You have a complaint against an EU institution or body?

Available languages:
  • ELΕλληνικά

Απόφαση του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή επί της καταγγελίας 466/2000/OV κατά του Ευρωπαϊκού Κέντρου για την Ανάπτυξη της Επαγγελματικής Κατάρτισης (CEDEFOP)


Στρασβούργο, 24 Αύγουστος 2001

Αξιότιμη κυρία Α.,

Στις 28 Μαρτίου 2000 υποβάλατε καταγγελία στον διαμεσολαβητή της Ευρωπαϊκής Ενώσεως εξ ονόματος της εταιρείας Γ. Βέργος για διάκριση εις βάρος της και άδικη μεταχείρισή της κατά τη διενέργεια διαγωνισμού δι' υποβολής προσφορών για την "προμήθεια, παράδοση, εγκατάσταση και συντήρηση εξοπλισμού ταυτόχρονης διερμηνείας συνεδρίων" στις νέες εγκαταστάσεις του CEDEFOP στην Πυλαία Θεσσαλονίκης.

Στις 25 Μαΐου 2000 διεβίβασα την καταγγελία στον Διευθυντή του CEDEFOP. Το Κέντρο απέστειλε στις 31 Αυγούστου 2000 τη γνώμη του, την οποία και σας διεβίβασα καλώντας σας να προβείτε, εάν το επιθυμούσατε, σε παρατηρήσεις. Στις 28 Νοεμβρίου 2000 έλαβα τις παρατηρήσεις σας σχετικά με τη γνώμη του CEDEFOP.

Σας απευθύνω επιστολή για να σας γνωστοποιήσω τα αποτελέσματα της εξετάσεως που διενεργήθηκε. Ζητώ συγγνώμη για τη μακρά διάρκεια των διερευνήσεων σχετικά με την καταγγελία σας.


Η ΚΑΤΑΓΓΕΛΙΑ

Κατά τον καταγγέλλοντα τα γεγονότα έχουν ως εξής:

Ο καταγγέλλων, ελληνική ανώνυμη εταιρεία ηλεκτρονικών, υπέβαλε το 1999 προσφορά συμμετέχοντας σε διαγωνισμό δι' υποβολής προσφορών που προκήρυξε το CEDEFOP για την "προμήθεια, παράδοση, εγκατάσταση και συντήρηση εξοπλισμού ταυτόχρονης διερμηνείας συνεδρίων" στις νέες εγκαταστάσεις του CEDEFOP στην Πυλαία Θεσσαλονίκης. Για την ανάθεση του έργου ίσχυσαν έξι κριτήρια: A) όροι παράδοσης και εγκατάστασης, B) τεχνική απόδοση του προτεινομένου εξοπλισμού, Γ) όροι και διαδικασίες όσον αφορά τη συντήρηση κατά την περίοδο που καλύπτει η εγγύηση αλλά και μετά τη λήξη της, Δ) ικανότητα επαφής στην πράξη με τις οργανώσεις που έχουν αναλάβει την ανέγερση του νέου κτιρίου, E) γειτνίαση του κέντρου εξυπηρέτησης πελατών του αναδόχου με τη θέση του νέου κτιρίου και ΣΤ) προσφερόμενη τιμή. Ανάδοχος του έργου θα ήταν η επιχείρηση που παρουσίαζε την από τεχνικής και οικονομικής πλευράς περισσότερο συμφέρουσα προσφορά.

Στην τελική αποτίμηση των προσφορών η προσφορά του καταγγέλλοντος κατατάχθηκε δεύτερη με 4 μονάδες ολιγότερο από τη νικήτρια συμμετοχή (την εταιρεία Π.) επί πέντε εκ των έξι κριτηρίων αναθέσεως. Ο καταγγέλλων θεώρησε ότι η αποτίμηση μεροληπτούσε σοβαρά, διότι δεν απέρρεε από καλοθεμελιωμένη και αμερόληπτη κρίση αλλά υπαγορευόταν από αγνώστους λόγους μόνος στόχος των οποίων ήταν να εξασφαλισθεί η ανάδειξη της εταιρείας Π. ως αναδόχου. Ο καταγγέλλων ζήτησε κατ' επανάληψη από το CEDEFOP να εξηγήσει γιατί η προσφορά της Π. κρίθηκε ανώτερη της δικής του.

Στην επιστολή του με ημερομηνία 16 Αυγούστου 1999 το CEDEFOP δήλωσε ότι η προσφορά του καταγγέλλοντος ήταν κατώτερη εκείνης του τελικού αναδόχου για τέσσαρες λόγους: 1) βάσει του κριτηρίου B και μολονότι οι δύο επιχειρήσεις ήταν της αυτής ποιότητας ως προς τις τεχνικές επιδόσεις η ανάδοχος εταιρεία έλαβε μία μονάδα περισσότερο διότι πρότεινε πρόσθετον εξοπλισμό και ως εκ τούτου παρείχε "ολοκληρωμένη λύση χωρίς ουσιώδεις ελλείψεις"· 2) βάσει του κριτηρίου Δ ο καταγγέλλων έλαβε δύο μονάδες ολιγότερο, διότι στον συγκεκριμένο τομέα υστερούσε σε εμπειρία, γεγονός που καθιστούσε επισφαλή την ικανότητά της για αποτελεσματική επαφή με τις κατασκευάστριες οργανώσεις· 3) βάσει του κριτηρίου E θεωρήθηκε ότι η ανάδοχος εταιρεία υπερτερούσε τόσο σε αριθμό εργατοϋπαλληλικού δυναμικού, τεχνικού προσωπικού και στελεχών όσο και σε οργάνωση· 4) βάσει του κριτηρίου ΣΤ (προσφερόμενη τιμή) ο ανάδοχος παρουσίαζε την περισσότερο από οικονομικής απόψεως συμφέρουσα προσφορά.

Στις 19 Αυγούστου 1999 ο καταγγέλλων απηύθυνε επιστολή στο CEDEFOP διατυπώνοντας την ένστασή του για την απόφαση και ζητώντας την ακύρωση της αναθέσεως της συμβάσεως, την εκ νέου αποτίμηση της προσφοράς του και την ανάθεση σε αυτόν της συμβάσεως διότι είχε υποβάλει την περισσότερο από οικονομικής απόψεως συμφέρουσα προσφορά. Παρ' ότι το CEDEFOP έλαβε τη διαμαρτυρία του στις 20 Αυγούστου 1999, ο καταγγέλλων ουδέποτε έλαβε σχετική απάντηση.

O καταγγέλλων απέρριπτε τη συλλογιστική με την οποία αποφασίσθηκε η ανάθεση της συμβάσεως ως πλήρως αυθαίρετη βάσει των εξής επιχειρημάτων: α) έκαστος υποβάλλων πρέπει να αποτιμάται ως προς την ποιότητα και την αξιοπιστία του σύμφωνα με τις προδιαγραφές που θέτει η σχετική πρόσκληση για την υποβολή προσφορών και όχι βάσει επιπροσθέτων στοιχείων που μπορεί να ανακύπτουν από άλλους συμμετέχοντες στη διαδικασία.· τα επιπρόσθετα στοιχεία δεν επιτρέπεται να ενσωματωθούν στα κριτήρια προς μείωση της ποιότητας των λοιπών υποβαλόντων προσφορά οι οποίοι πληρούν τις προδιαγραφές της προσκλήσεως για την υποβολή προσφορών· β) η αποτελεσματικότητα του καταγγέλλοντος δεν πρέπει να τίθεται εν αμφιβόλω, καθόσον η προηγουμένη συνεργασία του με το CEDEFOP ήταν εξαίρετη· γ) σύμφωνα με το κριτήριο E ο λόγος για τον οποίο ο καταγγέλλων έλαβε δύο μονάδες ολιγότερο ήταν άσχετος με την εύκολη πρόσβαση στον ανάδοχο· ο καταγγέλλων πληρούσε ασφαλώς την προϋπόθεση για γειτνίαση, δεδομένου ότι γραφείο του ευρίσκεται σε απόσταση που δεν υπερβαίνει τα 5 χιλιόμετρα ενώ ο ανάδοχος ευρίσκεται σε απόσταση άνω των 20 χιλιομέτρων· δ) όσον αφορά το ύψος της προσφοράς, η προσφορά του επιλεγέντος ήταν κατά 4 386 875 δραχμές ακριβότερη από εκείνην του καταγγέλλοντος.

Στις 28 Μαρτίου 2000 ο καταγγέλλων απηύθυνε επιστολή στον διαμεσολαβητή ισχυριζόμενος ότι 1) η συλλογιστική του CEDEFOP όσον αφορά το κριτήριο B δεν ήταν δεκτή, διότι παρέπεμπε σε πρόσθετο εξοπλισμό, τον οποίον δεν προέβλεπε η προκήρυξη, 2) η συλλογιστική του CEDEFOP όσον αφορά το κριτήριο Δ ήταν αυθαίρετη, δεδομένου ότι η ικανότητα αποτελεσματικής επαφής του καταγγέλλοντος με τους φορείς που έχουν αναλάβει την ανέγερση του νέου κτιρίου ήταν βεβαία, αποδεδειγμένη και αδιαμφισβήτητη, 3) η συλλογιστική περί του ότι ο καταγγέλλων δεν πληρούσε το κριτήριο E, ήτοι ότι η εταιρεία Π. υπερτερούσε τόσο σε αριθμό εργατοϋπαλληλικού δυναμικού, τεχνικού προσωπικού και στελεχών όσο και σε οργάνωση, ήταν εντελώς άσχετη με το εάν ικανοποιείται ή όχι ο όρος σχετικά με τη γειτνίαση στον χώρο εκτελέσεως του έργου, 4) η προσφορά του καταγγέλλοντος ήταν φθηνότερη κατά 4 346 875 δραχμές από εκείνη της επιλεγείσας εταιρείας, και τέλος ότι 5) το CEDEFOP ουδέποτε απήντησε στην επιστολή της 19ης Αυγούστου 1999 με την οποία ο καταγγέλλων ενίστατο κατά της αναθέσεως.

Η ΕΞΕΤΑΣΗ

Η γνώμη του CEDEFOP

Το CEDEFOP παρατήρησε ότι κύριος στόχος της δημοσιεύσεως ανοικτών προσκλήσεων για την υποβολή προσφορών είναι η εξασφάλιση του μεγίστου δυνατού ανταγωνισμού μεταξύ οικονομικά ευρώστων εταιρειών με αποδεδειγμένη τεχνική και επαγγελματική ικανότητα και σύμφωνα με την οδηγία περί κρατικών προμηθειών. Επ' αυτού το CEDEFOP τηρεί τις διαδικασίες που ορίζει ο οδηγός (vademecum) της Συμβουλευτικής Επιτροπής Αγορών και Συμβάσεων. Το CEDEFOP παρατήρησε ότι ο έλεγχος διαφόρων ανοικτών προσκλήσεων υποβολής προσφορών στις οποίες προέβη το CEDEFOP (συμπεριλαμβανομένης και της συγκεκριμένης διαδικασίας υποβολής προσφορών AO/001/99), έλεγχος τον οποίο διεξήγαγε το Ελεγκτικό Συνέδριο της Κοινότητας δεν είχε διατυπώσει επίκριση ή παρατήρηση σχετικά με τις ως άνω προσκλήσεις.

Η γνωστοποίηση της αναθέσεως του έργου στην εταιρεία Π. έγινε στο Συμπλήρωμα της Επίσημης Εφημερίδας S 162 στις 21 Αυγούστου 1999.

Το CEDEFOP παρατήρησε ότι ο καταγγέλλων παρέπεμπε συνεχώς στα συνοπτικά κριτήρια αναθέσεως που περιγράφονται στο Παράρτημα I, άρθρο 6 του Φακέλλου Ενημέρωσης. Ωστόσο η λεπτομερής περιγραφή των κριτηρίων αναθέσεως παρέχεται στο Παράρτημα II.1 του ιδίου Φακέλλου. Εκεί παρουσιάζεται λεπτομερώς η κατανομή ανά κριτήριο σε υποκατηγορίες βάσει των οποίων θα κρίνονταν οι τεχνικές προσφορές. Μάλιστα το Παράρτημα II.1 περιέχει τις τεχνικές προδιαγραφές της συγκεκριμένης προσκλήσεως για την υποβολή προσφορών.

Όσον αφορά τον πρώτον ισχυρισμό σχετικά με το κριτήριο B (Tεχνική απόδοση του εξοπλισμού), το CEDEFOP παρατήρησε ότι οι υποψήφιοι εξετάσθηκαν με βάση 6 ειδικά επί μέρους κριτήρια του κριτηρίου B (Παράρτημα II.1 της προσκλήσεως, τμήμα 1.13, σελ. 9, σημεία 2, 2α έως 2στ). Στην επιστολή του CEDEFOP της 16ης Αυγούστου 1999 προς τον καταγγέλλοντα πουθενά δεν εδηλώνετο ή αφήνετο να εννοηθεί ότι ο ανάδοχος είχε προτείνει πρόσθετα είδη πέραν του εξοπλισμού που προέβλεπαν οι τεχνικές προδιαγραφές. Το CEDEFOP προέβη σε νύξη προσθέτων ειδών τα οποία ο επιτυχών ανάδοχος πρότεινε πέραν των όσων πρότεινε ο καταγγέλλων, στοιχείο που αποδείκνυε ότι ο επιτυχών προσέφερε περισσότερο ολοκληρωμένη λύση χωρίς ουδεμία ουσιώδη έλλειψη. Ο καταγγέλλων ασυνειδήτως ή εκ προθέσεως δεν κατεννόησε τις αδυναμίες που εμφάνιζε η προσφορά του εν συγκρίσει προς εκείνη του επιτυχόντος. Το CEDEFOP παρέσχε διάφορα τεχνικά παραδείγματα στοιχείων εντός του κριτηρίου B ως προς τα οποία η προσφορά της Π. ήταν ισχυρότερη από εκείνη του καταγγέλλοντος και ισχυρίσθηκε ότι ο καταγγέλλων δεν πληρούσε εντελώς τις απαιτήσεις. Στην περίπτωση του τμήματος 2.6 (διαχείριση ήχου και εικόνας) επί παραδείγματι ο καταγγέλλων περιόριζε την προσφορά του στον ελάχιστο απαιτούμενο εξοπλισμό χωρίς να αιτιολογήσει ευρέως και να ανταποκριθεί σε ποιοτικά κριτήρια που σαφώς προβλέπονται στις τεχνικές προδιαγραφές. Tούτο αποδυνάμωσε την προσφορά του και την κατέστησε υποδεέστερη της προσφοράς της Π. στο συγκεκριμένο τμήμα. Η Επιτροπή Αξιολόγησης έκρινε ότι η πρόταση του καταγγέλλοντος μπορούσε να γίνει δεκτή, παρουσίαζε όμως σαφή μειονεκτήματα όσον αφορά την ποιότητα και την πληρότητά της. Tα μειονεκτήματα αυτά δεν συνιστούσαν per se αιτία για απόρριψη της προσφοράς λόγω τεχνικής ανεπαρκείας, καθιστούσαν όμως την πρόταση ολιγότερο ικανοποιητική από την προσφορά της Π.

Όσον αφορά το κριτήριο Δ (Ικανότητα αποτελεσματικής επαφής με φορείς υπευθύνους για την κατασκευή του νέου κτιρίου), το CEDEFOP παρατήρησε ότι η Π. επέδειξε πολύ καλλίτερο ιστορικό εργασιών με ειδίκευση στη διερμηνεία και τα οπτικοακουστικά συστήματα. Αυτό επιβεβαιώθηκε περαιτέρω από τον κύκλο εργασιών της Π., ο οποίος είναι 5 φορές μεγαλύτερος από εκείνον του καταγγέλλοντος. Έχει σημασία να σημειώσει κανείς ότι αριθμός των έργων της Π. είναι διεθνή έργα. Ο κατάλογος των συμβάσεων στις οποίες παρέπεμπε ο καταγγέλλων αντικρούει τον ισχυρισμό του ότι "έχουν αναλάβει πολλές εργολαβίες απολύτως συναφείς προς το αντικείμενο το επίμαχου διαγωνισμού". Στην πραγματικότητα το μέγεθος/κλίμακα της μεγάλης πλειονότητας των σχετικών έργων τα οποία αναφέρει είναι το ? του μεγέθους/κλίμακας του έργου το οποίο εκαλείτο να εκτελέσει ο ανάδοχος που θα επέλεγε η πρόσκληση υποβολής προσφορών AO/001/99. Επίσης η πλειονότητα των έργων αυτών είχε επίκεντρο συστήματα διερμηνείας και εκάλυπτε σε πολύ μικρότερο βαθμό την οπτικοακουστική διάσταση, ένα των ουσιωδών στοιχείων της συγκεκριμένης διαδικασίας υποβολής προσφορών (τμήματα 1.3 και 2.3 του Παραρτήματος II.1). Η απ' ευθείας ανάθεση έργου από την κατασκευάστρια εταιρεία (ΓΕΤΕΜ) στον καταγγέλλοντα, σε πεδίο που έχει ελάχιστη σχέση με το θέμα αυτής της υποβολής προσφορών και έργου συγκριτικά χαμηλής αξίας, κατ' ουδέναν τρόπο θα μπορούσε να συνεπάγεται α) επαρκή ικανότητα επαφών και ασφαλώς όχι β) ανωτερότητα σε σύγκριση προς άλλες προσφορές. Η Π. κατέδειξε πειστικά την ικανότητά της να έχει αποτελεσματικότερες επαφές από ό,τι ο καταγγέλλων με άλλους φορείς που συμμετείχαν ενεργώς στο έργο (όλα τα ανωτέρω στοιχεία είχαν ως αποτέλεσμα μονάδες 17 και 19 για τον καταγγέλλοντα και την Π. αντιστοίχως).

Όσον αφορά το κριτήριο Ε (Απόσταση του κέντρου υπηρεσιών του υποβάλλοντα προσφορά από τον τόπο του έργου), το CEDEFOP παρατήρησε ότι ο όρος "απόσταση � από τον τόπο του έργου" είχε την ευρεία έννοια και ότι τούτο ήταν προφανές από τις επί μέρους κατηγορίες. Όπως καθιστούσε σαφές το Παράρτημα II.1, τούτο δεν παρέπεμπε μόνον στη γεωγραφική θέση ή απόσταση από το Κέντρο αλλά εκάλυπτε όλα τα θέματα οργανώσεως και υποστηρίξεως που είναι απαραίτητα προς αντιμετώπιση ενός μείζονος έργου. Αναφερόμενος σε χιλιομετρικές αποστάσεις ο καταγγέλλων παρανόησε τις σαφώς εκπεφρασμένες απαιτήσεις. Η Επιτροπή Αξιολόγησης έκρινε ότι το κριτήριο απόστασης επληρούτο επαρκώς σε όλες τις περιπτώσεις όπου μία εταιρεία είχε αξιόπιστο κέντρο υπηρεσιών στην περιοχή της Θεσσαλονίκης. Οι χιλιομετρικές διαφορές εντός της περιοχής αυτής δεν υπήρχε λόγος να ληφθούν υπόψη υπέρ οιουδήποτε υποψηφίου, όπως και δεν ελήφθησαν. Η οργάνωση της Π., η όλη διάρθρωση και παρουσία της στην περιοχή της Θεσσαλονίκης καθώς και η επάνδρωσή της σε προσωπικό θεωρήθηκαν πολύ πειστικότερα και καταλληλότερα για την πλήρωση των απαιτήσεων στοιχεία. Άλλοι σημαντικό γεγονός που αποτιμήθηκε υπέρ της Π. ήταν η ύπαρξη αποθήκη της εταιρείας στην περιοχή της Θεσσαλονίκης, στοιχείο που προσέφερε καλλίτερες εγγυήσεις για αποτελεσματικότερη τεχνική υποστήριξη και ταχεία αντικατάσταση εξοπλισμού σε περίπτωση βλάβης του. Θεωρώντας επίσης τις δυνατότητες ενοικιάσεως που προσέφερε η Π. ως πλεονέκτημα, η Επιτροπή Αξιολόγησης έκρινε ότι η τεχνική προσφορά της Π. ήταν ανώτερη ως προς το σημείο Ε.

Όσον αφορά το κριτήριο ΣΤ (αποδοτική χρήση πόρων � οικονομικά συμφέρουσα προσφορά), το CEDEFOP παρατήρησε ότι το γεγονός ότι η προσφορά του καταγγέλλοντος ήταν φθηνότερη από εκείνη της Π. δεν είχε αποφασιστική σημασία καθόσον η προσφορά της Π. αντιπροσώπευε αποδοτικότερη χρήση πόρων.

Όσον αφορά το ότι δεν απήντησε στην επιστολή διαμαρτυρίας του καταγγέλλοντος της 19ης Αυγούστου 1999, το CEDEFOP παρατήρησε ότι ο ισχυρισμός του καταγγέλλοντος ήταν νόμω και ουσία αβάσιμος. Οι προδιαγραφές τις οποίες όριζε η προκήρυξη ήταν σαφείς και απερίφραστες και η Επιτροπή Αξιολόγησης του CEDEFOP έκρινε την αξία εκάστης προσφοράς αυστηρώς σύμφωνα με αυτές τις προδιαγραφές. Καθ' όλη τη διάρκεια της διαδικασίας που αφορούσε την πρόσκληση υποβολής προσφορών το CEDEFOP έμεινε επιμελώς εντός του κανονιστικού πλαισίου. Το έργο και οι επί μέρους εργασίες που πρέπει να εκτελεσθούν βάσει της προσκλήσεως υποβολής προσφορών AO/001/99 ήταν μεγάλης κλίμακας, πολυσύνθετα και μοναδικά για την Ελλάδα. Tο κέντρο δεν μπορούσε να επιτρέψει στον εαυτό του τυχόν σφάλματα κρίσεως, διότι το κόστος θα ήταν υψηλό τόσο από πλευράς χρηματοοικονομικής, λειτουργικής όσο και από πλευράς γοήτρου. Είναι ενδιαφέρον να σημειώσει κανείς ότι από την ανάλυση αγοράς που διεξήχθη στο Κέντρο από 1.1.1999 έως 31.8.2000 προκύπτει ότι ουδείς συμμετέχων στις υποβολές προσφορών εξέφρασε δυσαρέσκεια σχετικά με τις αποφάσεις αξιολογήσεων που έλαβε το Κέντρο.

Το CEDEFOP κατέληγε ότι ο καταγγέλλων κατέφυγε σε συκοφαντικές και ευτελείς τακτικές. Κατά συνέπειαν απέρριπτε όλους τους ισχυρισμούς του καταγγέλλοντος και αντέκρουε προβάλλοντας το αβάσιμό τους. Το CEDEFOP επιφυλάσσεται του δικαιώματός του να κινήσει νομική διαδικασία κατά του καταγγέλλοντος, θέμα το οποίο εξετάζει με νομικό σύμβουλο.

Οι παρατηρήσεις του καταγγέλλοντος

Ο καταγγέλλων παρατήρησε ότι το CEDEFOP διατηρούσε επαφές επί τακτικής βάσεως με την Π. ενώ απέφευγε να επικοινωνήσει με τον καταγγέλλοντα, παραβιάζοντας ούτως την υποχρέωσή του για ισότιμη μεταχείριση των μερών.

Ο καταγγέλλων παρατήρησε ότι η επιστολή διαμαρτυρία που απέστειλε στις 19 Αυγούστου 1999 έχει παραμείνει αναπάντητη. Ο καταγγέλλων δήλωσε ότι το ζήτημα δεν ήταν εάν παρέλαβε απάντηση επί της προσφυγής του αλλά εάν υπήρξε εν πρώτοις απάντηση.

Όσον αφορά το κριτήριο Β, ο καταγγέλλων παρατήρησε ότι, επειδή το ακριβές περιεχόμενο της προσφοράς της Π. παραμένει άγνωστο, δεν μπορεί να προβεί σε οιαδήποτε θεμελιωμένη κρίση και σύγκριση. Εάν το CEDEFOP θεωρούσε αναγκαίο τον πρόσθετο εξοπλισμό, μπορούσε επίσης να είχε ζητήσει και από τον καταγγέλλοντα τεχνικές διευκρινίσεις σύμφωνα με το άρθρο 24 της οδηγίας 93/36/ΕΟΚ.

Όσον αφορά το κριτήριο Δ, ο καταγγέλλων παρατήρησε ότι οι ισχυρισμοί τους οποίους διετύπωσε παρέμειναν κατ' ουσίαν αναπάντητοι. Η επιχειρηματολογία του CEDEFOP εξαντλείται στα οπτικοακουστικά συστήματα, τα οποία όμως αποτελούσαν δευτερεύον στοιχείο της συνολικής παραγγελίας για εξοπλισμό ταυτόχρονης διερμηνείας. Ο καταγγέλλων επεσήμανε ότι το CEDEFOP δεν εξήγησε πώς κατέληξε στο ότι η Π. έδειξε κατά τρόπον πειστικό την ικανότητά της για αποτελεσματικότερες επαφές με τους φορείς που συμμετέχουν στην εκτέλεση του έργου.

Όσον αφορά το κριτήριο Ε, ο καταγγέλλων δήλωσε ότι το συμπέρασμα του CEDEFOP ότι η "οργάνωση της Π., η όλη διάρθρωση και παρουσία της (�) καθώς και η επάνδρωσή της σε προσωπικό θεωρήθηκαν πολύ πειστικότερα και καταλληλότερα για την πλήρωση των απαιτήσεων στοιχεία" αποτελούσε γενική και αόριστη κρίση που δεν προέκυπτε από συγκεκριμένα πραγματικά στοιχεία. Ο καταγγέλλων παρέπεμψε επίσης σε επιστολή της Π. προς αυτόν με ημερομηνία 20 Ιουλίου 1999 με την οποία ζητούσε συνδρομή για την καλή διεκπεραίωση του έργου.

Ο καταγγέλλων διαμαρτυρήθηκε εντονότατα κατά των όσων διατυπώνει το CEDEFOP προς υπερασπιζόμενο τη θέση του και ζήτησε από τον διαμεσολαβητή να λάβει τα απαραίτητα μέτρα προς αποκατάσταση της νομιμότητας.

Η ΑΠΟΦΑΣΗ

1 Ο ισχυρισμός για τη συλλογιστική όσον αφορά το κριτήριο Β

1.1 Ο καταγγέλλων προέβαλε τον ισχυρισμό ότι η συλλογιστική του CEDEFOP όσον αφορά το κριτήριο Β (τεχνική απόδοση του προτεινομένου εξοπλισμού) δεν μπορεί να γίνει δεκτός, διότι παρέπεμπε σε πρόσθετον εξοπλισμό, τον οποίον δεν προέβλεπε η πρόσκληση για την υποβολή προσφορών. Το CEDEFOP παρατήρησε ότι οι προσφορές εξετάσθηκαν βάσει 6 ειδικών επί μέρους κριτηρίων για το B (Παράρτημα II.1 της προκηρύξεως, τμήμα 1.13, σελ. 9, σημεία 2, 2a to 2f). Το CEDEFOP προέβη σε νύξη πρόσθετου εξοπλισμού τον οποίο πρότεινε η Π., στην οποία ανετέθη το έργο, επιπλέον των προτεινομένων από τον καταγγέλλοντα και ισχυρίσθηκε ότι τούτο αποδείκνυε ότι η Π. προσέφερε ολοκληρωμένη λύση χωρίς ουσιώδεις ελλείψεις. Το CEDEFOP παρέσχε διάφορα τεχνικά παραδείγματα εντός του κριτηρίου Β όπου η προσφορά της Π. ήταν υπέρτερη εκείνης του καταγγέλλοντος και ισχυρίσθηκε ότι ο καταγγέλλων δεν πληρούσε εντελώς τις απαιτήσεις.

1.2 Ο διαμεσολαβητής σημείωσε ότι βάσει του κριτηρίου Β ο καταγγέλλων έλαβε 17/20 μονάδες ενώ η αντίπαλός του εταιρεία Π. έλαβε 18/20 μονάδες. Η επιστολή του CEDEFOP με ημερομηνία 16 Αυγούστου 1999 προς τον καταγγέλλοντα του γνωστοποιούσε τους λόγους για τους οποίους υπερτερούσε η προσφορά του αντιπάλου βάσει του κριτηρίου B, ήτοι ότι πρότεινε πρόσθετον εξοπλισμό και παρείχε ολοκληρωμένη λύση χωρίς ουσιώδεις ελλείψεις. Η προσφορά του καταγγέλλοντος θεωρήθηκε υποδεέστερης ικανότητας ως προς τον χειρισμό ήχου και εικόνας, διότι δεν προέβλεπε τον πρόσθετον ως άνω εξοπλισμό. Στη γνώμη του προς τον διαμεσολαβητή το CEDEFOP κατέστησε σαφή την έννοια του "πρόσθετου εξοπλισμού" και επεσήμανε ότι η Π. προσέφερε περιεκτικότερη λύση χωρίς ουσιώδεις ελλείψεις. Το CEDEFOP παρέσχε επίσης διάφορα τεχνικά παραδείγματα εντός του κριτηρίου Β όπου η προσφορά της Π. ήταν υπέρτερη εκείνης του καταγγέλλοντος.

1.3 Βάσει των ανωτέρω φαίνεται ότι το CEDEFOP γνωστοποίησε δεόντως στον καταγγέλλοντα για ποίους λόγους η Επιτροπή Αξιολόγησης θεώρησε την προσφορά του αντιπάλου του καταγγέλλοντος στο κριτήριο Β υπέρτερη της δικής του. Ο διαμεσολαβητής δεν έχει στοιχεία σύμφωνα με τα οποία ο συλλογισμός αυτός βασίζεται σε εσφαλμένη πληροφορία. Κατά συνέπειαν σε σχέση με αυτή την πτυχή της υποθέσεως δεν ευρέθη να υπάρχει κρούσμα κακής διοικήσεως.

2 Ο ισχυρισμός για τη συλλογιστική όσον αφορά το κριτήριο Δ

2.1 Ο καταγγέλλων ισχυρίσθηκε ότι η συλλογιστική του CEDEFOP όσον αφορά το κριτήριο Δ (ικανότητα αποτελεσματικής επαφής με φορείς υπευθύνους για την κατασκευή του νέου κτιρίου) ήταν αυθαίρετη, δεδομένου ότι η ικανότητα αποτελεσματικής επαφής του καταγγέλλοντος με τους σχετικούς φορείς ήταν βεβαία, αποδεδειγμένη και αδιαμφισβήτητη. Το CEDEFOP παρατήρησε ότι η Π. είχε πολύ καλλίτερο ιστορικό εργασιών με ειδίκευση στη διερμηνεία και τα οπτικοακουστικά συστήματα. Αυτό επιβεβαιώθηκε περαιτέρω από τον κύκλο εργασιών της Π., ο οποίος είναι 5 φορές μεγαλύτερος από εκείνον του καταγγέλλοντος. Το CEDEFOP δήλωσε επίσης ότι η απ' ευθείας ανάθεση έργου από την κατασκευάστρια εταιρεία (ΓΕΤΕΜ) στον καταγγέλλοντα, σε πεδίο που έχει ελάχιστη σχέση με το θέμα και έργου συγκριτικά χαμηλής αξίας, κατ' ουδέναν τρόπο θα μπορούσε να συνεπάγεται α) επαρκή ικανότητα επαφών και ασφαλώς όχι β) ανωτερότητα σε σύγκριση προς άλλες προσφορές.

2.2 Ο διαμεσολαβητής σημείωσε ότι βάσει του κριτηρίου Δ ο καταγγέλλων έλαβε 17/20 μονάδες ενώ η αντίπαλός του εταιρεία Π. έλαβε 19/20 μονάδες. Στην επιστολή του με ημερομηνία 16 Αυγούστου 1999 καθώς επίσης και στη γνώμη του το CEDEFOP παρέσχε διάφορα συγκεκριμένη επιχειρήματα για ποίον λόγο η Π. κατέδειξε πειστικά την ικανότητά της να έχει αποτελεσματικότερες επαφές από ό,τι ο καταγγέλλων με άλλους φορείς που συμμετείχαν ενεργώς στο έργο.

2.3 Ο ισχυρισμός του καταγγέλλοντος ότι η συλλογιστική του CEDEFOP ήταν αυθαίρετη δεν μπορεί ως εκ τούτου να τεκμηριωθεί. Κατά συνέπειαν σε σχέση με αυτή την πτυχή της υποθέσεως δεν ευρέθη να υπάρχει κρούσμα κακής διοικήσεως.

3 Ο ισχυρισμός για τη συλλογιστική όσον αφορά το κριτήριο Ε

3.1 Ο καταγγέλλων ισχυρίσθηκε ότι η συλλογιστική περί του ότι ο καταγγέλλων δεν πληρούσε το κριτήριο E (απόσταση του κέντρου υπηρεσιών του υποβάλλοντα προσφορά από τον τόπο του έργου), ήτοι ότι η εταιρεία Π. υπερτερούσε τόσο σε αριθμό εργατοϋπαλληλικού δυναμικού, τεχνικού προσωπικού και στελεχών όσο και σε οργάνωση, ήταν εντελώς άσχετη με το εάν ικανοποιείται ή όχι ο όρος σχετικά με τη γειτνίαση στον χώρο εκτελέσεως του έργου. Εν πάση περιπτώσει ο όρος της γειτνιάσεως επληρούτο σαφώς δεδομένου ότι τα γραφεία του ευρίσκονται σε απόσταση που δεν υπερβαίνει τα 5 χιλιόμετρα ενώ ο νικητής ανάδοχος ευρίσκεται σε απόσταση άνω των 20 χιλιομέτρων.

3.2 Το CEDEFOP δήλωσε ότι ο όρος "απόσταση � από τον τόπο του έργου" είχε την ευρεία έννοια και ότι τούτο ήταν προφανές από τις επί μέρους κατηγορίες. Όπως καθιστούσε σαφές το Παράρτημα II.1, τούτο δεν παρέπεμπε μόνον στη γεωγραφική θέση ή απόσταση από το Κέντρο αλλά εκάλυπτε όλα τα θέματα οργανώσεως και υποστηρίξεως που είναι απαραίτητα προς αντιμετώπιση ενός μείζονος έργου. Αναφερόμενος σε χιλιομετρικές αποστάσεις ο καταγγέλλων παρανόησε τις σαφώς εκπεφρασμένες απαιτήσεις. Η Επιτροπή Αξιολόγησης έκρινε ότι το κριτήριο απόστασης επληρούτο επαρκώς σε όλες τις περιπτώσεις όπου μία εταιρεία είχε αξιόπιστο κέντρο υπηρεσιών στην περιοχή της Θεσσαλονίκης. Οι χιλιομετρικές διαφορές εντός της περιοχής αυτής δεν υπήρχε λόγος να ληφθούν υπόψη υπέρ οιουδήποτε υποψηφίου, όπως και δεν ελήφθησαν.

3.3 Ο διαμεσολαβητής σημείωσε ότι το κριτήριο E περιγράφεται λεπτομερέστερα στο Παράρτημα II.1, σημείο 5 της προκήρυξης, όπου δηλώνεται ότι: α) "Θα πρέπει να αναφερθεί, με τη μορφή έκθεσης, η οργάνωση της εταιρίας, με σύντομες περιγραφές των λειτουργιών των τμημάτων καθώς και των ατόμων με τις αντίστοιχες ειδικότητες (�)", και ότι: β) "Θα πρέπει να γίνει ειδική αναφορά στην οργάνωση τοπικής υποστήριξης (θυγατρική Θεσσαλονίκης) που ενδεχομένως διαθέτει ο προμηθευτής και στο προσωπικό της".

3.4 Τούτων ούτως εχόντων και θεωρώντας ότι η γεωγραφική απόσταση από το Κέντρο δεν αποτελούσε το καθοριστικό στοιχείο για το συγκεκριμένο κριτήριο φαίνεται ότι η συλλογιστική που γνωστοποιήθηκε στον καταγγέλλοντα όσον αφορά το κριτήριο E ήταν συνεπής προς τις λεπτομέρειες της προκηρύξεως. Κατά συνέπειαν σε σχέση με αυτή την πτυχή της υποθέσεως δεν ευρέθη να υπάρχει κρούσμα κακής διοικήσεως.

4 Ο ισχυρισμός που αφορά την τιμή των προσφορών

4.1 Ο καταγγέλλων ισχυρίσθηκε ότι η προσφορά του ήταν κατά 4 346 875 δραχμές φθηνότερη από την προσφορά του νικητή. Το CEDEFOP παρατήρησε ότι όσον αφορά το κριτήριο ΣΤ (αποδοτική χρήση πόρων � οικονομικά συμφέρουσα προσφορά) το γεγονός ότι η προσφορά του καταγγέλλοντος ήταν φθηνότερη από εκείνη της Π. δεν είχε αποφασιστική σημασία καθόσον η προσφορά της Π. αντιπροσώπευε αποδοτικότερη χρήση πόρων.

4.2 Σε σχέση με αυτόν τον ισχυρισμό ο διαμεσολαβητής σημειώνει απλώς ότι το σημείο 13 (κριτήρια ανάθεσης) της προκηρύξεως, η οποία δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα S 76/34 της 20ης Απριλίου 1999, προέβλεπε ότι "η σύμβαση θα κατακυρωθεί στην προσφορά με τη βέλτιστη σχέση αξίας/τιμής".

4.3 Ο διαμεσολαβητής σημειώνει ότι η οδηγία για τη σύναψη συμβάσεων δημοσίων προμηθειών επιτρέπει στην αναθέτουσα αρχή να βασίσει την ανάθεση των συμβάσεων είτε α) αποκλειστικά στη χαμηλότερη τιμή, είτε β) στην πλέον συμφέρουσα από οικονομική άποψη προσφορά(1). Στη συγκεκριμένη περίπτωση το CEDEFOP καθιστούσε σαφές στη δημοσιευθείσα προκήρυξη ότι θα χρησιμοποιούσε την πλέον συμφέρουσα από οικονομική άποψη προσφορά ως κριτήριο. Ως εκ τούτου δεν ήταν υποχρεωμένο να αναθέσει τη σύμβαση στον υποβάλλοντα που προσέφερε τη χαμηλότερη τιμή. Κατά συνέπειαν σε σχέση με αυτή την πτυχή της υποθέσεως ο διαμεσολαβητής δεν ευρήκε να υπάρχει κρούσμα κακής διοικήσεως.

5 Ο ισχυρισμός για μη απάντηση στην επιστολή του καταγγέλλοντος της 19ης Αυγούστου 1999

5.1 Ο καταγγέλλων ισχυρίσθηκε ότι το CEDEFOP ουδέποτε απήντησε στην επιστολή προσφυγή που του απέστειλε με ημερομηνία 19 Αυγούστου 1999. Το CEDEFOP παρατήρησε ότι ο ισχυρισμός του καταγγέλλοντος ήταν νόμω και ουσία αβάσιμος.

5.2 Οι αρχές που διέπουν την καλή διοίκηση επιβάλλουν στα κοινοτικά θεσμικά όργανα και οργανισμούς να απαντούν στις επιστολές των πολιτών(2). Στην παρούσα περίπτωση το CEDEFOP δεν απήντησε στην επιστολή του καταγγέλλοντος με ημερομηνία 19 Αυγούστου 1999. Ακόμη και εάν το CEDEFOP έκρινε ότι ο ισχυρισμός του καταγγέλλοντος ήταν νόμω και ουσία αβάσιμος, έπρεπε να είχε απαντήσει στην επιστολή. Το ότι δεν απήντησε συνιστά κατά συνέπειαν κρούσμα κακής διοικήσεως και ο διαμεσολαβητής διατυπώνει την κατωτέρω επίκριση.

6 Συμπέρασμα

Βάσει των εξετάσεων που διενήργησε ο διαμεσολαβητής στο μέρος 5 της καταγγελίας φαίνεται ότι χρειάζεται να διατυπωθεί η κατωτέρω επίκριση:

Οι αρχές της καλής διοικητικής συμπεριφοράς επιβάλλουν στα κοινοτικά θεσμικά όργανα και οργανισμούς να απαντούν στις επιστολές των πολιτών. Στην παρούσα περίπτωση το CEDEFOP δεν απήντησε στην επιστολή του καταγγέλλοντος με ημερομηνία 19 Αυγούστου 1999. Ακόμη και εάν το CEDEFOP έκρινε ότι ο ισχυρισμός του καταγγέλλοντος ήταν νόμω και ουσία αβάσιμος, έπρεπε να είχε απαντήσει στην επιστολή. Το ότι δεν απήντησε συνιστά κατά συνέπειαν κρούσμα κακής διοικήσεως.

Δεδομένου ότι αυτή η πτυχή της υποθέσεως αφορά διαδικασίες που σχετίζονται με συγκεκριμένα γεγονότα στο παρελθόν δεν ενδείκνυται να επιδιωχθεί διευθέτηση του θέματος επί φιλικής βάσεως. Ως εκ τούτου ο διαμεσολαβητής αποφάσισε να περατώσει την εξέταση της υποθέσεως.

Η παρούσα απόφαση θα γνωστοποιηθεί επίσης στον Διευθυντή του CEDEFOP.

Μετά τιμής

 

Jacob SOEDERMAN


(1) Βλ. επί παραδείγματι άρθρο 26 της οδηγίας του Συμβουλίου 93/36/ΕΟΚ της 14ης Ιουνίου 1993 περί συντονισμού τω ν διαδικασιών για τη σύναψη συμβάσεων δημοσίων προμηθειών, ΕΕ 1993 L 199/1.

(2) Βλ. άρθρο 13 του Κώδικα Καλής Διοικητικής Συμπεριφοράς του διαμεσολαβητή της Ευρωπαϊκής Ενώσεως της 19ης Ιουλίου 1999 και άρθρο 13 του Κώδικα Καλής Διοικητικής Συμπεριφοράς του CEDEFOP της 15ης Δεκεμβρίου 1999.