλικό διακανονισμό, ο Διαμεσολαβητής θεωρεί συνήθως ότι δεν δικαιολογείται περαιτέρω έρευνα για τη συγκεκριμένη υπόθεση.

Η απόρριψη πρότασης φιλικού διακανονισμού ή σχεδίου σύστασης από το όργανο ενδέχεται να οδηγήσει σε μια σειρά πιθανών εκβάσεων.

Πρώτον, ο Διαμεσολαβητής ενδέχεται να κρίνει, αφότου έχει εξετάσει την απάντηση του οργάνου, ότι η προηγούμενη διαπίστωσή του περί κακοδιοίκησης χρήζει επανεξέτασης.

Δεύτερον, εάν η λεπτομερής γνώμη του οργάνου επί σχεδίου σύστασης δεν είναι ικανοποιητική, ο Διαμεσολαβητής δύναται να υποβάλει ειδική έκθεση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Όπως για πρώτη φορά τονίστηκε στην ετήσια έκθεση του Διαμεσολαβητή για το 1998, η δυνατότητα υποβολής ειδικής έκθεσης στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο συνιστά μέσο ανεκτίμητης αξίας για το έργο του Διαμεσολαβητή. Κατά συνέπεια, ειδικές εκθέσεις δεν πρέπει να υποβάλλονται πολύ συχνά, αλλά μόνο εφόσον εγείρονται σημαντικά ζητήματα, σχετικά με τα οποία το Κοινοβούλιο είναι σε θέση να αναλάβει δράση προκειμένου να συνδράμει τον Διαμεσολαβητή.

Τέλος, ο Διαμεσολαβητής δύναται να αποφασίζει την περάτωση της υπόθεσης με διατύπωση επικριτικής παρατήρησης, είτε στο στάδιο κατά το οποίο το όργανο απορρίπτει πρόταση φιλικού διακανονισμού είτε εφόσον η λεπτομερής γνώμη του οργάνου επί σχεδίου σύστασης δεν είναι ικανοποιητική.

Σε ορισμένες περιπτώσεις, η υπόθεση μπορεί να περατώνεται με επικριτική παρατήρηση διότι ο Διαμεσολαβητής κρίνει ότι το όργανο έχει αποδείξει με πειστικό τρόπο ότι, παρόλο που υφίσταται κακοδιοίκηση, η θεραπεία που προτείνεται μέσω του φιλικού διακανονισμού ή του σχεδίου σύστασης είναι ακατάλληλη, ενώ δεν είναι εφικτή καμία άλλη πιθανή λύση ή αποζημίωση. Σε τέτοιες περιπτώσεις, η επικριτική παρατήρηση είναι ουσιαστικά παρόμοια με εκείνη που θα είχε διατυπωθεί εφόσον η υπόθεση είχε περατωθεί χωρίς φιλικό διακανονισμό ή σχέδιο σύστασης.

Δυστυχώς, υπάρχουν επίσης περιπτώσεις στις οποίες το όργανο απορρίπτει τις υποδείξεις του Διαμεσολαβητή για λόγους που δεν είναι πειστικοί. Υπάρχουν δε λίγες ακόμη περιπτώσεις στις οποίες το όργανο αρνείται να δεχτεί τη διαπίστωση της κακοδιοίκησης από τον Διαμεσολαβητή.

Οι περιπτώσεις αυτές ενέχουν τον κίνδυνο υπονόμευσης του ηθικού κύρους του Διαμεσολαβητή και αποδυνάμωσης της εμπιστοσύνης των πολιτών προς την Ευρωπαϊκή Ένωση και τα όργανά της. Η διεθνής εμπειρία δείχνει ότι ο θεσμός του διαμεσολαβητή λειτουργεί περισσότερο αποτελεσματικά εκεί όπου το κράτος δικαίου είναι πραγματικά εδραιωμένο, με δημοκρατικούς θεσμούς που λειτουργούν απρόσκοπτα. Σε ένα τέτοιο πλαίσιο, οι δημόσιες αρχές ακολουθούν συνήθως τις συστάσεις των διαμεσολαβητών παρά το γεγονός ότι δεν είναι νομικά δεσμευτικές, ακόμη και αν διαφωνούν με αυτές.



[1] Το άρθρο 228 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης αναθέτει στον Διαμεσολαβητή την αρμοδιότητα να διερευνά αναφορές σχετικά με περιπτώσεις κακής διοίκησης στα πλαίσια της δράσης των «θεσμικών ή λοιπών οργάνων ή οργανισμών της Ένωσης, με εξαίρεση το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης κατά την άσκηση των δικαιοδοτικών του καθηκόντων». Χάριν συντομίας, χρησιμοποιούμε εδώ τον όρο «όργανα» για να αναφερόμαστε στο σύνολο των θεσμικών ή λοιπών οργάνων ή οργανισμών της ΕΕ.

[2] Οι ετήσιες εκθέσεις του Διαμεσολαβητή περιλαμβάνουν πληθώρα παραδειγμάτων από υποθέσεις στις οποίες τα όργανα έχουν παράσχει αποζημίωση στους ενδιαφερόμενους.

2015

Putting it Right? - How the EU institutions responded to the Ombudsman in 2015

Putting it Right? - Annex - Detailed analysis of the responses to the Ombudsman’s remarks, recommendations and proposals in 2015

2014

Putting it Right? - Annex - Detailed analysis of the responses to the Ombudsman’s remarks, recommendations and proposals in 2014

Putting it Right? - How the EU institutions responded to the Ombudsman in 2014

2013

Putting it Right? - Annex - Detailed analysis of the responses to the Ombudsman’s remarks, recommendations and proposals in 2013

Putting it Right? - How the EU institutions responded to the Ombudsman in 2013

2012

Putting it Right? - Annex - Detailed analysis of the responses to the Ombudsman’s remarks, recommendations and proposals in 2012

Putting it Right? - How the EU institutions responded to the Ombudsman in 2012

2011

Report on responses to proposals for friendly solutions and draft recommendations - How the EU institutions complied with the Ombudsman’s suggestions in 2011

Follow-up to critical and further remarks - How the EU institutions responded to the Ombudsman’s recommendations in 2011

2010

Follow-up to critical and further remarks- How the EU institutions responded to the Ombudsman’s recommendations in 2010

2009

Follow-up to critical and further remarks- How the EU institutions responded to the Ombudsman’s recommendations in 2009

2008

Follow-up to critical and further remarks - How the EU institutions responded to the Ombudsman's recommendations in 2008

2007

Follow-up to critical and further remarks - How the EU institutions responded to the Ombudsman's recommendations in 2007

2006

Study of follow-up given by institutions to critical remarks and further remarks made by the Ombudsman in 2006