European Ombudsman
Related documents
Περίληψη της απόφασης επί της αναφοράς 1329/2010/MF κατά του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου (εμπιστευτικού χαρακτήρα)
Την 1η Μαΐου 2004, ο κανονισμός υπηρεσιακής κατάστασης για τους υπαλλήλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής «κανονισμός υπηρεσιακής κατάστασης») αναδιάρθρωσε τα στάδια υπηρεσιακής εξέλιξης και εισήγαγε νέες μισθολογικές κλίμακες. Στις μεταβατικές διατάξεις περιλαμβανόταν ένας «συντελεστής πολλαπλασιασμού» που καθόριζε την αναλογία της νέας μισθολογικής κλίμακας που έπρεπε να καταβληθεί σε κάθε υπάλληλο που είχε προσληφθεί πριν από την 1η Μαΐου 2004 και είχε προαχθεί μεταγενέστερα.
Ο ενδιαφερόμενος, υπάλληλος του Κοινοβουλίου, ισχυρίστηκε ότι το Κοινοβούλιο εφάρμοσε μέθοδο υπολογισμού του μισθού του η ο οποία διέφερε από τη μέθοδο που εφαρμόζεται από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και από όλα τα υπόλοιπα θεσμικά όργανα της ΕΕ.
Κατά τη γνωμοδότησή του επί της αναφοράς, το Κοινοβούλιο υποστήριξε ότι η μέθοδος υπολογισμού που εφαρμόζει είναι ορθή και ότι δεν προσκρούει σε καμία νομική διάταξη ή νομολογία των δικαστηρίων της ΕΕ. Δήλωσε επίσης ότι παρά τη διαφορετική μέθοδο υπολογισμού που εφαρμόζει, οι διαφορές μεταξύ των μισθών των υπαλλήλων του Κοινοβουλίου και των μισθών άλλων υπαλλήλων της ΕΕ ήταν ελάχιστες.
Ο Διαμεσολαβητής συμφώνησε ότι η μέθοδος υπολογισμού του Κοινοβουλίου δεν βασιζόταν σε σαφώς εσφαλμένη ερμηνεία της οικείας διάταξης. Επεσήμανε, ωστόσο, ότι για λόγους ομοιομορφίας της Ευρωπαϊκής Δημόσιας Διοίκησης όλα τα θεσμικά όργανα οφείλουν να ερμηνεύουν και να εφαρμόζουν τον κανονισμό υπηρεσιακής κατάστασης κατά τρόπο συνεκτικό. Χαρακτήρισε λοιπόν ατυχές το γεγονός ότι τα θεσμικά όργανα της ΕΕ δεν ήταν σε θέση να εφαρμόσουν κοινή προσέγγιση σχετικά με τη μέθοδο υπολογισμού των μισθών των υπαλλήλων μετά από προαγωγή, παρά την ύπαρξη διαφόρων διοργανικών φορέων, οι οποίοι έχουν δημιουργηθεί ακριβώς για τους σκοπούς διασφάλισης της ενιαίας εφαρμογής του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης. Διαπίστωσε επίσης ότι οι διαφορετικές μέθοδοι υπολογισμού συνεπάγονται διαφορές στους μισθούς οι οποίες είναι απαράδεκτες και, αντίθετα με την άποψη του Κοινοβουλίου, δεν μπορούν να χαρακτηριστούν ως ελάχιστες.
Ο Διαμεσολαβητής περάτωσε την υπόθεση με την πρόταση ότι τα θεσμικά όργανα της ΕΕ οφείλουν να συμφωνήσουν σε κοινή μεθοδολογία υπολογισμού των νέων βασικών μισθών των υπαλλήλων μετά από προαγωγή και να θέσουν τέλος στη διαφορετική μεταχείριση που διαπιστώθηκε κατά τη σχετική έρευνα. Ο Διαμεσολαβητής πρότεινε επίσης ότι πριν από την επόμενη αναθεώρηση του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης, τα θεσμικά όργανα της ΕΕ οφείλουν να δημιουργήσουν μηχανισμό εντοπισμού των δυσκολιών ερμηνείας των αναθεωρημένων διατάξεων και να καταλήξουν σε κοινή θέση αρκετά έγκαιρα ώστε να αποφευχθούν οι αποκλίσεις που παρατηρούνται στην πράξη.