• Υποβάλετε την αναφορά σας
  • Αίτηση παροχής πληροφοριών
60th Rome Treaty anniversaryη Ευρώπη σου - Η δικτυακή πύλη των δημόσιων ευρωπαϊκών και εθνικών υπηρεσιών άμεσης σύνδεσης

Απόφαση του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή σχετικά με τις εσωτερικές διαδικασίες για το χειρισμό αιτήσεων πρόσβασης του κοινού σε έγγραφα και αιτήσεων παροχής πληροφοριών

Διαθέσιμες γλώσσες  :  bg.es.cs.da.de.et.el.en.fr.ga.hr.it.lv.lt.hu.mt.nl.pl.pt.ro.sk.sl.fi.sv

Η διαδικασία που εκτίθεται στην παρούσα απόφαση αποσκοπεί να διασφαλίσει ότι, κατά την εξέταση αιτήσεων πρόσβασης του κοινού σε έγγραφα και αιτήσεων παροχής πληροφοριών, ο Διαμεσολαβητής εφαρμόζει τα αυστηρότερα πρότυπα διαφάνειας και αποτελεσματικότητας.

Οι αιτήσεις πρόσβασης του κοινού σε έγγραφα που βρίσκονται στην κατοχή της Υπηρεσίας του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή εξετάζονται σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1049/2001[1], και το Καθεστώς του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή[2].

Η παρούσα απόφαση ισχύει επίσης και για τις αιτήσεις παροχής πληροφοριών που υποβάλλονται στην Υπηρεσία του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή.

Ο Ευρωπαίος Διαμεσολαβητής θεσπίζει την ακόλουθη εσωτερική διαδικασία:

Άρθρο 1: Παραλαβή αιτήσεων πρόσβασης του κοινού σε έγγραφα και αιτήσεων παροχής πληροφοριών

1.1 Αρμόδια υπηρεσία για το χειρισμό αιτήσεων πρόσβασης του κοινού σε έγγραφα και αιτήσεων παροχής πληροφοριών θα είναι μια καθορισμένη μονάδα.

1.2 Όποιος στην Υπηρεσία του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή παραλαμβάνει αίτηση πρόσβασης του κοινού σε έγγραφα, τη διαβιβάζει άμεσα στην καθορισμένη μονάδα προς καταχώριση και επεξεργασία.

1.3 Όποιος στην Υπηρεσία του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή παραλαμβάνει έγγραφη αίτηση παροχής πληροφοριών την εξετάζει άμεσα και διεξοδικά. Αν αυτό δεν είναι δυνατό, η αίτηση παροχής πληροφοριών πρέπει να προωθηθεί στην καθορισμένη μονάδα.

Άρθρο 2: Αιτήσεις πρόσβασης του κοινού σε έγγραφα

2.1 Οι αιτήσεις πρόσβασης του κοινού σε έγγραφα εξετάζονται σύμφωνα με τη διαδικασία[3] των άρθρων 6 έως 10 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1049/2001. Η διαδικασία αυτή περιλαμβάνει το δικαίωμα του αιτούντος να υποβάλει μια επιβεβαιωτική αίτηση[4] σε περίπτωση ολικής ή μερικής απόρριψης της αίτησης ή έλλειψης απάντησης εντός συγκεκριμένης προθεσμίας.

2.2 Αποφάσεις επί των αρχικών αιτήσεων λαμβάνει ο προϊστάμενος της καθορισμένης μονάδας. Στην απόφαση επί μιας αρχικής αίτησης με την οποία δεν γίνεται δεκτή πλήρως ή εν μέρει η πρόσβαση στο ζητηθέν έγγραφο/στα ζητηθέντα έγγραφα, εκτίθενται οι σχετικοί προς τούτο λόγοι και ενημερώνεται ο αιτών για το δικαίωμά του να υποβάλει επιβεβαιωτική αίτηση.

2.3 Οι αποφάσεις επί των επιβεβαιωτικών αιτήσεων λαμβάνονται από τον Γενικό Γραμματέα. Στην απόφαση επί μιας επιβεβαιωτικής αίτησης με την οποία δεν γίνεται δεκτή, πλήρως ή εν μέρει, η πρόσβαση στο ζητηθέν έγγραφο/στα ζητηθέντα έγγραφα αναφέρονται οι σχετικοί προς τούτο λόγοι και ενημερώνεται ο αιτών για το δικαίωμά του να προσφύγει ενώπιον του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, σύμφωνα με τις οικείες διατάξεις της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

2.4 Πρόσβαση του κοινού σε έγγραφα επιτρέπεται με την επιφύλαξη της προστασίας ορισμένων δημόσιων ή ιδιωτικών συμφερόντων δυνάμει των εξαιρέσεων του άρθρου 4 του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1049/2001.

2.5 Όταν μια αίτηση πρόσβασης του κοινού σε έγγραφα αφορά έγγραφο που αποκτήθηκε κατά τη διάρκεια μιας έρευνας από κάποιο φυσικό ή νομικό πρόσωπο, θεσμικό όργανο της ΕΕ ή κράτος μέλος υπό τον όρο τήρησης της εμπιστευτικότητας, υφίσταται τεκμήριο μη κοινοποίησης του εγγράφου σύμφωνα με το Καθεστώς του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή[5].

2.6 Στις περιπτώσεις αυτές, χάριν της διαφάνειας, ο Διαμεσολαβητής μπορεί να έρθει σε επαφή με το πρόσωπο, το θεσμικό όργανο της ΕΕ ή το κράτος μέλος που έχει παράσχει το έγγραφο προκειμένου να διαπιστώσει εάν ο απόρρητος χαρακτήρας μπορεί να αρθεί και το έγγραφο να κοινοποιηθεί.

Άρθρο 3: Προσωπικά δεδομένα

3.1 Όταν σε ένα έγγραφο στο οποίο έχει ζητηθεί πρόσβαση περιλαμβάνονται «δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα» κατά την έννοια του κανονισμού περί προστασίας δεδομένων[6], ο χειρισμός των εν λόγω δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα πρέπει να είναι συμβατός με τις διατάξεις του εν λόγω κανονισμού.

3.2 Χάριν της διαφάνειας, τα ονόματα των μελών του προσωπικού της Υπηρεσίας του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή, εφόσον αυτά αναφέρονται στο πλαίσιο της άσκησης των επαγγελματικών τους καθηκόντων, κοινοποιούνται κατά κανόνα, εκτός εάν υπάρχουν βάσιμοι λόγοι για το αντίθετο.

Άρθρο 4: Αιτήματα παροχής πληροφοριών

4.1 Οι αιτήσεις παροχής πληροφοριών εξετάζονται με τη μεγαλύτερη δυνατή ταχύτητα και, σε κάθε περίπτωση, εντός 15 εργασίμων ημερών.

4.2 Κάθε απόφαση με την οποία απορρίπτεται η αίτηση παροχής πληροφοριών πρέπει να είναι αιτιολογημένη[7] και να ενημερώνει τον αιτούντα για το δικαίωμά του να ζητήσει επανεξέταση της απόφασης.

4.3 Μετά την υποβολή αίτησης επανεξέτασης, ο Γενικός Γραμματέας επανεξετάζει την απόφαση σχετικά με την άρνηση παροχής πληροφοριών. Η επανεξέταση αυτή διεξάγεται με τη μεγαλύτερη δυνατή ταχύτητα και, σε κάθε περίπτωση, εντός 15 εργασίμων ημερών.

Άρθρο 5: Έκδοση και έναρξη ισχύος

Η παρούσα απόφαση αρχίζει να ισχύει την ημερομηνία της έκδοσής της. Η απόφαση του Διαμεσολαβητή, της 26ης Μαΐου 2014, σχετικά με τη θέσπιση εσωτερικής διαδικασίας για το χειρισμό αιτήσεων πρόσβασης του κοινού σε έγγραφα και αιτήσεων παροχής πληροφοριών καταργείται.

Στρασβούργο, 01/09//2016

Emily O'Reilly

[1] Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1049/2001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 30ής Μαΐου 2001, για την πρόσβαση του κοινού στα έγγραφα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου και της Επιτροπής, ΕΕ L 145, 31.5.2001, σ. 43.

[2] Απόφαση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου σχετικά με το καθεστώς του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή και τους γενικούς όρους άσκησης των καθηκόντων του​, που εγκρίθηκε από το Κοινοβούλιο στις 9 Μαρτίου 1994 (ΕΕ L 113, 4.5.1994, σ. 15) και τροποποιήθηκε με τις αποφάσεις του της 14ης Μαρτίου 2002 (ΕΕ L 92, 9.4.2002, σ. 13) και της 18ης Ιουνίου 2008 (ΕΕ L 189, 17.7.2008, σ. 25).

[3] Με τον όρο «διαδικασία» νοούνται προθεσμίες, τρόπος πρόσβασης και το δικαίωμα επανεξέτασης.

[4] «Επιβεβαιωτική αίτηση» είναι ο όρος που χρησιμοποιείται στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1049/2001 για το δικαίωμα επανεξέτασης.

[5] Σύμφωνα με τον Διαμεσολαβητή τα ακόλουθα έγγραφα εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 2.5 της παρούσας απόφασης: 1. Ευαίσθητα έγγραφα κατά την έννοια του άρθρου 9 του κανονισμού (ΕΚ) 1049/2001 που έχουν παραληφθεί από ένα θεσμικό όργανο της ΕΕ, 2. Έγγραφα που έχουν παραληφθεί, ακόμα και μετά τη διενέργεια έρευνας, από ένα θεσμικό όργανο της ΕΕ υπό τον όρο τήρησης της εμπιστευτικότητας, 3. Έγγραφα που έχουν παραληφθεί από ένα κράτος μέλος και τα οποία χαρακτηρίζονται ως απόρρητα δυνάμει νομοθετικής ή κανονιστικής διάταξης, 4. Αποδεικτικά στοιχεία που έχουν συγκεντρωθεί εμπιστευτικά, μέσω καταθέσεων, από υπαλλήλους ή το λοιπό προσωπικό της ΕΕ, 5. Έγγραφα που έχουν παραληφθεί από καταγγέλλοντες ή τρίτους, τα οποία, χάριν της προστασίας των νομίμων συμφερόντων του καταγγέλλοντος ή ενός τρίτου μέρους, ο Διαμεσολαβητής διαβαθμίζει ως εμπιστευτικά, είτε μετά από αίτηση του καταγγέλλοντος ή ενός τρίτου μέρους είτε εξ ιδίας πρωτοβουλίας του Διαμεσολαβητή.

[6] Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 45/2001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 18ης Δεκεμβρίου 2000 σχετικά με την προστασία των ατόμων όσον αφορά την επεξεργασία προσωπικών δεδομένων από τα θεσμικά όργανα και του οργανισμούς της Κοινότητας και σχετικά με την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών, ΕΕ L 8, 12.1.2001, σ. 1.

[7] Οι λόγοι της απορριπτικής αυτής απόφασης μπορεί να αφορούν την τήρηση της εμπιστευτικότητας, το επαγγελματικό απόρρητο ή την υποχρέωση να μην προκληθεί βλάβη στον καταγγέλλοντα ή σε κάποιο άλλο πρόσωπο.