Euroopa Ombudsman
Seonduvad dokumendid
Περίληψη της απόφασης επί της αυτεπάγγελτης έρευνας OI/3/2009/MHZ αναφορικά με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή
Μια ισπανική περιβαλλοντική μη-κυβερνητική οργάνωση (ΜΚΟ) ενημέρωσε τον Διαμεσολαβητή σχετικά με το γεγονός ότι η Επιτροπή δεν φαίνεται να καταχωρίζει ως καταγγελίες την αλληλογραφία που αφορά ισχυρισμούς περί παράβασης της περιβαλλοντικής νομοθεσίας της ΕΕ στις περιπτώσεις όπου κρίνει ότι (i) το αντικείμενο της καταγγελίας δεν είναι τέτοιο που να χρήζει εξέτασης κατά προτεραιότητα και, (ii) η αλληλογραφία σχετίζεται με πρόσβαση σε περιβαλλοντικές πληροφορίες όπου οι εναλλακτικοί μηχανισμοί προσφυγής σε επίπεδο εθνικής νομοθεσίας δεν έχουν ακόμη εξαντληθεί. Ωστόσο, η ανακοίνωση της Επιτροπής προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και τον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή που αφορά τις σχέσεις με τους καταγγέλλοντες στον τομέα των παραβάσεων του κοινοτικού δικαίου («η ανακοίνωση του 2002») προβλέπει, ως γενικό κανόνα, ότι κάθε αλληλογραφία που μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο έρευνας ως καταγγελία πρέπει να καταχωρίζεται στο κεντρικό μητρώο καταγγελιών. Όμως, οι ανωτέρω περιπτώσεις δεν συμπεριλαμβάνονται στις εξαιρέσεις του γενικού κανόνα της συγκεκριμένης ανακοίνωσης. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής αποφάσισε να κινήσει αυτεπάγγελτη έρευνα σχετικά με το θέμα αυτό.
Στη γνώμη της, η Επιτροπή ανέφερε ότι δεν εισήχθησαν νέες εξαιρέσεις στον ανωτέρω γενικό κανόνα και ότι, συνεπώς, μόνο οι έξι εξαιρέσεις που αναφέρονται στην ανακοίνωση του 2002 είναι δεσμευτικές. Η Επιτροπή διευκρίνισε ακόμη ότι η «ιεράρχηση προτεραιοτήτων» δεν αφορά την καταχώριση αλληλογραφίας ως καταγγελίας αλλά το μετέπειτα στάδιο της διοικητικής διαδικασίας, κατά το οποίο η καταγγελία έχει ήδη καταχωρισθεί και εξετάζεται ως τέτοια. Ωστόσο, αναφορικά με την αλληλογραφία περί πρόσβασης σε περιβαλλοντικές πληροφορίες, η Επιτροπή διευκρίνισε ότι σύμφωνα με την ερμηνεία τής σχετικά με την ανακοίνωση του 2002, τέτοιου είδους αλληλογραφία πρέπει να εμπίπτει στην εξαίρεση αλληλογραφίας που «δεν διατυπώνει καμία αιτίαση» η οποία προβλέπεται στην ανακοίνωση.
Ο Διαμεσολαβητής έκρινε ότι ο τρόπος με τον οποίο η Επιτροπή καθορίζει τις προτεραιότητες κατά τη διεκπεραίωση καταγγελιών υπόκειται στη διακριτική της ευχέρεια. Ο Διαμεσολαβητής εξέφρασε, ωστόσο, την ανησυχία του σχετικά με τον τρόπο ερμηνείας από την Επιτροπή της εξαίρεσης «δεν διατυπώνει καμία αιτίαση» προκειμένου να καλύψει αλληλογραφία η οποία σχετίζεται με την άρνηση χορήγησης πρόσβασης σε περιβαλλοντικές πληροφορίες σε περιπτώσεις όπου ο εθνικός μηχανισμός προσφυγής δεν έχει ακόμη εξαντληθεί. Ο Διαμεσολαβητής θεωρεί, αφενός, ότι μια τέτοια ερμηνεία ενδεχομένως να είναι εξαιρετικά ευρεία και, αφετέρου, να μην εξυπηρετεί κατά τον καλύτερο τρόπο τον στόχο της Επιτροπής που συνίσταται στην παροχή ευρύτερης προστασίας στα συμφέροντα των πολιτών.
Ο Διαμεσολαβητής εξέφρασε τις ανησυχίες του αυτές στην Επιτροπή σε επιμέρους επιστολή. Στην απάντησή της, η Επιτροπή, αποδέχτηκε την προτροπή του Διαμεσολαβητή για περιορισμό της ερμηνείας της εξαίρεσης «δεν διατυπώνει καμία αιτίαση» που περιλαμβάνεται στην ανακοίνωση του 2002. Επιπλέον, η Επιτροπή διευκρίνισε ότι δεν προτίθεται να χρησιμοποιήσει την εν λόγω εξαίρεση προκειμένου να δικαιολογήσει την μη καταχώριση μελλοντικών καταγγελιών περί πρόσβασης σε περιβαλλοντικές πληροφορίες στο νέο κεντρικό μητρώο (CHAP). Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής περάτωσε την αυτεπάγγελτη έρευνα και κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η παράλειψη της Επιτροπής δεν συνιστά κρούσμα κακοδιοίκησης.