Ειδική έκθεση του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο σε συνέχεια του σχεδίου σύστασης προς την Ευρωπαϊκή Επιτροπή για την καταγγελία 289/2005/(WP)GG

Available languages: bg.es.cs.da.de.et.el.en.fr.ga.it.lv.lt.hu.mt.nl.pl.pt.ro.sk.sl.fi.sv
  • Case: 0289/2005/(WP)GG
    Opened on 22 Feb 2005 - Draft recommendation on 27 Jul 2005 - Special report on 30 May 2006 - Decision on 01 Jun 2006
  • Institution(s) concerned: European Commission
  • Field(s) of law: Freedom of movement for workers and social policy
  • Types of maladministration alleged – (i) breach of, or (ii) breach of duties relating to: Reasonable time-limit for taking decisions [Article 17 ECGAB]

(συντάχθηκε σύμφωνα με το άρθρο 3 παράγραφος 7 του Καταστατικού του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή[1])

Εισαγωγή

Ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι η παρούσα υπόθεση αφορά ένα σημαντικό ζήτημα αρχής, και συγκεκριμένα το εάν η Επιτροπή έχει δικαίωμα να καθυστερεί επ' αόριστον την εξέταση καταγγελιών για παραβάσεις της κοινοτικής νομοθεσίας από κάποιο κράτος μέλος με τη δικαιολογία ότι δεν είναι σε θέση να επιτύχει πολιτική συναίνεση ως προς τις ενέργειες στις οποίες θα πρέπει να προβεί. Ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι η Επιτροπή οφείλει, παρότι διαθέτει διακριτική ευχέρεια στο πλαίσιο της διαδικασίας επί παραβάσει, να εξετάζει τις καταγγελίες επί παραβάσει εντός εύλογου χρονικού διαστήματος. Στην παρούσα υπόθεση, η Επιτροπή περιορίστηκε ουσιαστικά να δηλώσει (i) ότι θεωρεί την καταγγελία «ιδιαίτερα ευαίσθητη και αμφιλεγόμενη από πολιτική άποψη» και (ii) ότι για να ληφθεί απόφαση περί κίνησης διαδικασίας επί παραβάσει απαιτείται η στήριξη ολόκληρου του Σώματος των Επιτρόπων και ότι, μέχρι στιγμής, η Επιτροπή δεν είχε κατορθώσει να λάβει τη σχετική απόφαση. Ο Διαμεσολαβητής εκτιμά ότι τα ανωτέρω δεν απαλλάσσουν την Επιτροπή από την υποχρέωσή της να επιλαμβάνεται δεόντως παρόμοιων καταγγελιών. Ο Διαμεσολαβητής θεωρεί, ως εκ τούτου, ότι το θέμα πρέπει να εξεταστεί από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο.

Η καταγγελία

Ο καταγγέλλων παρείχε υπηρεσίες αθλητικού στοιχήματος στην Κάτω Σαξονία (Γερμανία). Στην καταγγελία του προς τον Διαμεσολαβητή, η οποία υποβλήθηκε από τον δικηγόρο του τον Ιανουάριο του 2005, ο καταγγέλλων ανέφερε ότι οι γερμανικές αρχές του επέβαλαν να σταματήσει να παρέχει υπηρεσίες αθλητικού στοιχήματος, υποχρεώνοντάς τον έτσι να κλείσει την επιχείρησή του. Κατά την άποψη του καταγγέλλοντος, η συμπεριφορά των γερμανικών αρχών συνιστούσε παραβίαση της κοινοτικής νομοθεσίας γενικά και της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών ειδικότερα.

Ο καταγγέλλων αναφέρει ότι ο δικηγόρος του υπέβαλε καταγγελία επί παραβάσει κατά της Γερμανίας και των γερμανικών αρχών στην Αντιπροσωπεία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής στο Βερολίνο στις 20 Φεβρουαρίου 2004. Ο καταγγέλλων αναφέρει ακόμη ότι, όπως τον ενημέρωσε αργότερα η Αντιπροσωπεία, απαντώντας σε σχετικό ερώτημά του, η καταγγελία δεν είχε εξεταστεί ούτε είχε σταλεί στις Βρυξέλλες. Κατόπιν αυτού, ο δικηγόρος του καταγγέλλοντος υπέβαλε την καταγγελία απευθείας στην Επιτροπή, όπου καταχωρίστηκε με αριθμό πρωτοκόλλου 2004/4463.

Με επιστολή του στις 30 Νοεμβρίου 2004, ο δικηγόρος του καταγγέλλοντος ζήτησε να ενημερωθεί από την Επιτροπή για την πορεία της έρευνας. Ο καταγγέλλων αναφέρει ότι δεν έλαβε ποτέ απάντηση στην εν λόγω επιστολή.

Στην καταγγελία του προς τον Διαμεσολαβητή, ο καταγγέλλων υποστήριξε ουσιαστικά ότι η Επιτροπή δεν επιλήφθηκε δεόντως της καταγγελίας του επί παραβάσει. Υποστήριξε ακόμη ότι η Επιτροπή όφειλε να εξετάσει κατεπειγόντως την καταγγελία του καθώς υφίστατο ζημίες επειδή δεν μπορούσε να ασκήσει την επιχειρηματική του δραστηριότητα.

Η έρευνα

Η γνώμη της Επιτροπής

Στη γνώμη της, η Επιτροπή διατύπωσε, συνοπτικά, τα ακόλουθα σχόλια:

Την εποχή που εστάλη η γνώμη (Ιούνιος 2005), η Επιτροπή είχε λάβει επτά καταγγελίες εις βάρος της Γερμανίας σχετικά με υπηρεσίες τυχερών παιχνιδιών (2003/4350, 2003/5288, 2004/4054, 2004/4463, 2004/4899, 2004/4685 και 2005/4017). Οι εν λόγω καταγγελίες αφορούσαν την επιβολή περιορισμών από το γερμανικό κράτος στην οργάνωση των υπηρεσιών τυχερών παιχνιδιών, στις εμπορικές ανακοινώσεις σχετικά με τις υπηρεσίες τυχερών παιχνιδιών και στις άδειες εγκατάστασης σχετικών εταιρειών.

Η πρώτη καταγγελία από πάροχο υπηρεσιών αθλητικού στοιχήματος καταχωρίστηκε και πήρε αριθμό πρωτοκόλλου τον Απρίλιο του 2003. Η Επιτροπή δεν έλαβε απόφαση να κινήσει διαδικασία επί παραβάσει καθώς έκρινε ότι μια απόφαση του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων σε σχετική υπόθεση που αφορούσε την Ιταλία ήταν καθοριστική για την αξιολόγηση των επιβληθέντων από τη Γερμανία περιορισμών. Η απόφαση του Δικαστηρίου της 6ης Νοεμβρίου 2003 στην υπόθεση C-243/01 (Gambelli κ.λπ.)[2] παρείχε στην Επιτροπή κατευθυντήριες γραμμές για την αξιολόγηση παρόμοιων καταγγελιών.

Υπό το φως της νομολογίας του Δικαστηρίου, η Επιτροπή προέβη σε αξιολόγηση των επιχειρημάτων υπέρ της επιβολής κρατικών απαγορεύσεων σε υπηρεσίες αθλητικού στοιχήματος καθώς και της αναλογικότητας των εν λόγω απαγορεύσεων. Στις 30 Μαρτίου 2004 η Επιτροπή έστειλε στη Δανία προειδοποιητική επιστολή στο πλαίσιο υπόθεσης που αφορούσε υπηρεσίες αθλητικού στοιχήματος.

Ωστόσο, κατά τις συνεδριάσεις της στις 13 Οκτωβρίου και στις 14 Δεκεμβρίου 2004, η Επιτροπή αποφάσισε να αναβάλει τη λήψη αποφάσεων περί κίνησης διαδικασιών επί παραβάσει για υποθέσεις σχετικές με περιορισμούς παρεμφερείς με αυτούς που ανέφερε ο καταγγέλλων στην καταγγελία του επί παραβάσει, οι οποίες αφορούσαν τη Γερμανία (2003/4350), την Ιταλία (2003/4616) και τις Κάτω Χώρες (2002/5443). Οι εν λόγω καταγγελίες έχρηζαν περαιτέρω εξέτασης.

Η Επιτροπή έλαβε την καταγγελία επί παραβάσει του καταγγέλλοντος στις 26 Απριλίου 2004. Με επιστολή της στις 27 Μαΐου 2004, η Επιτροπή ενημέρωσε τον δικηγόρο του καταγγέλλοντος ότι η καταγγελία είχε καταχωριστεί με συγκεκριμένο αριθμό πρωτοκόλλου.

Με φαξ που έστειλε στις 30 Νοεμβρίου 2004, ο καταγγέλλων ζήτησε αντίγραφα της αλληλογραφίας της Επιτροπής με τις γερμανικές αρχές. Η Επιτροπή δεν είχε επικοινωνήσει καθόλου μέχρι εκείνη τη στιγμή με τις γερμανικές αρχές σχετικά με υπηρεσίες αθλητικού στοιχήματος γενικότερα ή σχετικά με κάποια συγκεκριμένη υπόθεση ειδικότερα.

Η Επιτροπή εξέταζε ακόμη ενεργά συγκεκριμένες πτυχές της καταγγελίας επί παραβάσει του καταγγέλλοντος. Στις 30 Μαΐου 2005, η Επιτροπή έστειλε επιστολή στον δικηγόρο του καταγγέλλοντος με την οποία τον ενημέρωνε για την πορεία της υπόθεσης και ζητούσε από τον καταγγέλλοντα να υποβάλει αντίγραφο της άδειας ασκήσεως του επαγγέλματός του (άδεια διοργάνωσης στοιχημάτων).

Όσον αφορά τον ισχυρισμό του καταγγέλλοντος ότι η Επιτροπή όφειλε να ενεργήσει κατεπειγόντως, η Επιτροπή επεσήμανε ότι δεν είχε την εξουσία να παρέμβει και να σταματήσει σχετικές ενέργειες ούτε να εμποδίσει τη διεξαγωγή ποινικής έρευνας που είχε ήδη ενδεχομένως αρχίσει κάποιο κράτος μέλος.

Στην "ανακοίνωση της Επιτροπής προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και τον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή όσον αφορά τις σχέσεις με τον καταγγέλλοντα στον τομέα των παραβάσεων του κοινοτικού δικαίου" (COM(2002) 141 τελικό, ΕΕ 2002 C 244, σ. 5), η Επιτροπή αναφέρει ότι, κατά κανόνα, οι καταγγελίες που καταχωρίζονται διερευνώνται προκειμένου να ληφθεί απόφαση είτε για αποστολή προειδοποιητικής επιστολής ή για θέση στο αρχείο εντός ανώτατης προθεσμίας ενός έτους από την ημερομηνία καταχώρισης της καταγγελίας. Η Επιτροπή προβλέπει, ωστόσο, στην προαναφερθείσα ανακοίνωση το ενδεχόμενο μη τήρησης της συγκεκριμένης διάταξης, ιδίως στις περιπτώσεις στις οποίες καλείται να εξετάσει υποθέσεις όπου είναι δύσκολη η αξιολόγηση, για λόγους δημόσιας τάξης, των επιχειρημάτων περί επιβολής του εκάστοτε υπό συζήτηση εθνικού μέτρου και της αναλογικότητάς του. Τέτοια περίπτωση ήταν η παρούσα υπόθεση. Σε τέτοιες περιπτώσεις, η Επιτροπή έχει δεσμευτεί «να ενημερώνει σχετικά τον καταγγέλλοντα γραπτώς», όπως και έγινε στην παρούσα υπόθεση με την επιστολή της 30ής Μαΐου 2005.

Η Επιτροπή υπέβαλε αντίγραφο της επιστολής που έστειλε στις 30 Μαΐου 2005. Στην εν λόγω επιστολή, η Επιτροπή αναφερόταν στην καταγγελία επί παραβάσει του καταγγέλλοντος, η οποία -σύμφωνα με τα αναγραφόμενα στην επιστολή- είχε υποβληθεί στις 5 Απριλίου 2004 και σε μεταγενέστερες επιστολές που απέστειλαν ο καταγγέλλων ή ο δικηγόρος του στις 15 Ιουνίου 2004, στις 30 Νοεμβρίου 2004 και στις 18 Απριλίου 2005. Η Επιτροπή ανέφερε ότι εξέταζε «εντατικά» την καταγγελία του καταγγέλλοντος καθώς και άλλες καταγγελίες που αφορούσαν υπηρεσίες αθλητικού στοιχήματος στη Γερμανία. Όσον αφορά το χρονοδιάγραμμα, η επιστολή ανέφερε «ότι λόγω των ειδικών διαδικαστικών προθεσμιών διεξαγωγής ερευνών εκ μέρους της Επιτροπής για παραβιάσεις της Συνθήκης, η Επιτροπή δεν αναμένεται κατά πάσα πιθανότητα να λάβει θέση στο προσεχές μέλλον.»

Οι παρατηρήσεις του καταγγέλλοντος

Στις παρατηρήσεις του, ο καταγγέλλων ανέφερε ότι η γνώμη της Επιτροπής περιείχε λάθη και ανακρίβειες όσον αφορά τις ημερομηνίες, δεδομένου ότι είχε υποβάλει αρχικά την καταγγελία του στην Αντιπροσωπεία της Επιτροπής στο Βερολίνο στις 20 Φεβρουαρίου 2004. Σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, η εν λόγω καταγγελία δεν είχε εξεταστεί ούτε είχε διαβιβαστεί στις Βρυξέλλες. Ο δικηγόρος του καταγγέλλοντος πληροφορήθηκε ότι η καταγγελία ήταν ακόμη στο Βερολίνο μέσω τηλεφωνικής συνομιλίας με την Αντιπροσωπεία. Κατά την άποψη του καταγγέλλοντος, χάθηκε έτσι πολύτιμος χρόνος. Ο καταγγέλλων ανέφερε ακόμη ότι αδυνατούσε να κατανοήσει πώς ενεργούσε η Επιτροπή και πότε θα ζητούσε τελικά την άποψη της Γερμανίας.

Ο καταγγέλλων υπέβαλε αντίγραφα δύο επιστολών του τις οποίες είχε στείλει στην Επιτροπή στις 5 Απριλίου 2004 και στις 4 Ιουλίου 2005. Στην επιστολή του προς την Επιτροπή στις 5 Απριλίου 2004, ο δικηγόρος του καταγγέλλοντος ανέφερε το γεγονός ότι είχε υποβάλει αρχικά την καταγγελία στην Αντιπροσωπεία της Επιτροπής στο Βερολίνο στις 20 Φεβρουαρίου 2004.

Το σχέδιο σύστασης του Διαμεσολαβητή

Το σχέδιο σύστασης

Στις 2 Ιουλίου 2005, ο Διαμεσολαβητής απηύθυνε το ακόλουθο σχέδιο σύστασης προς την Επιτροπή, σύμφωνα με το άρθρο 3 παράγραφος 6 του καταστατικού του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή:

"Η Επιτροπή οφείλει να εξετάσει την καταγγελία επί παραβάσει του καταγγέλλοντος με τη δέουσα επιμέλεια και χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση".

Το εν λόγω σχέδιο σύστασης βασίστηκε στις ακόλουθες εκτιμήσεις:

1 Εισαγωγική παρατήρηση

1.1 Στην καταγγελία του προς τον Διαμεσολαβητή, ο καταγγέλλων ανέφερε ότι η καταγγελία του επί παραβάσει είχε αρχικά σταλεί, από τον δικηγόρο του, στην Αντιπροσωπεία της Επιτροπής στο Βερολίνο στις 20 Φεβρουαρίου 2004. Ο καταγγέλλων ανέφερε ακόμη ότι, όπως τον ενημέρωσε αργότερα η Αντιπροσωπεία, απαντώντας σε σχετικό ερώτημά του, η καταγγελία δεν είχε εξεταστεί ούτε είχε σταλεί στις Βρυξέλλες. Κατόπιν τούτου, ο καταγγέλλων υπέβαλε την καταγγελία του απευθείας στην Επιτροπή με επιστολή την οποία έστειλε στις 5 Απριλίου 2004.

1.2 Στη γνώμη της, η Επιτροπή δεν αναφέρθηκε καθόλου στον ισχυρισμό του καταγγέλλοντος ότι είχε υποβάλει αρχικά την καταγγελία του επί παραβάσει στις 20 Φεβρουαρίου 2004 και ότι αυτή δεν είχε αρχικά εξεταστεί.

1.3 Ο Διαμεσολαβητής ανέφερε ότι ο ισχυρισμός του καταγγέλλοντος περί αδυναμίας της Επιτροπής να επιληφθεί δεόντως της επιστολής την οποία ο καταγγέλλων υποστηρίζει ότι έστειλε στην Αντιπροσωπεία της Επιτροπής διατυπωνόταν με σαφήνεια στην καταγγελία την οποία ο καταγγέλλων υπέβαλε στον ίδιο τον Ιανουάριο του 2005. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής αδυνατούσε να καταλάβει γιατί η Επιτροπή δεν αναφέρθηκε στο θέμα αυτό στη γνώμη της. Πάντως, προκειμένου να αποσαφηνιστεί το εν λόγω ζήτημα, έπρεπε να διεξαχθούν περαιτέρω έρευνες, οι οποίες όμως θα προκαλούσαν αναπόφευκτα μεγαλύτερη καθυστέρηση σε ένα θέμα το οποίο, σύμφωνα με τον καταγγέλλοντα, ήταν επείγον. Λαμβάνοντας υπόψη τα συμπεράσματά του σχετικά με τις άλλες πτυχές της υπόθεσης (βλ. σημείο 2 ακολούθως), ο Διαμεσολαβητής έκρινε, ως εκ τούτου, ότι ήταν καλύτερο να εξαιρέσει το προαναφερθέν ζήτημα από το πεδίο της παρούσας έρευνας, ώστε να μπορέσει να εξετάσει την ουσία του προβλήματος το ταχύτερο δυνατό. Ο καταγγέλλων είχε, πάντως, κάθε δικαίωμα να υποβάλει νέα, ξεχωριστή καταγγελία για το εν λόγω ζήτημα στον Διαμεσολαβητή.

2 Ισχυρισμός περί αδυναμίας της Επιτροπής να επιληφθεί δεόντως καταγγελίας επί παραβάσει

2.1 Ο καταγγέλλων υποστήριξε ότι η Επιτροπή δεν επιλήφθηκε δεόντως της καταγγελίας του επί παραβάσει αριθ. 2004/4463. Επεσήμανε μάλιστα ότι είχε ζητήσει να ενημερωθεί για την πορεία της καταγγελίας του με επιστολή στις 30 Νοεμβρίου 2004 χωρίς όμως να λάβει ποτέ απάντηση.

2.2 Στη γνώμη της, η Επιτροπή επεσήμανε ότι την εποχή που εστάλη η γνώμη (Ιούνιος 2005), είχε λάβει επτά καταγγελίες εις βάρος της Γερμανίας σχετικά με υπηρεσίες τυχερών παιχνιδιών (2003/4350, 2003/5288, 2004/4054, 2004/4463, 2004/4899, 2004/4685 και 2005/4017). Η Επιτροπή ανέφερε ότι η πρώτη καταγγελία από πάροχο υπηρεσιών αθλητικού στοιχήματος καταχωρίστηκε και πήρε αριθμό πρωτοκόλλου τον Απρίλιο του 2003 και ότι η ίδια δεν έλαβε απόφαση να κινήσει διαδικασία επί παραβάσει καθώς έκρινε ότι μια απόφαση του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων σε σχετική υπόθεση που αφορούσε την Ιταλία ήταν καθοριστική για την αξιολόγηση των επιβληθέντων από τη Γερμανία περιορισμών. Σύμφωνα με την Επιτροπή, η απόφαση του Δικαστηρίου της 6ης Νοεμβρίου 2003 στην υπόθεση C-243/01 (Gambelli κ.λπ.) παρείχε στην Επιτροπή κατευθυντήριες γραμμές για την αξιολόγηση παρόμοιων καταγγελιών.

Η Επιτροπή πρόσθεσε ότι υπό το φως της νομολογίας του Δικαστηρίου, προέβη σε αξιολόγηση των επιχειρημάτων υπέρ της επιβολής κρατικών απαγορεύσεων σε υπηρεσίες αθλητικού στοιχήματος καθώς και της αναλογικότητάς τους, και ότι στις 30 Μαρτίου 2004 έστειλε στη Δανία προειδοποιητική επιστολή στο πλαίσιο υπόθεσης που αφορούσε υπηρεσίες αθλητικού στοιχήματος.

Ωστόσο, κατά τις συνεδριάσεις της στις 13 Οκτωβρίου και στις 14 Δεκεμβρίου 2004, η Επιτροπή αποφάσισε να αναβάλει τη λήψη αποφάσεων περί κίνησης διαδικασιών επί παραβάσει για υποθέσεις σχετικές με περιορισμούς παρεμφερείς με αυτούς που ανέφερε ο καταγγέλλων στην καταγγελία του επί παραβάσει, οι οποίες αφορούσαν τη Γερμανία (2003/4350), την Ιταλία (2003/4616) και τις Κάτω Χώρες (2002/5443). Οι εν λόγω καταγγελίες αποτελούσαν αντικείμενο περαιτέρω εξέτασης.

Η Επιτροπή ανέφερε ότι, με φαξ που έστειλε στις 30 Νοεμβρίου 2004, ο καταγγέλλων ζήτησε αντίγραφα της αλληλογραφίας της Επιτροπής με τις γερμανικές αρχές. Η Επιτροπή επεσήμανε ότι δεν είχε επικοινωνήσει καθόλου μέχρι εκείνη τη στιγμή με τις γερμανικές αρχές σχετικά με υπηρεσίες αθλητικού στοιχήματος γενικότερα ή σχετικά με κάποια συγκεκριμένη υπόθεση ειδικότερα.

Η Επιτροπή υποστήριξε ότι εξέταζε ακόμη ενεργά συγκεκριμένες πτυχές της καταγγελίας επί παραβάσει του καταγγέλλοντος. Στις 30 Μαΐου 2005, η Επιτροπή έστειλε επιστολή στον δικηγόρο του καταγγέλλοντος με την οποία τον ενημέρωνε για την πορεία της υπόθεσης και ζητούσε από τον καταγγέλλοντα να υποβάλει αντίγραφο της άδειας ασκήσεως του επαγγέλματός του (άδεια διοργάνωσης στοιχημάτων).

Η Επιτροπή ανέφερε ότι στην «ανακοίνωσή της προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και τον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή όσον αφορά τις σχέσεις με τον καταγγέλλοντα στον τομέα των παραβάσεων του κοινοτικού δικαίου» (COM(2002) 141 τελικό, ΕΕ 2002 C 244, σ. 5), αναφέρει ότι, κατά κανόνα, οι καταγγελίες που καταχωρίζονται διερευνώνται προκειμένου να ληφθεί απόφαση είτε για αποστολή προειδοποιητικής επιστολής ή για θέση στο αρχείο εντός ανώτατης προθεσμίας ενός έτους από την ημερομηνία καταχώρισης της καταγγελίας. Σύμφωνα με την Επιτροπή, αυτό δεν αποκλείει πάντως το ενδεχόμενο να διαρκέσει η έρευνά της περισσότερο. Η Επιτροπή υποστήριξε ότι αυτό συμβαίνει ιδίως στις περιπτώσεις εκείνες στις οποίες καλείται να εξετάσει υποθέσεις όπου είναι δύσκολη η αξιολόγηση, για λόγους δημόσιας τάξης, των επιχειρημάτων περί επιβολής του εκάστοτε υπό συζήτηση εθνικού μέτρου και της αναλογικότητάς του. Σύμφωνα με την Επιτροπή, τέτοια περίπτωση ήταν η παρούσα υπόθεση. Η Επιτροπή ανέφερε ότι έχει δεσμευτεί «να ενημερώνει σχετικά τον καταγγέλλοντα γραπτώς» σε τέτοιες περιπτώσεις, όπως και έπραξε στην παρούσα υπόθεση με την επιστολή που έστειλε στις 30 Μαΐου 2005.

2.3 Ορθή διοικητική πρακτική συνιστά η αποστολή απαντήσεων στις επιστολές των πολιτών εντός εύλογου χρονικού διαστήματος. Στην παρούσα υπόθεση, η Επιτροπή απάντησε στην επιστολή του καταγγέλλοντος της 30ής Νοεμβρίου 2004 στις 30 Μαΐου 2005, ήτοι έξι μήνες μετά την αποστολή της. Ο Διαμεσολαβητής σημείωσε ότι δεν δόθηκε καμία εξήγηση ούτε ζητήθηκε συγνώμη γι' αυτή τη σημαντική καθυστέρηση. Η αδυναμία της Επιτροπής να απαντήσει εντός εύλογου χρονικού διαστήματος στην επιστολή του καταγγέλλοντος της 30ής Νοεμβρίου 2004 συνιστά, ως εκ τούτου, περίπτωση κακοδιοίκησης.

2.4 Ο Διαμεσολαβητής σημείωσε ότι η Επιτροπή είχε δεσμευτεί, στην ανακοίνωσή της του 2002, να διερευνά τις καταγγελίες που καταχωρίζονται προκειμένου να λαμβάνει απόφαση είτε για αποστολή προειδοποιητικής επιστολής ή για θέση στο αρχείο εντός ανώτατης προθεσμίας ενός έτους από την ημερομηνία καταχώρισης της καταγγελίας. Από τη διατύπωση της ανακοίνωσης («κατά κανόνα») καθίσταται σαφές ότι τα ανωτέρω δεν αποκλείουν το ενδεχόμενο κάποια έρευνα να διαρκέσει περισσότερο από ένα έτος εφόσον συντρέχουν σοβαροί λόγοι, ιδίως δε εάν κάποια καταγγελία θίγει δύσκολα ή περίπλοκα ζητήματα. Όπως σωστά παρατήρησε η Επιτροπή, η ανακοίνωση του 2002 προέβλεπε ότι σε τέτοιες περιπτώσεις όφειλε να ενημερώνει σχετικά τον καταγγέλλοντα γραπτώς.

Ο Διαμεσολαβητής θεώρησε, ωστόσο, ότι προκειμένου να έχουν νόημα, οι πληροφορίες που δίδονται σε τέτοιες περιπτώσεις στον εκάστοτε καταγγέλλοντα πρέπει τουλάχιστον να εξηγούν τους λόγους για τους οποίους η εξέταση της καταγγελίας αναμένεται να διαρκέσει περισσότερο από ένα έτος.

Ωστόσο, στην επιστολή της προς τον καταγγέλλοντα της 30ής Μαΐου 2005, η Επιτροπή ανέφερε μόνο «ότι λόγω των ειδικών διαδικαστικών προθεσμιών διεξαγωγής ερευνών εκ μέρους της Επιτροπής για παραβιάσεις της Συνθήκης, η Επιτροπή δεν αναμένεται κατά πάσα πιθανότητα να λάβει θέση στο προσεχές μέλλον.»

Κατά την άποψη του Διαμεσολαβητή, η «εξήγηση» αυτή ήταν καταφανώς ανεπαρκής, δεδομένου ότι δεν αναφερόταν σε κάποιες ιδιαίτερες περιστάσεις οι οποίες αιτιολογούσαν το γεγονός ότι η έρευνα της Επιτροπής θα διαρκούσε περισσότερο από ένα έτος, χρονικό διάστημα το οποίο, σύμφωνα με την ανακοίνωση του 2002, πρέπει «κατά κανόνα» να τηρείται. Η αδυναμία της Επιτροπής να αιτιολογήσει πειστικά γιατί δεν είναι σε θέσει να ολοκληρώσει την έρευνά της σχετικά με την καταγγελία επί παραβάσει του καταγγέλλοντος εντός ενός έτους από την ημερομηνία καταχώρισής της συνιστά, ως εκ τούτου, περίπτωση κακοδιοίκησης.

2.5 Όσον αφορά αυτή καθαυτή την εξέταση της καταγγελίας επί παραβάσει, ορθή διοικητική πρακτική συνιστά η εξέταση παρόμοιων καταγγελιών με τη δέουσα επιμέλεια και χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση. Ο Διαμεσολαβητής σημείωσε ότι η Επιτροπή είχε υποστηρίξει, στη γνώμη της, ότι εξέταζε ακόμη ενεργά συγκεκριμένες πτυχές της καταγγελίας επί παραβάσει του καταγγέλλοντος. Σημείωσε ακόμη ότι, στην επιστολή της προς τον καταγγέλλοντα της 30ής Μαΐου 2005, η Επιτροπή ανέφερε ότι εξέταζε «εντατικά» την καταγγελία του καταγγέλλοντος καθώς και άλλες καταγγελίες που αφορούσαν υπηρεσίες αθλητικού στοιχήματος στη Γερμανία.

Λαμβανομένων υπόψη των πληροφοριών που τέθηκαν υπόψη του, ο Διαμεσολαβητής έκρινε, πάντως, ότι οι ισχυρισμοί αυτοί δεν ευσταθούσαν.

Επισημαίνεται καταρχάς ότι η Επιτροπή είχε τονίσει ότι η απόφαση του Δικαστηρίου της 6ης Νοεμβρίου 2003 στην υπόθεση C-243/01 (Gambelli κ.λπ.) της παρείχε κατευθυντήριες γραμμές για την αξιολόγηση καταγγελιών παρόμοιων με την καταγγελία που είχε υποβάλει ο καταγγέλλων. Ωστόσο, η εν λόγω απόφαση είχε εκδοθεί τουλάχιστον 1 ½ χρόνο πριν από την υποβολή της γνώμης. Επισημαίνεται ακόμη ότι η Επιτροπή είχε υποστηρίξει ότι, με αφορμή την καταγγελία επί παραβάσει του καταγγέλλοντος, κλήθηκε να εξετάσει μια υπόθεση όπου ήταν δύσκολη η αξιολόγηση, για λόγους δημόσιας τάξης, των επιχειρημάτων περί επιβολής του εκάστοτε υπό συζήτηση εθνικού μέτρου και της αναλογικότητάς του. Ο Διαμεσολαβητής σημείωσε, ωστόσο, ότι η ίδια η Επιτροπή, στη γνώμη της, είχε παραδεχθεί ότι δεν είχε επικοινωνήσει καθόλου μέχρι εκείνη τη στιγμή με τις γερμανικές αρχές σχετικά με υπηρεσίες αθλητικού στοιχήματος γενικότερα ή σχετικά με κάποια συγκεκριμένη υπόθεση ειδικότερα. Ως εκ τούτου, δυσκολευόταν να κατανοήσει με ποιον τρόπο θα αξιολογούσε η Επιτροπή τα επιχειρήματα υπέρ της επιβολής των σχετικών διατάξεων της γερμανικής νομοθεσίας και την αναλογικότητά τους, χωρίς, τουλάχιστον, να ζητήσει από τις γερμανικές αρχές πληροφορίες και διευκρινίσεις σχετικά με τους «λόγους δημόσιας τάξης» στους οποίους βασίζονταν οι εν λόγω διατάξεις.

2.6 Βάσει των ανωτέρω, ο Διαμεσολαβητής έκρινε ότι η Επιτροπή δεν επιλήφθηκε δεόντως της καταγγελίας επί παραβάσει του καταγγέλλοντος.

Η εμπεριστατωμένη γνώμη της Επιτροπής

Αφού έλαβε το σχέδιο σύστασης, και σύμφωνα με το άρθρο 3 παράγραφος 6 του καταστατικού του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή, η Επιτροπή έστειλε εμπεριστατωμένη γνώμη στις 5 Ιανουαρίου 2006.

Στην εμπεριστατωμένη γνώμη της, η Επιτροπή προέβη στις ακόλουθες παρατηρήσεις:

Ο καταγγέλλων δεν διέθετε την απαιτούμενη άδεια στη Γερμανία, επιθυμούσε, όμως, να παρέχει τις υπηρεσίες του σε παρόχους υπηρεσιών στο Διαδίκτυο οι οποίοι διέθεταν άδεια σε άλλο κράτος μέλος (επιθυμούσε, δηλαδή, να ενεργεί και να παρέχει υπηρεσίες ως μεσάζων). Από τον Απρίλιο του 2003 μέχρι τον Ιανουάριο του 2005, η Επιτροπή δέχθηκε επτά καταγγελίες (συμπεριλαμβανομένης της καταγγελίας του καταγγέλλοντος) εις βάρος της Γερμανίας σχετικά με υπηρεσίες τυχερών παιχνιδιών. Οι εν λόγω καταγγελίες αφορούσαν τους ίδιους περιορισμούς. Ως εκ τούτου, η Επιτροπή αποφάσισε (στις 16 Μαρτίου και στις 2 Σεπτεμβρίου του 2005) να τις εξετάσει όλες μαζί.

Οι καταγγελίες σχετικά με τις υπηρεσίες αθλητικού στοιχήματος ήταν «ιδιαίτερα ευαίσθητες και αμφιλεγόμενες από πολιτική άποψη» (παρά τη διαθέσιμη νομολογία στο συγκεκριμένο τομέα). Οι καταγγελίες εις βάρος της Γερμανίας σχετικά με τους περιορισμούς που επέβαλε στις υπηρεσίες αθλητικού στοιχήματος συζητήθηκαν σε τέσσερις συνεδριάσεις της Επιτροπής με αντικείμενο τις διαδικασίες επί παραβάσει (13 Οκτωβρίου 2004, 14 Δεκεμβρίου 2004, 16 Μαρτίου 2005 και 5 Ιουλίου 2005). Μέχρι στιγμής, η Επιτροπή δεν έχει κατορθώσει να λάβει την αναγκαία απόφαση.

Η Επιτροπή παραδέχθηκε ότι δεν απάντησε στην επιστολή του καταγγέλλοντος της 30ής Νοεμβρίου 2004 και εξέφρασε τη λύπη της για το γεγονός αυτό. Παραδέχθηκε επίσης ότι η «εξήγηση» που έδωσε στην επιστολή της, της 30ής Μαΐου 2005, ήταν ανεπαρκής. Η Επιτροπή θα μπορούσε να αναφερθεί στο γεγονός ότι διερευνούσε αρκετές καταγγελίες εις βάρος της Γερμανίας και ότι οι εν λόγω καταγγελίες συζητήθηκαν σε τρεις συνεδριάσεις της με αντικείμενο τις διαδικασίες επί παραβάσει (13 Οκτωβρίου 2004, 14 Δεκεμβρίου 2004 και 16 Μαρτίου 2005). Εξέφρασε τη λύπη της για το γεγονός ότι δεν κατόρθωσε να λάβει απόφαση επ' αυτού του ευαίσθητου από πολιτική άποψη ζητήματος εντός ενός έτους από την ημερομηνία καταχώρισης της καταγγελίας. Πάντως, η Επιτροπή υποστήριξε ότι η ταχεία επεξεργασία της καταγγελίας θα είχε ως αποτέλεσμα τη μη αξιοποίηση τυχόν περαιτέρω στοιχείων τα οποία θα προέκυπταν από τις συζητήσεις στους κόλπους του εν λόγω οργάνου.

Παρόλα αυτά, η Επιτροπή έστειλε νέα επιστολή στον καταγγέλλοντα πληροφορώντας τον για τις καινούργιες εξελίξεις σχετικά με την πορεία της καταγγελίας του. Με την επιστολή που έστειλε στις 10 Οκτωβρίου 2005, η Γενική Διεύθυνση Εσωτερική Αγορά και Υπηρεσίες («ΓΔ Markt») της Επιτροπής ενημέρωσε τον καταγγέλλοντα ότι είχε αποφασίσει να εξετάσει μαζί αρκετές καταγγελίες που αφορούσαν το ίδιο θέμα και ανέφερε ότι για να ληφθεί απόφαση περί κίνησης διαδικασίας επί παραβάσει κατά της Γερμανίας απαιτούνταν η στήριξη ολόκληρου του Σώματος των Επιτρόπων. Η ΓΔ Markt επεσήμανε επίσης ότι η Επιτροπή δεν είχε κατορθώσει μέχρι στιγμής να λάβει σχετική απόφαση και ότι οι καταγγελίες έχρηζαν περαιτέρω εξέτασης.

Οι παρατηρήσεις του καταγγέλλοντος

Ο καταγγέλλων δεν υπέβαλε παρατηρήσεις.

Η αξιολόγηση από τον Διαμεσολαβητή της εμπεριστατωμένης γνώμης της Επιτροπής

Ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι η Επιτροπή, με την εμπεριστατωμένη γνώμη της, αρνήθηκε ουσιαστικά να κάνει δεκτό το σχέδιο σύστασής του. Παρότι η Επιτροπή παραδέχεται ότι δεν απάντησε εντός εύλογου χρονικού διαστήματος στην επιστολή του καταγγέλλοντος της 30ής Νοεμβρίου 2004 και ότι δεν μπόρεσε να εξηγήσει πειστικά γιατί η εξέταση της υπόθεσης θα διαρκούσε περισσότερο από ένα έτος, η Επιτροπή δεν κατόρθωσε να αποδείξει ότι η καταγγελία επί παραβάσει θα εξεταστεί με τη δέουσα επιμέλεια και χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση, σύμφωνα με τη σύσταση του Διαμεσολαβητή.

Αντιθέτως, η Επιτροπή ανέφερε ότι θεωρεί τις καταγγελίες σχετικά με υπηρεσίες αθλητικού στοιχήματος ως ιδιαίτερα ευαίσθητες και αμφιλεγόμενες από πολιτική άποψη. Η Επιτροπή ανέφερε επίσης ότι το θέμα συζητήθηκε σε τέσσερις συνεδριάσεις της Επιτροπής με αντικείμενο τις διαδικασίες επί παραβάσει (13 Οκτωβρίου 2004, 14 Δεκεμβρίου 2004, 16 Μαρτίου 2005 και 5 Ιουλίου 2005) χωρίς όμως να καταστεί δυνατή η λήψη απόφασης. Σε επιστολή της προς τον καταγγέλλοντα στις 10 Οκτωβρίου 2005, η οποία αναφερόταν στην εμπεριστατωμένη γνώμη, η ΓΔ Markt διευκρίνιζε επιπλέον ότι για να ληφθεί απόφαση περί κίνησης διαδικασίας επί παραβάσει κατά της Γερμανίας απαιτούνταν η στήριξη ολόκληρου του Σώματος των Επιτρόπων και ότι, μέχρι στιγμής, η Επιτροπή δεν είχε κατορθώσει να λάβει τη σχετική απόφαση.

Ο Διαμεσολαβητής εκφράζει την ικανοποίησή του για την ειλικρίνεια με την οποία η Επιτροπή παράδεχεται ότι η καθυστέρηση στην εξέταση της καταγγελίας επί παραβάσει του καταγγέλλοντος οφείλεται στο γεγονός ότι η Επιτροπή δεν είναι σε θέση να αποφασίσει τις ενέργειες στις οποίες θα πρέπει να προβεί στο πλαίσιο της παρούσας υπόθεσης (και αρκετών άλλων συναφών υποθέσεων) για πολιτικούς λόγους. Θεωρεί, ωστόσο, ότι το γεγονός αυτό δεν συνιστά σοβαρό λόγο για να μην εξεταστεί η συγκεκριμένη καταγγελία επί παραβάσει εντός εύλογου χρονικού διαστήματος.

Ο Διαμεσολαβητής έχει υπόψη του ότι η Επιτροπή διαθέτει διακριτική ευχέρεια στο πλαίσιο της διαδικασίας επί παραβάσει. Επισημαίνεται, ωστόσο, ότι η παρούσα υπόθεση αφορά το διοικητικό στάδιο της εν λόγω διαδικασίας. Ο Διαμεσολαβητής θεωρεί ότι ορθή διοικητική πρακτική είναι να εξετάζει η Επιτροπή τις καταγγελίες επί παραβάσει εντός εύλογου χρονικού διαστήματος και ότι δεν έχει το δικαίωμα, ως εκ τούτου, να καθυστερεί επ' αόριστον την απόφασή της για συγκεκριμένη καταγγελία επί παραβάσει. Όσον αφορά την παρούσα υπόθεση, φαίνεται ότι η Επιτροπή συζήτησε το θέμα σε τέσσερις συνεδριάσεις της με αντικείμενο τις διαδικασίες επί παραβάσει (13 Οκτωβρίου 2004, 14 Δεκεμβρίου 2004, 16 Μαρτίου 2005 και 5 Ιουλίου 2005) χωρίς να μπορέσει να καταλήξει σε απόφαση ως προς τις ενέργειες στις οποίες θα πρέπει να προβεί. Επιπλέον, στην εμπεριστατωμένη γνώμη της, η οποία υποβλήθηκε στις 5 Ιανουαρίου 2006, η Επιτροπή δεν παρέχει καμία ένδειξη σχετικά με την αναμενόμενη χρονική στιγμή λήψης της σχετικής απόφασης.

Η σύσταση του Διαμεσολαβητή

Δεδομένων των ανωτέρω, ο Διαμεσολαβητής επαναλαμβάνει το σχέδιο σύστασής του ως σύσταση προς την Επιτροπή:

Η Επιτροπή οφείλει να εξετάσει την καταγγελία επί παραβάσει του καταγγέλλοντος με τη δέουσα επιμέλεια και χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση.

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο θα μπορούσε να εξετάσει το ενδεχόμενο έγκρισης της σύστασης υπό τη μορφή ψηφίσματος.

Στρασβούργο,

Καθηγητής Νικηφόρος ΔΙΑΜΑΝΤΟΥΡΟΣ


[1] Απόφαση 94/262 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 9ης Μαρτίου 1994 σχετικά με το καθεστώς του ευρωπαϊκού διαμεσολαβητή και τους γενικούς όρους άσκησης των καθηκόντων του, ΕΕ 1994 L 113, σ. 15.

[2] Υπόθεση C-243/01 Gambelli κ.λπ., Συλλογή 2003, σ. I-13031.