Ειδική έκθεση του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο σε συνέχεια του σχεδίου σύστασης προς την Ευρωπαϊκή Επιτροπή όσον αφορά την καταγγελία 185/2005/ELB

Available languages: bg.es.cs.da.de.et.el.en.fr.ga.it.lv.lt.hu.mt.nl.pl.pt.ro.sk.sl.fi.sv
  • Case: 0185/2005/ELB
    Opened on 16 Feb 2005 - Draft recommendation on 31 Mar 2008 - Special report on 04 Dec 2008 - Decision on 04 Dec 2008
  • Institution(s) concerned: European Commission
  • Field(s) of law: General, financial and institutional matters
  • Types of maladministration alleged – (i) breach of, or (ii) breach of duties relating to: Absence of discrimination [Article 5 ECGAB]
  • Subject matter(s): Competition and selection procedures (including trainees)

(Σύμφωνα με το άρθρο 3 παράγραφος 7 του καταστατικού του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή[1])

Εισαγωγή

1. Ο Διαμεσολαβητής εκτιμά ότι η παρούσα υπόθεση εγείρει ένα σημαντικό ζήτημα αρχής και είναι της άποψης ότι η πλήρης παύση της πρόσληψης, από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εξωτερικών επικουρικών διερμηνέων συνεδριάσεων ηλικίας άνω των 65 ετών παραβιάζει την αρχή της μη διακριτικής μεταχείρισης, λόγω ηλικίας. Το γεγονός αυτό συνιστά περίπτωση κακοδιοίκησης, η σοβαρότητα της οποίας αιτιολογεί την υποβολή ειδικής έκθεσης προς το Κοινοβούλιο.

Το ιστορικό της καταγγελίας

2. Ο καταγγέλλων εργαζόταν για τα ευρωπαϊκά θεσμικά όργανα επί περισσότερα από 35 έτη ως εξωτερικός επικουρικός διερμηνέας συνεδριάσεων ("ACI"), μεταφράζοντας από τα ολλανδικά, τα αγγλικά, τα γερμανικά, τα ιταλικά και τα ισπανικά προς τα γαλλικά. Οι εξωτερικοί διερμηνείς προσλαμβάνονται για συγεκριμένες συνεδριάσεις και διασκέψεις. Η εκάστοτε περίοδος απασχόλησης είναι σύντομη και κατά κανόνα διαρκεί λίγες μόνο ημέρες.

3. Στις 13 Ιουλίου 1999, το Προεδρείο του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου θέσπισε κανόνες για την πρόσληψη επικουρικών διερμηνέων συνδριάσεων ("κανόνες του 1999"). Στις 28 Ιουλίου 1999, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο υπέγραψαν σύμβαση για τους όρους εργασίας και αμοιβής των επικουρικών διερμηνέων συνεδριάσεων ("σύμβαση του 1999"). Επακολούθως, ο κανονισμός αριθ. 628/2000[2] του Συμβουλίου προέβλεπε την πρόσληψη των επικουρικών διερμηνέων συνεδριάσεων ως "επικουρικών υπαλλήλων".

4. Στο πλαίσιο αυτό, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο αποφάσισαν να σταματήσουν τις προσλήψεις επικουρικών διερμηνέων συνδριάσεων ηλικίας άνω των 65 ετών. Βάσισαν τις αντίστοιχες αποφάσεις τους στο άρθρο 74 του καθεστώτος που εφαρμόζεται επί του λοιπού προσωπικού των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων("ΚΛΠ").[3] Εν συνεχεία, ορισμένοι επικουρικοί διερμηνείς συνεδριάσεων [4] κίνησαν νομικές διαδικασίες ενώπιον του Πρωτοδικείου κατά της Επιτροπής και του Κοινοβουλίου (συνεκδικασθείσες αποφάσεις T-153/01 και T-323/01,[5] υπόθεση T-275/01[6] και υπόθεση T-276/01[7]).

5. Στις συνεκδικασθείσες αποφάσεις T-153/01 και T-323/01, το Πρωτοδικείο απεφάνθη μεταξύ άλλων ότι:

"(...) οι συμβάσεις απασχόλησης των διερμηνέων συνεδριάσεων (...) χαρακτηρίζονται από το γεγονός ότι συνάπτονται για συγκεκριμένες ημέρες και, κατ' επέκταση, οι ημερομηνίες έναρξης και λήξης της ισχύος της σύμβασης συνιστούν σημαντικά στοιχεία όσον αφορά την πρόσληψη των εν λόγω επικουρικών υπαλλήλων.

(...) δεδομένου ότι η λήξη της ισχύος της σύμβασης υποδεικνύεται πάντα από τη μνεία, στη σύμβαση, των συγκεκριμένων ημερών εργασίας, η λύση της σχέσης εργασίας δεν υπάγεται κατ' ανάγκη στο άρθρο 74 παράγραφος 1 στοιχείο β) του ΚΛΠ (...)

Προκύπτει ότι το άρθρο 74 του ΚΛΠ αποτελεί μία από τις διατάξεις του τίτλου III του ΚΛΠ τις οποίες σταμάτησε το Κοινοβούλιο να λαμβάνει υπόψη όταν θέσπισε τους κανόνες του 1999.

Ως εκ τούτου, η Επιτροπή εσφαλμένως θεωρεί ότι στην περίπτωση του καταγγέλλοντος ισχύει το άρθρο 74 παράγραφος 1 στοιχείο β) του ΚΛΠ (...)

(...) η ηλικία του διερμηνέα δεν συνιστά συναφές στοιχείο όσον αφορά την εκτέλεση των σχετικών καθηκόντων. Προκύπτει, συνεπώς, ότι ο καθορισμός ορίου ηλικίας δεν συνιστά ουσιώδες στοιχείο μια σύμβασης παροχής υπηρεσιών διερμηνείας και δεν συνεπάγεται κατ' ανάγκη την εφαρμογή του άρθρου 74 του ΚΛΠ."[8] (Η έμφαση δική μας)

6. Στις 27 Αυγούστου 2004, η Επιτροπή προσέφυγε ενώπιον του Δικαστηρίου (Υπόθεση C-373/2004 P[9]) κατά της απόφασης του Πρωτοδικείου στις συνεκδικασθείσες αποφάσεις T-153/01 και T-323/01.

Το αντικείμενο της έρευνας

7. Ο καταγγέλλων δήλωσε ότι η Επιτροπή εξακολούθησε να αρνείται να τον προσλάβει ως επικουρικό διερμηνέα συνεδριάσεων ακόμη και μετά την έκδοση της απόφασης του Πρωτοδικείου. Στο πλαίσιο αυτό, ισχυρίστηκε ότι η Επιτροπή παραβιάζει το άρθρο 21 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων[10] και το άρθρο 5 παράγραφος 3 του Ευρωπαϊκού Κώδικα Ορθής Διοικητικής Συμπεριφοράς, [11] τα οποία απαγορεύουν αμφότερα, μεταξύ άλλων, τις διακρίσεις λόγω ηλικίας.

8. Ο καταγγέλλων διατείνεται ότι η Επιτροπή οφείλει να θέσει τέλος στη διακριτική μεταχείριση την οποία υφίσταται ο ίδιος από τη στιγμή που συμπλήρωσε το 65ο έτος της ηλικίας του. Ζήτησε επίσης αποζημίωση ύψους 14.619 ευρώ από την Επιτροπή (10.932 ευρώ για διαφυγόντα κέρδη και 3.687 ευρώ για τις εισφορές στο "Caisse de prévoyance des interprètes de conférence-Ταμείο πρόνοιας διερμηνέων συνεδριάσεων") και αποτιμά το ύψος της αποζημίωσης για ηθική βλάβη στα 20.000 ευρώ.

9. Ο καταγγέλλων ισχυρίστηκε επίσης ότι η Επιτροπή παραβίασε το άρθρο 19 του Ευρωπαϊκού Κώδικα Ορθής Διοικητικής Συμπεριφοράς (σχετικά με την αναφορά των δυνατοτήτων έφεσης). Δεδομένου ότι η συγκεκριμένη πτυχή της καταγγελίας δεν εγείρει ζήτημα αρχής, ο Διαμεσολαβητής θα επιληφθεί αυτής στην απόφαση περάτωσης της έρευνάς του σχετικά με τη συγκεκριμένη καταγγελία, η οποία θα διαβιβαστεί στον καταγγέλλοντα.

Η έρευνα

10. Ο καταγγέλλων υπέβαλε καταγγελία στις 16 Ιανουαρίου 2005. Στις 8 Ιουνίου 2005, η Επιτροπή απέστειλε τη γνώμη της, η οποία διαβιβάστηκε στον καταγγέλλοντα προκειμένου να διατυπώσει παρατηρήσεις. Ο καταγγέλλων υπέβαλε τις παρατηρήσεις του στις 13 Ιουλίου 2005.

11. Στις 13 Δεκεμβρίου 2005, ο Διαμεσολαβητής ζήτησε συμπληρωματικές πληροφορίες από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Στις 20 Μαρτίου 2006, η Επιτροπή ανταποκρίθηκε στο αίτημά του. Ο καταγγέλλων απέστειλε τις παρατηρήσεις του στις 2 Απριλίου 2006 και στις 19 Μαΐου 2006.

12. Την 1η Δεκεμβρίου 2006, ο Διαμεσολαβητής απηύθυνε επιστολή στον Πρόεδρο της Επιτροπής ζητώντας φιλικό διακανονισμό της καταγγελίας. Η Επιτροπή απέστειλε την απάντησή της στις 16 Μαρτίου 2007 και ο καταγγέλλων απέστειλε τις δικές του παρατηρήσεις στις 25 Μαΐου 2007.

13. Στις 31 Μαρτίου 2008, ο Διαμεσολαβητής υπέβαλε σχέδιο σύστασης στην Επιτροπή. Στις 26 Ιουνίου 2008, η Επιτροπή απέστειλε την εμπεριστατωμένη γνώμη της σχετικά με το σχέδιο σύστασης. Ο καταγγέλλων υπέβαλε τις παρατηρήσεις του σχετικά με τη γνώμη της Επιτροπής στις 31 Ιουλίου 2008.


Η ανάλυση και τα συμπεράσματα του Διαμεσολαβητή

A. Ισχυρισμός περί γενικής πολιτικής διακριτικής μεταχείρισης των επικουρικών διερμηνέων συνεδριάσεων άνω των 65 ετών και σχετική αξίωση αποζημίωσης

Επιχειρήματα που παρουσιάστηκαν στον Διαμεσολαβητή

14. Η Επιτροπή ανέφερε ότι, πριν από την έναρξη ισχύος της σύμβασης του 1999 για τους όρους εργασίας και αμοιβής των επικουρικών διερμηνέων συνεδριάσεων, δεν υφίστατο επίσημο όριο ηλικίας για αυτούς. Παρά ταύτα, η Γενική Διεύθυνση Διερμηνείας (ΓΔ Διερμηνείας) προσλάμβανε επικουρικούς διερμηνείς συνεδριάσεων ηλικίας άνω των 65 ετών μόνο εφόσον συνέτρεχε συγκεκριμένη ανάγκη. Αυτό συνέβαινε στην περίπτωση των λεγόμενων "περιοδευουσών αποστολών" ή για την τήρηση δεσμεύσεων σε θέματα διερμηνείας που είχαν αναληφθεί για ορισμένες γλώσσες. Η πολιτική αυτή στόχευε στη διατήρηση μιας επαρκούς προσφοράς εργασίας για τους νέους διερμηνείς με μικρή πείρα και παράλληλα στη διασφάλιση της εισόδου νεοεισερχόμενων στο επάγγελμα.

15. Η Επιτροπή ισχυρίστηκε ότι, με την έναρξη ισχύος της σύμβασης του 1999, οι επικουρικοί διερμηνείς συνεδριάσεων υπάχθηκαν στο πεδίο εφαρμογής του ΚΛΠ, γεγονός το οποίο συνεπαγόταν, κατά την εκτίμησή της, την υπαγωγή τους στο όριο ηλικίας που προβλέπεται στο άρθρο 74 του ΚΛΠ. [12] Κατά συνέπεια, άρχισαν σταδιακά να παύουν οι προσλήψεις επικουρικών διερμηνέων συνεδριάσεων ηλικίας άνω των 65 ετών. Επιπλέον, καταργήθηκε η πρόσβασή τους στο διαδικτυακό σύστημα προσλήψεων "Web Calendar".

16. Η υπαγωγή των επικουρικών διερμηνέων συνδριάσεων στον πεδίο εφαρμογής του ΚΛΠ αμφισβητήθηκε στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις T-153/01 και T-323/01 Alvarez Moreno κατά Επιτροπής. Το Πρωτοδικείο απεφάνθη ότι το όριο ηλικίας που ορίζεται στο ΚΛΠ δεν ισχύει για τους επικουρικούς διερμηνείς συνεδριάσεων. Κατά συνέπεια, συμμορφούμενη προς την απόφαση του Πρωτοδικείου, η ΓΔ Μετάφρασης επέτρεψε την πρόσβαση επικουρικών διερμηνέων συνεδριάσεων άνω των 65 ετών στο σύστημα προσλήψεων (κατόπιν ατομικού αιτήματος). Οι επικουρικοί διερμηνείς συνδριάσεων που συμπλήρωσαν το 65ο έτος της ηλικίας τους μετά την έκδοση της απόφασης διατήρησαν το δικαίωμα πρόσβασης στο Web Calendar. Η πολιτική προσλήψεων που εφαρμόστηκε μετά την έκδοση της απόφασης του Πρωτοδικείου ήταν αυτή που εφαρμοζόταν πριν από το 1999. Η Επιτροπή δήλωσε ότι, εκκρεμούσης της προσφυγής της ενώπιον του Δικαστηρίου για αναίρεση της απόφασης του Πρωτοδικείου, θα συνέχιζε να εφαρμόζει αυτήν την πολιτική.

17. Συνεπεία των παραπάνω, η Επιτροπή εισηγήθηκε την πρόσληψη επικουρικών διερμηνέων συνεδριάσεων "ανάλογα με τις ανάγκες της υπηρεσίας", λαμβανομένου υπόψη του γλωσσικού τους συνδυασμού, του τόπου διαμονής και των γενικών προσόντων τους. Η πολιτική της ΓΔ Μετάφρασης στόχευε, όπως διευκρίνισε η Επιτροπή, στη διασφάλιση, στο μέτρο του εφικτού, των ευκαιριών απασχόλησης των νέων διερμηνέων. Επεσήμανε ότι, δεδομένων των ανησυχητικών δημογραφικών εξελίξεων στο επάγγελμα, ελήφθησαν μέτρα για τη διατήρηση ενός επαρκούς και καταρτισμένου δυναμικού εξωτερικών διερμηνέων το οποίο θα τροφοδοτούσε μακροπρόθεσμα τη συνέχιση των προσλήψεων. Η Επιτροπή ανέφερε, ενδεικτικά, πως ο μέσος όρος ηλικίας των διερμηνέων στις τρεις γλώσσες με τη μεγαλύτερη ζήτηση (Αγγλικά, Γαλλικά και Γερμανικά) ήταν κατά προσέγγιση τα 50 έτη και παράθεσε και άλλα επιχειρήματα εις επίρρωσιν αυτής της πολιτικής. Αυτά ήταν μεταξύ άλλων:

α) η μακρόχρονη και πολυδιάστατη οικονομική στήριξη που παρέχουν τα θεσμικά όργανα για την κατάρτιση των νέων διερμηνέων

β) η ανάγκη να αποκτήσουν οι νέοι συνάδελφοι αρκετή εμπειρία και πρακτική εξάσκηση ώστε να μπορούν να συμμετέχουν σε μελλοντικούς ανοιχτούς διαγωνισμούς με εύλογες πιθανότητες επιτυχίας, γεγονός που βελτιώνει την ηλικιακή πυραμίδα [13] και

γ) η ενίσχυση της δυνατότητας των νέων διερμηνέων να προσθέσουν στους συνδυασμούς τους νέες γλώσσες τις οποίες χρειαζόταν η υπηρεσία.

18. Ανταποκρινόμενη στο αίτημα του Διαμεσολαβητή για παροχή πληροφοριών, η Επιτροπή παρέσχε στατιστικά στοιχεία που υποδείκνυαν τον αριθμό των ημερών διάρκειας των συμβάσεων των επικουρικών διερμηνέων συνεδριάσεων άνω των 65 ετών, τόσο σε απόλυτη τιμή όσο και ως ποσοστό των συνολικών ημερών διάρκειας των συμβάσεών τους για κάθε ένα από τα έτη της περιόδου 1987-2006.

Οι προκαταρκτικές εκτιμήσεις του Διαμεσολαβητή για τη διατύπωση πρότασης φιλικού διακανονισμού

19. Ο Διαμεσολαβητής παρατήρησε κατά πρώτον ότι το Δικαστήριο απεφάνθη ότι η αρχή της μη διακριτικής μεταχείρισης, λόγω ηλικίας, όπως εμπεριέχεται στο άρθρο 21 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, συνιστά γενική αρχή του κοινοτικού δικαίου. [14] Σύμφωνα με την αρχή αυτή, η Επιτροπή δεν μπορεί να επιφυλάσσει διαφορετική μεταχείριση λόγω ηλικίας στους επικουρικούς διερμηνείς συνεδριάσεων κατά την πρόσληψή τους, εκτός εάν αποδείξει ότι η μεταχείριση αυτή είναι δεόντως αιτιολογημένη και εξυπηρετεί με προσφυή τρόπο ένα θεμιτό και επαρκώς σημαντικό κοινοτικό συμφέρον.

20. Στο πλαίσιο της έρευνας του Διαμεσολαβητή σχετικά με την παρούσα καταγγελία, η Επιτροπή παραδέχτηκε καταφανώς ότι, κατά την προσφορά συμβάσεων σε επικουρικούς διερμηνείς συνεδριάσεων, δεν προτιμά και, ως εκ τούτου, μεταχειρίζεται διαφορετικά τους διερμηνείς ηλικίας άνω των 65 ετών. Η διαφορετική μεταχείριση για λόγους ηλικίας συνιστά διάκριση λόγω ηλικίας, εκτός εάν η διαφορετική αυτή μεταχείριση είναι αντικειμενικώς αιτιολογημένη. Συνεπώς, ζητήθηκε από την Επιτροπή να αποδείξει ότι η διαφορετική αυτή μεταχείριση ήταν επαρκώς αιτιολογημένη.

21. Ο Διαμεσολαβητής επεσήμανε ότι, στην απάντησή της προς αυτόν, η Επιτροπή επικεντρώθηκε στις ανησυχητικές δημογραφικές εξελίξεις του κλάδου. Αντιστοίχως, η Επιτροπή ισχυρίστηκε πως η διαφορετική μεταχείριση ήταν αιτιολογημένη λόγω της ανάγκης της για πρόσληψη και εκπαίδευση νέων διερμηνέων με σκοπό τη διατήρηση ενός επαρκούς και καταρτισμένου δυναμικού εξωτερικών διερμηνέων το οποίο θα στελέχωνε μακροπρόθεσμα τον κλάδο. Η διαφορετική μεταχείριση βελτίωσε την ηλικιακή πυραμίδα των μόνιμων υπαλλήλων στον κλάδο της διερμηνείας. Επιπλέον, οι νέοι διερμηνείς είχαν τη δυνατότητα να αποκτήσουν αρκετή εμπειρία και πρακτική εξάσκηση ώστε να επιτύχουν σε μελλοντικούς ανοιχτούς διαγωνισμούς.

Στο πλαίσιο αυτό, ο Διαμεσολαβητής παραδέχθηκε ότι το συμφέρον που επικαλέσθηκε η Επιτροπή, δηλαδή η δημιουργία και η εκπαίδευση μιας νέας γενιάς καταρτισμένων διερμηνέων, συνιστά θεμιτό συμφέρον της Κοινότητας. Παρά ταύτα, ο Διαμεσολαβητής επεσήμανε ότι η Επιτροπή δεν του παρέσχε επαρκή δεδομένα και αποδεικτικά στοιχεία που να τεκμηριώνουν το επιχείρημά της.[15] Επιπλέον, η Επιτροπή δεν διαμόρφωσε την απαιτούμενη ισορροπία ανάμεσα στα συμφέροντα των διερμηνέων άνω των 65 ετών και στο συμφέρον της Κοινότητας. Ο Διαμεσολαβητής παρατήρησε πως ο στόχος της δημιουργίας και της εκπαίδευσης μιας νέας γενιάς καταρτισμένων διερμηνέων θα μπορούσε να επιτευχθεί με μέσα που θα ήταν λιγότερο επιβαρυντικά για τους διερμηνείς άνω των 65 ετών. Ένα τέτοιο μέσο θα ήταν, για παράδειγμα, η εξισορροπημένη μείωση των ημερών σύμβασης που προσφέρονται σε όλους τους "μη νέους" υποψηφίους, ανεξαρτήτως του εάν είναι κάτω ή άνω των 65 ετών, προκειμένου να δημιουργηθούν ευκαιρίες εργασιακής εμπειρίας για τους "νέους" διερμηνείς.

22. Δεδομένων των παραπάνω, ο Διαμεσολαβητής έκρινε πως η Επιτροπή δεν αιτιολόγησε δεόντως τη μεταχείριση που επιφυλάσσει στους διερμηνείς άνω των 65 ετών, όπως ο καταγγέλλων, και ότι το γεγονός αυτό μπορούσε να συνιστά περίπτωση κακοδιοίκησης. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής πρότεινε φιλικό διακανονισμό όσον αφορά τη συγκεκριμένη πτυχή της υπόθεσης, ο οποίος διατυπώνεται ως εξής:

Ο Διαμεσολαβητής δήλωσε πως η Επιτροπή μπορούσε:

  1. να εγκαταλείψει την πολιτική διακριτικής μεταχείρισης των διερμηνέων άνω των 65 ετών και
  2. να προσφέρει στον καταγγέλλοντα εύλογη χρηματική αποζημίωση για τη διακριτική μεταχείριση που του επεφύλαξε.

Τα επιχειρήματα που παρουσιάστηκαν στον Διαμεσολαβητή μετά την πρότασή του για φιλικό διακανονισμό

23. Στην απάντησή της στην πρόταση φιλικού διακανονισμού, η Επιτροπή ανέφερε ότι υπήρχε μια νέα εξέλιξη που έπρεπε να εξεταστεί. Επεσήμανε ότι η απόφαση του Πρωτοδικείου στις συνεκδικασθείσες αποφάσεις T-153/01 και T-323/01 Alvarez Moreno κατά Επιτροπής είχε προσφάτως αναιρεθεί από το Δικαστήριο.[16] Κατά συνέπεια, η Επιτροπή έκρινε ότι η αρχική της ερμηνεία όσον αφορά τους κανόνες, βάσει της οποίας δεν απηύθυνε καμία προσφορά εργασίας σε κανέναν επικουρικό διερμηνέα συνεδριάσεων άνω των 65 ετών, ήταν ορθή και ότι θα εξακολουθούσε να είναι ορθή έως ότου υπάρξει αναίρεση της συγκεκριμένης ερμηνείας από απόφαση δικαστηρίου της Κοινότητας. Ως εκ τούτου, η Επιτροπή δήλωσε ότι αδυνατούσε να κάνει δεκτή την πρόταση του Διαμεσολαβητή για φιλικό διακανονισμό.

24. Επιπλέον, η Επιτροπή επεσήμανε ότι το Πρωτοδικείο είχε αποφανθεί ότι:

"η Επιτροπή δεν είχε την υποχρεώση να προσλάβει εκ νέου [τον καταγγέλλοντα]. Ένα θεσμικό όργανο δύναται να μην προτείνει νέα σύμβαση επικουρικού υπαλλήλου σε διερμηνέα που έχει απασχολήσει στο παρελθόν, ανεξαρτήτως ηλικίας και για οποιονδήποτε λόγο υπαγορεύει την επιλογή αυτή."[17]

25. Επιπροσθέτως, η Επιτροπή υπογράμμισε ότι εφάρμοζε πολιτική που στόχευε στην ανανέωση του κλάδου των διερμηνέων προωθώντας την κατάρτιση νέων διερμηνέων και διασφαλίζοντας την ύπαρξη ευκαιριών απασχόλησης γι' αυτούς.

26. Στις παρατηρήσεις του όσον αφορά την απάντηση της Επιτροπής, ο καταγγέλλων υπέδειξε ότι λίγες ημέρες μετά την απόρριψη της πρότασης του Διαμεσολαβητή, η Επιτροπή εξέδωσε στις 29 Μαρτίου 2007 ενημερωτικό σημείωμα σχετικά με την πρόσληψη εξωτερικών διερμηνέων άνω των 65 ετών. Το σημείωμα περιείχε την ακόλουθη δήλωση:

"Κατά συνέπεια, η Επιτροπή σκοπεύει να επανέλθει στην αρχική της θέση και να μην απασχολεί πλέον επικουρικούς διερμηνείς συνεδριάσεων άνω των 65 ετών."

Η εκτίμηση του Διαμεσολαβητή για τη διατύπωση σχεδίου σύστασης

27. Η απόρριψη της πρότασης φιλικού διακανονισμού του Διαμεσολαβητή από την Επιτροπή βασίστηκε στην απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση C-373/04 P. Ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει ότι το Δικαστήριο αναίρεσε την απόφαση του Πρωτοδικείου για τον λόγο ότι το Πρωτοδικείο έπρεπε να είχε κηρύξει την προσφυγή απαράδεκτη. Το Δικαστήριο δεν απεφάνθη επί της ουσίας της υπόθεσης και, ως εκ τούτου, δεν έκρινε τη νομική ερμηνεία που διατυπώθηκε στην απόφαση του Πρωτοδικείου.

28. Το Πρωτοδικείο είχε αποφανθεί ότι το άρθρο 74 του ΚΛΠ δεν ισχύει στην περίπτωση των επικουρικών διερμηνέων συνεδριάσεων διότι, στην ουσία, οι κανόνες στους οποίους αυτοί υπάγονται θεσπίζονται στους κανόνες που εκδόθηκαν από το Προεδρείο του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου στις 13 Ιουλίου 1999 και στη σύμβαση που υπεγράφη στις 28 Ιουλίου 1999 (βλ. παράγραφο 3 της παρούσας ειδικής έκθεσης). Μολονότι η Επιτροπή ορθώς έκρινε ότι πλέον δεν δεσμευόταν νομικά από την αναιρεθείσα απόφαση του Πρωτοδικείου, ο Διαμεσολαβητής εκτιμά ότι η Επιτροπή δεν είχε εξηγήσει τους λόγους για τους οποίους δεν έκρινε σκόπιμο, βάσει των συναφών πραγματικών περιστατικών και των ισχυουσών νομικών διατάξεων, να καταλήξει στο ίδιο συμπέρασμα με το συμπέρασμα του Πρωτοδικείου όσον αφορά την ουσία των υποθέσεων.

29. Σε ό,τι αφορά τα συναφή πραγματικά περιστατικά, ο Διαμεσολαβητής αναγνώρισε ότι, στην απάντησή της στην πρότασή του για φιλικό διακανονισμό, η Επιτροπή, πέραν του ότι βασίστηκε στην απόφαση του Δικαστηρίου, διευκρίνισε για ακόμη μία φορά ότι η πολιτική της στόχευε στη διασφάλιση της "ανανέωσης" του δυναμικού διερμηνέων που είχε στη διάθεσή της. Η Επιτροπή ανέφερε επίσης ότι η πολιτική της όσον αφορά τις προσλήψεις επικουρικών διερμηνέων συνεδριάσεων παρέχει στις υπηρεσίες της τη δυνατότητα να ανταποκρίνονται σε έναν κυμαινόμενο φόρτο εργασίας. Από την άποψη αυτή, ο Διαμεσολαβητής αναγνώρισε ότι η Επιτροπή απολαμβάνει ευρείας διακριτικής ευχέρειας σε ό,τι αφορά την πρόσληψη προσωπικού και ότι δεν υποχρεούται να συνεχίζει να προσφέρει συμβάσεις σε συγκεκριμένους επικουρικούς διερμηνείς συνεδριάσεων για τον λόγο ότι τους είχε απασχολήσει στο παρελθόν. Εντούτοις, η ευρεία διακριτική ευχέρεια της Επιτροπής δεν μπορούσε να ασκηθεί κατά τρόπο που παραβιάζει την αρχή της μη διακριτικής μεταχείρισης, η οποία επιτάσσει να μην αντιμετωπίζονται καθ' όμοιο τρόπο διαφορετικές καταστάσεις, εκτός εάν μια τέτοιου είδους αντιμετώπιση δικαιολογείται αντικειμενικώς.

30. Σύμφωνα με το Δικαστήριο, η αρχή της μη διακριτικής μεταχείρισης, λόγω ηλικίας, όπως εμπεριέχεται στο άρθρο 21 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, συνιστά γενική αρχή του κοινοτικού δικαίου.[18] Σύμφωνα με την αρχή αυτή, η Επιτροπή δεν μπορεί να επιφυλάσσει διαφορετική μεταχείριση λόγω ηλικίας στους επικουρικούς διερμηνείς συνεδριάσεων κατά την πρόσληψή τους, εκτός εάν αποδείξει ότι η μεταχείριση αυτή είναι αντικειμενικώς αιτιολογημένη. [19] Ο Διαμεσολαβητής επεσήμανε ότι, όσον αφορά ένα υποχρεωτικό όριο ηλικίας συνταξιοδότησης που συνεπάγεται αυτομάτως τη λύση μιας σύμβασης εργασίας, το Δικαστήριο έχει κρίνει ότι:

"η (...) προώθηση των προσλήψεων [νέων ατόμων] συνιστά αναμφισβήτητα θεμιτό στόχο κοινωνικής πολιτικής (...) Συνεπώς, ο στόχος [αυτός] (...) πρέπει, καταρχήν, να θεωρείται ότι δικαιολογεί αντικειμενικά και λογικά (...) τη διαφορετική μεταχείριση λόγω ηλικίας (...). Πρέπει όμως περαιτέρω να εξετάζεται αν (...) τα μέσα επίτευξης ενός θεμιτού στόχου είναι πρόσφορα και αναγκαία".[20].

31. Το συμφέρον που επικαλέσθηκε η Επιτροπή στη γνώμη που διαβίβασε στον Διαμεσολαβητή, δηλαδή η ανάγκη δημιουργίας ευκαιριών απασχόλησης και εκπαίδευσης των νεοεισερχόμενων, προβάλλει ως "θεμιτός στόχος". Παρά ταύτα, ο Διαμεσολαβητής δεν πείστηκε ότι τα μέσα στα οποία προσέφυγε η Επιτροπή, δηλαδή η πλήρης παύση των προσλήψεων επικουρικών διερμηνέων συνεδριάσεων άνω των 65 ετών, ήταν "πρόσφορα και αναγκαία" για την επίτευξη αυτού του θεμιτού στόχου. Για να είναι τα μέσα που χρησιμοποιήθηκαν για την επίτευξη αυτού του στόχου "πρόσφορα και αναγκαία", η Επιτροπη έπρεπε τουλάχιστον να τεκμηριώσει, με συγκεκριμένα δεδομένα και αποδεικτικά στοιχεία, ότι ήταν απαραίτητο να προσφέρει συγκεκριμένες εργασίες διερμηνείας αποκλειστικά σε νεοεισερχόμενους. Ως συγκεκριμένο δεδομένο και αποδεικτικό στοιχείο θα έπρεπε να παρατεθεί, για παράδειγμα, ο αριθμός των ωρών που απαιτούνται για τη βιωσιμότητα ενός "καθεστώτος για νεοεισερχόμενους". Επιπλέον, η Επιτροπή έπρεπε να αποδείξει ότι ο ίδιος στόχος δεν μπορούσε να επιτευχθεί με λιγότερο περιοριστικά μέσα, όπως μέσα που θα αφορούσαν τους καταρτισμένους διερμηνείς όλων των ηλικιών και όχι μόνο όσους ήταν άνω των 65 ετών.

32. Συνεπώς, ο Διαμεσολαβητής έκρινε ότι η Επιτροπή δεν είχε αιτιολογήσει επαρκώς την απόφασή της να παύσει τις προσλήψεις διερμηνέων άνω των 65 ετών, γεγονός που συνιστά περίπτωση κακοδιοίκησης. Ως εκ τούτου, ο Διαμεσολαβητής προέβη σε σχέδιο σύστασης.

33. Στο σχέδιο της σύστασής του, ο Διαμεσολαβητής υπενθύμισε ότι, εάν μια έρευνα καταλήξει στη διαπίστωση κακοδιοίκησης, ο Διαμεσολαβητής δύναται να κρίνει σκόπιμη την παροχή αποζημίωσης, εκ μέρους του θεσμικού οργάνου, στον καταγγέλλοντα για τις ζημίες που υπέστη συνεπεία της κακοδιοίκησης.

34. Ο καταγγέλλων αξίωσε αποζημίωση συνολικού ύψους 34.619 ευρώ. Ο Διαμεσολαβητής παρατήρησε, ωστόσο, ότι δεν μπορούσε να είναι βέβαιο ότι θα είχε προσφερθεί στον καταγγέλλοντα ο ίδιος όγκος εργασίας που του είχε προσφερθεί στο παρελθόν. Ο Διαμεσολαβητής έκρινε ότι το ακριβές μέγεθος της ζημίας που υπέστη ο καταγγέλλων αποτελούσε συνάρτηση πολλαπλών παραγόντων, όπως μεταξύ άλλων του βαθμού στον οποίο οι γλώσσες εργασίας του καταγγέλλοντος αντιστοιχούσαν στις δεδομένες ανάγκες της υπηρεσίας κατά τη σχετική περίοδο, του όγκου των εργασιών διερμηνείας που ανατέθηκαν κατά τη σχετική περίοδο σε εξωτερικούς επικουρικούς διερμηνείς συνεδριάσεων με τις ίδιες γλώσσες εργασίας με τον καταγγέλλοντα, του αριθμού των υποψηφίων για ανάθεση εργασιών που αντιστοιχούσαν στις γλώσσες εργασίας του καταγγέλλοντος κατά τη σχετική περίοδο και της σχετικής ποιότητας των υποψηφίων αυτών. Επίσης, ο Διαμεσολαβητής αναγνώρισε ότι η Επιτροπή απολαμβάνει ευρείας διακριτικής ευχέρειας σε ό,τι αφορά την πρόσληψη του προσωπικού της και ότι δεν υποχρεούται να συνεχίζει να προσφέρει συμβάσεις σε συγκεκριμένους επικουρικούς διερμηνείς συνεδριάσεων για τον λόγο ότι τους είχε απασχολήσει στο παρελθόν. Παρόλα αυτά, η διακριτική ευχέρεια της Επιτροπής δεν μπορεί να παραβιάζει την αρχή της μη διακριτικής μεταχείρισης. Δεδομένου ότι η Επιτροπή δεν αιτιολόγησε επαρκώς την εκδικαζόμενη διακριτική μεταχείριση των διερμηνέων άνω των 65 ετών, ο Διαμεσολαβητής έκρινε σκόπιμο να έρθει η Επιτροπή σε επαφή με τον καταγγέλλοντα προκειμένου να επιτευχθεί συμφωνία ως προς μια ικανοποιητική αποκατάσταση της ζημίας που υπέστη ο καταγγέλλων λόγω της διακριτικής πολιτικής της Επιτροπής.

Τα επιχειρήματα που παρουσιάστηκαν στον Διαμεσολαβητή κατόπιν του σχεδίου σύστασης

35. Η Επιτροπή διαφώνησε με την άποψη του Διαμεσολαβητή ότι παραβίασε την αρχή της μη διακριτικής μεταχείρισης όταν έπαυσε να απασχολεί επικουρικούς διερμηνείς συνεδριάσεων άνω των 65 ετών. Έκρινε ότι έπρεπε να εφαρμόσει το ΚΛΠ για τους επικουρικούς διερμηνείς συνεδριάσεων. Η Επιτροπή επεσήμανε ότι, σύμφωνα με το άρθρο 119 του ΚΛΠ, [21] η απασχόληση συμβασιούχων υπαλλήλων παύει μόλις συμπληρωθεί το 65ο έτος της ηλικίας τους. Υπό τις περιστάσεις αυτές και για αμιγώς νομικούς λόγους, η Επιτροπή δεν μπορούσε να αλλάξει την πολιτική της όσον αφορά τις προσλήψεις ούτε να αποζημιώσει τον καταγγέλλοντα.

Η εκτίμηση του Διαμεσολαβητή κατόπιν του σχεδίου σύστασης

36. Σύμφωνα με το άρθρο 21 του Χάρτη των Θεμελιωδών δικαιωμάτων απαγορεύεται κάθε διάκριση για οποιονδήποτε λόγο, όπως η διάκριση λόγω ηλικίας. Επιπλέον, σύμφωνα με το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, η αρχή της μη διακριτικής μεταχείρισης λόγω ηλικίας, όπως εμπεριέχεται στο άρθρο 21 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων, συνιστά γενική αρχή του κοινοτικού δικαίου.[22] Σύμφωνα με την αρχή αυτή, η Επιτροπή δεν μπορεί να επιφυλάσσει διαφορετική μεταχείριση λόγω ηλικίας στους επικουρικούς διερμηνείς συνεδριάσεων κατά την πρόσληψή τους, εκτός εάν αποδείξει ότι η μεταχείριση αυτή είναι αντικειμενικώς αιτιολογημένη και ότι τα μέσα για την αιτιολόγησή της είναι πρόσφορα και αναγκαία. [23] Όσον αφορά το θέμα του υποχρεωτικού ορίου ηλικίας συνταξιοδότησης που συνεπάγεται αυτομάτως τη λύση μιας σύμβασης εργασίας, το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων έχει κρίνει ότι:

"η (...) προώθηση των προσλήψεων [νέων ατόμων] συνιστά αναμφισβήτητα θεμιτό στόχο κοινωνικής πολιτικής (...) Συνεπώς, ο στόχος [αυτός] (...) πρέπει, καταρχήν, να θεωρείται ότι δικαιολογεί αντικειμενικά και λογικά (...) τη διαφορετική μεταχείριση λόγω ηλικίας (...). Πρέπει όμως περαιτέρω να εξετάζεται αν (...) τα μέσα επίτευξης ενός τέτοιου θεμιτού στόχου είναι πρόσφορα και αναγκαία".[24].

37. Η Επιτροπή εμμένει στη θέση της ότι οι επικουρικοί διερμηνείς συνεδριάσεων υπάγονται στο όριο ηλικίας που προβλέπεται στο ΚΛΠ. Επιπλέον, όπως επεξηγείται στο σχέδιο σύστασης, η Επιτροπή προσπάθησε να αιτιολογήσει τη διαφορετική μεταχείριση που επεφύλαξε στους επικουρικούς διερμηνείς συνεδριάσεων άνω των 65 ετών επικαλούμενη την ανάγκη δημιουργίας ευκαιριών απασχόλησης και κατάρτισης των νεοεισερχόμενων στον κλάδο. Αν και δεν απέκλεισε το ενδεχόμενο ότι ο στόχος αυτός είναι "θεμιτός", ο Διαμεσολαβητής εξέφρασε την αμφιβολία του ως προς το εάν τα μέσα που χρησιμοποιήθηκαν για την επίτευξη αυτού του στόχου, δηλαδή η πλήρης παύση των προσλήψεων των επικουρικών διερμηνέων συνεδριάσεων άνω των 65 ετών, ήταν πρόσφορα και αναγκαία.

38. Ο Διαμεσολαβητής δεν συμφωνεί με το επιχείρημα της Επιτροπής ότι είναι νομικοί οι λόγοι που επιτάσσουν την παύση των προσλήψεων επικουρικών διερμηνέων συνεδριάσεων άνω των 65 ετών. Ο Διαμεσολαβητής είναι της άποψης ότι η Επιτροπή επιλέγει να μην προσλαμβάνει επικουρικούς διερμηνείς συνεδριάσεων άνω των 65 ετών.

39. Ο Διαμεσολαβητής επιθυμεί να τονίσει ότι δεν αμφισβητεί την απόφαση του Δικαστηρίου. Υπό το πνεύμα αυτό, υπογραμμίζει ιδιαίτερα ότι το Δικαστήριο αναίρεσε την απόφαση του Πρωτοδικείου[25] επί ενός διαδικαστικού θέματος και όχι επί της ουσίας της υπόθεσης Alvarez Moreno κατά Επιτροπής. Συνεπώς, τα συμπεράσματα του Διαμεσολαβητή στην παρούσα υπόθεση συμφωνούν πλήρως με τις αποφάσεις του Πρωτοδικείου και του Δικαστηρίου.

40. Περαιτέρω, ο Διαμεσολαβητής επιθυμεί να τονίσει ότι δεν αμφισβητεί τους κανόνες που θεσπίστηκαν από τον νομοθέτη (όπως τον κανονισμό υπηρεσιακής καταστάσεως και το ΚΛΠ). Η αμφισβήτηση του δικαιώματος του νομοθέτη να θεσπίσει μια πολιτική προσλήψεων που λαμβάνει υπόψη την ηλικία δεν εμπίπτει στο πεδίο αρμοδιοτήτων του Διαμεσολαβητή. Υπό το πνεύμα αυτό, ο Διαμεσολαβητής λαμβάνει δεόντως υπόψη ότι ο κανονισμός υπηρεσιακής καταστάσεως και το ΚΛΠ περιέχουν κανόνες που προβλέπουν τη συνταξιοδότηση των μόνιμων (άρθρο 52 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως) και των μη μόνιμων υπαλλήλων (άρθρα 47, 74 και 119 του ΚΛΠ) στην ηλικία των 65 ετών (ή των 67 ετών σε εξαιρετικές περιπτώσεις για τους μόνιμους υπαλλήλους). Ο Διαμεσολαβητής επισημαίνει ότι στην παρούσα υπόθεση λαμβάνεται υπόψη το άρθρο 74 του ΚΛΠ. Όμως, η παρούσα υπόθεση βασίζεται στην παραδοχή, η οποία συμπίπτει με την κρίση του Πρωτοδικείου επί της ουσίας της υπόθεσης Alvarez Moreno κατά Επιτροπής, ότι οι επικουρικοί διερμηνείς συνεδριάσεων δεν υπάγονται στο άρθρο 74 του ΚΛΠ.

41. Ο Διαμεσολαβητής αναγνωρίζει ότι η Επιτροπή δεν δεσμεύεται νομικά να εφαρμόσει μια αναιρεθείσα απόφαση του Πρωτοδικείου. Εντούτοις, επισημαίνει ότι η αναίρεση μιας απόφασης επί ενός διαδικαστικού σημείου δεν συνεπάγεται αυτομάτως την εγκυρότητα της ερμηνείας της Επιτροπής όσον αφορά την ουσία της υπόθεσης. Σημειώνει επίσης ότι η Επιτροπή δεν διατύπωσε στο πλαίσιο της παρούσας έρευνας κανένα επιχείρημα που να άπτεται της συλλογιστικής του Πρωτοδικείου σχετικά με την ουσία της υπόθεσης.

42. Ο Διαμεσολαβητής εκφράζει τη λύπη του για το γεγονός ότι η Επιτροπή δεν ανταποκρίθηκε θετικά στις επισταμένες προσπάθειές του να την βοηθήσει να αποφύγει την κακοδιοίκηση που συνεπάγεται η τρέχουσα πολιτική της.

43. Ο Διαμεσολαβητής εκτιμά ότι η συγκεκριμένη περίπτωση κακοδιοίκησης είναι αρκούντως σοβαρή ώστε να δικαιολογείται η υποβολή ειδικής έκθεσης στο Κοινοβούλιο.

44. Τέλος, ο Διαμεσολαβητής σημειώνει ότι, σε παρόμοια έρευνά του σχετικά με τις πρακτικές του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου για την πρόσληψη επικουρικών διερμηνέων συνεδριάσεων άνω των 65 ετών, απηύθυνε παρόμοιο σχέδιο σύστασης προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, σε συνέχεια του οποίου το Κοινοβούλιο άλλαξε την πρακτική του σε ό,τι αφορά τις προσλήψεις επικουρικών διερμηνέων συνεδριάσεων άνω των 65 ετών. Υιοθετώντας αυτή τη στάση, το Κοινοβούλιο ερμήνευσε τους ισχύοντες κανόνες, οι οποίοι, σημειωτέον, είναι οι ίδιοι κανόνες που επιβάλλουν, κατά την Επιτροπή, την παύση των προσλήψεων επικουρικών διερμηνέων συνεδριάσεων άνω των 65 ετών, κατά τρόπο που δεν συνεπάγεται μια τέτοια πρακτική. Κατ' αυτόν τον τρόπο, το Κοινοβούλιο απέφυγε το ενδεχόμενο διαπίστωσης κακοδιοίκησης εκ μέρους του Διαμεσολαβητή.

Β. Η σύσταση του Διαμεσολαβητή

Βάσει της έρευνάς του σχετικά με την παρούσα καταγγελία, ο Διαμεσολαβητής αναδιατυπώνει το σχέδιο της σύστασής του κατωτέρω ως σύσταση προς την Επιτροπή.

Η Επιτροπή καλείται να αλλάξει την ισχύουσα πολιτική της που απαγορεύει την πρόσληψη επικουρικών διερμηνέων συνεδριάσεων άνω των 65 ετών και οφείλει να αποζημιώσει τον καταγγέλλοντα για τη ζημία που υπέστη εξαιτίας της εφαρμογής, στη συγκεκριμένη περίπτωση, αυτής της πολιτικής.

Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο θα μπορούσε να εξετάσει το ενδεχόμενο θέσπισης ανάλογου ψηφίσματος.

Καθηγητής Νικηφόρος Διαμαντούρος

Στρασβούργο, 4 Δεκεμβρίου 2008


[1] Απόφαση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 9ης Μαρτίου 1994 σχετικά με το καθεστώς του Ευρωπαίου Διαμεσολαβητή και τους γενικούς όρους άσκησης των καθηκόντων του (94/262/ΕΚΑΧ, ΕΚ, Ευρατόμ), ΕΕ 1994 L 113, σ. 15.

[2] Κανονισμός αριθ. 628/2000 του Συμβουλίου, της 20ής Μαρτίου 2000, για την τροποποίηση του κανονισμού αριθ. 259/68 περί καθορισμού του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και του καθεστώτος που εφαρμόζεται επί του λοιπού προσωπικού των Κοινοτήτων αυτών, ΕΕ 2000 L 76, σ. 1. Το άρθρο 1 του κανονισμού αυτού έχει ως εξής:

"(...) (2) Θα πρέπει, ως εκ τούτου, όλοι οι διερμηνείς συνεδρίων να προσλαμβάνονται ως επικουρικοί υπάλληλοι υπαγόμενοι στον τίτλο III του καθεστώτος που εφαρμόζεται επί του λοιπού προσωπικού των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (...)

Στο άρθρο 78 του καθεστώτος που εφαρμόζεται επί του λοιπού προσωπικού των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων προστίθεται το ακόλουθο εδάφιο:

Οι ίδιοι όροι πρόσληψης και αποδοχών που ισχύουν για τους διερμηνείς συνεδρίων που προσλαμβάνονται από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο εφαρμόζονται και όσον αφορά τους επικουρικούς υπαλλήλους που προσλαμβάνονται από την Επιτροπή υπό την ιδιότητα του διερμηνέα συνεδρίων για λογαριασμό των κοινοτικών οργάνων και οργανισμών."

[3] Το άρθρο 74 του ΚΛΠ (στην έκδοση που ίσχυε την περίοδο εκείνη) προέβλεπε τα εξής: "Εκτός από την περίπτωση θανάτου, η υπαλληλική σχέση του επικουρικού υπαλλήλου λύεται: 1. όταν υφίσταται σύμβαση ορισμένου χρόνου: (...) β) στο τέλος του μήνα κατά τη διάρκεια του οποίου ο υπάλληλος φθάνει στην ηλικία των 65 ετών (...)"

[4] Ο καταγγέλλων δεν ήταν διάδικος σε αυτές τις δικαστικές διαδικασίες.

[5] Συνεκδικασθείσες αποφάσεις T-153/01 και T-323/01 Alvarez Moreno κατά Επιτροπής [2004] ECR-SC I-A-161 και II-719.

[6] Υπόθεση T-275/01 Alvarez Moreno κατά Κοινοβουλίου [2004] ECR-SC I-A-171 και II-765.

[7] Υπόθεση T-276/01 Garroni κατά Κοινοβουλίου [2004] ECR-SC I-A-177 και II-795.

[8] Η συγκεκριμένη υπόθεση έχει δημοσιευθεί μόνο στη γαλλική γλώσσα. Οι αγγλικές μεταφράσεις που παρατίθενται στο παρόν έγγραφο έχουν γίνει από τις υπηρεσίες του Διαμεσολαβητή. Στις παραγράφους 84-89 των συνεκδικασθεισών υποθέσεων T-153/01 και T-323/01 αναφέρονται τα ακόλουθα στη γαλλική γλώσσα:

"84. Or, les contrats d'engagement des interprètes de conférence conclus en application du troisième alinéa, comme du premier alinéa, de l'article 78 du RAA se caractérisent par le fait qu'ils sont conclus pour certains jours spécifiques, de sorte que tant la date du début que celle de la fin de l'engagement constituent des éléments indispensables du recrutement des agents auxiliaires en question.

85. En effet, d'une part, étant donné que le terme du contrat d'engagement est toujours fixé par l'indication dans celui-ci, des jours spécifiques des prestations, aucun recours à l'article 74, paragraphe 1, sous b), du RAA n'est nécessaire pour déterminer la fin de l'engagement. D'autre part, dans le contexte de ce type de contrat, la prescription de cet article constitue une des "conditions de recrutement" visées à l'article 78 du RAA, dès lors que la durée précise de l'engagement est fixée, conformément à l'article 56 du RAA, en tant que condition d'engagement. En d'autres termes, s'agissant d'un contrat limité à des jours spécifiques, la fin de l'engagement constitue une condition caractéristique et indispensable du recrutement de l'interprète, inhérente à celui-ci.

86. Il s'ensuit que l'article 74 du RAA constitue une des dispositions du titre III du RAA auxquelles le Parlement a dérogé lorsqu'il a adopté la réglementation de 1999.

87. Par conséquent, c'est à tort que la Commission a considéré que l'article 74, paragraphe 1, sous b), du RAA était applicable à la requérante et qu'il ne s'agissait pas d'une condition de recrutement au sens de l'article 78 du RAA (...)

89. Il est vrai que l'article 8 de la réglementation de 1999 renvoie aux dispositions du RAA et aux règles applicables à l'ensemble du personnel pour toute question non prévue par ladite réglementation ou par la convention de 1999. Toutefois, étant donné que la raison d'être de la réglementation de 1999 est de permettre au Parlement d'engager les interprètes auxiliaires de session pour des jours spécifiques, la "fin de l'engagement" au sens de l'article 74 ne constitue par une question non prévue par la réglementation de 1999. En outre, au vu du caractère occasionnel de tels engagements et du fait que les institutions n'ont pas l'obligation d'engager un interprète particulier à un moment donné pour une période minimale, l'âge de l'interprète ne saurait constituer un élément pertinent pour ce qui est de l'exécution des services en question. Il s'ensuit que la stipulation d'une limite d'âge ne constitue pas une clause indispensable dans un contrat d'engagement d'un interprète et rend nécessaire le recours à l'article 74 du RAA."

[9] Υπόθεση C-373/04 P Επιτροπή κατά Alvarez Moreno [2006] ECR I-1.

[10] Στο άρθρο 21 του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων αναφέρεται ότι: "Απαγορεύεται κάθε διάκριση ιδίως λόγω φύλου, φυλής, χρώματος, εθνοτικής καταγωγής ή κοινωνικής προέλευσης, γενετικών χαρακτηριστικών, γλώσσας, θρησκείας ή πεποιθήσεων, πολιτικών φρονημάτων ή κάθε άλλης γνώμης, ιδιότητας μέλους εθνικής μειονότητας, περιουσίας, γέννησης, αναπηρίας, ηλικίας ή γενετήσιου προσανατολισμού."

[11] Στο άρθρο 5 παράγραφος 3 του Ευρωπαϊκού Κώδικα Ορθής Διοικητικής Συμπεριφοράς αναφέρονται τα ακόλουθα: "O υπάλληλος ιδιαίτερα αποφεύγει οποιαδήποτε αδικαιολόγητη διάκριση μεταξύ μελών του κοινού, η οποία βασίζεται σε εθνικότητα, φύλο, φυλή, χρώμα δέρματος, εθνοτική ή κοινωνική καταγωγή, γενετικά χαρακτηριστικά, γλώσσα, θρησκεία ή πεποίθηση, πολιτικά ή άλλα φρονήματα, ιδιότητα μέλους εθνικής μειονότητας, ιδιοκτησία, καταγωγή, αναπηρία, ηλικία ή γενετήσιο προσανατολισμό."

[12] Βλ. υποσημείωση 3.

[13] Για τον σκοπό αυτό η ΓΔ Μετάφρασης δημιούργησε ένα καθεστώς νεοεισερχόμενων, το οποίο διασφάλιζε στους νέους επικουρικούς διερμηνείς συνεδριάσεων έναν δεδομένο αριθμό διαδοχικών ημερών απασχόλησης.

[14] Βλ. υπόθεση C-144/04 Mangold [2005] ECR I-9981, παράγραφος 75.

[15] Στα αποδεικτικά αυτά στοιχεία θα μπορούσαν να είχαν συμπεριληφθεί συγκεκριμένες πληροφορίες σχετικά με τον αριθμό ημερών εργασίας που ήταν διαθέσιμες για τους "νέους διερμηνείς".

[16] Υπόθεση C-373/04 P Επιτροπή κατά Alvarez Moreno [2006] ECR I-1.

[17] Συνεκδικασθείσες αποφάσεις T-153/01 και T-323/01 Alvarez Moreno κατά Επιτροπής [2004] ECR-SC I-A-161 και II-719. Η παράγραφος 105 αναφέρει τα ακόλουθα στη γαλλική γλώσσα: "la Commission n'avait, en tout été de cause, pas l'obligation de faire appel à nouveau à ses services. Il demeure en effet toujours loisible à l'administration de ne pas conclure de nouveau contrat d'agent auxiliaire avec un interprète auquel elle avait précédemment fait appel, et cela quels que soient l'âge de ce dernier et les motifs qui la conduisent à cette décision."

[18] Βλ. υποσημείωση 14.

[19] Υπόθεση C-344/04 International Air Transport και λοιποί [2006] ECR I-403, παράγραφος 95.

[20] Υπόθεση C-411/05 Palacios de la Villa [2007] ECR I-8531, παράγραφοι 64-67.

[21] Έκδοση που ισχύει από την 1η Μαΐου 2004.

[22] Βλ. υποσημείωση 14.

[23] Βλ. υποσημείωση 20.

[24] Βλ. υποσημείωση 20.

[25] Βλ. σημείο 27 ανωτέρω.